Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα

Η Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα είναι ένα εξαιρετικά σπουδαίο γεγονός για το ελληνικό έθνος. Οι πολύχρονες συζητήσεις, διαπραγματεύσεις, πρωτόκολλα και συνθήκες επισφραγίστηκαν με την παράδοση τους από τον αρμοστή Ερρίκο Storks στον έκτακτο απεσταλμένο της ελληνικής κυβερνήσεως Θρασύβουλο Ζαΐμη στις 21 Μαΐου 1864.

Ένωση των Επτανήσων
Απεικόνιση της Ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα

Σύμφωνα με το 4ο άρθρο της συνθήκης της 13ης Ιουλίου 1863 τα όρια της ελληνικής επικράτειας θα επεκτείνονταν με την προσάρτηση των Ιονίων Νήσων. Την 1η Αυγούστου 1863 πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο συνδιάσκεψη του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών με τους πρεσβευτές Αυστρίας, Γαλλίας, Πρωσίας και Ρωσίας. Με την υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου οι τέσσερις Δυνάμεις αναγνώριζαν το δικαίωμα στη Μεγάλη Βρετανία να παραιτηθεί από την προστασία των νησιών, δήλωναν ότι θα έδιναν την συγκατάθεση τους και θα συντελούσαν στην Ένωση τους με την Ελλάδα, εφόσον θα είχαν τη διαβεβαίωση ότι το Ιόνιο Κοινοβούλιο δεχόταν αυτό το σχέδιο, οπότε και θα ήταν έτοιμες να διαπραγματευτούν με τη Μεγάλη Βρετανία τους όρους της σχετικής συνθήκες.

Στις 25 Ιουλίου 1863 ο αρμοστής Storks διέλυσε το Ιόνιο Κοινοβούλιο και με σκοπό τη διενέργεια εκλογών για τη συγκρότηση νέου κοινοβουλίου το οποίο θα εξέφραζε επίσημα τη θέληση του επτανησιακού λαού για ένωση με την Ελλάδα. Σημαίνοντες βουλευτές του προηγούμενου κοινοβουλίου δεν έθεσαν υποψηφιότητα, επειδή η πρόθεση των Άγγλων να παραχωρήσουν τα Ιόνια Νησιά στην Ελλάδα τος έβαζε σε υποψίες, όπως και άλλους ακραιφνείς Ριζοσπάστες, που είχαν οραματιστεί την Ένωση των Επτανήσων με μια Ελλάδα πραγματικά ανεξάρτητη και δημοκρατική. Με τον τρόπο, όμως, που πραγματοποιούνταν η ένωση, δεν ήταν το επιστέγασμα των αγώνων του επτανησιακού λαού, αλλά έργο της ξένης διπλωματίας. Παραχωρώντας τώρα οι Άγγλοι τα Επτάνησα παρέσυραν ολόκληρη την Ελλάδα στη σφαίρα της δικής τους επιρροής.

Με το σύνθημα «ένωση άνευ όρων» έγιναν οι εκλογές και στις 19 Σεπτεμβρίου 1863 συγκλήθηκε το ΙΓ΄Ιόνιο Κοινοβούλιο που εξέλεξε πρόεδρο τον Στέφανο Παδοβά. Με τον εναρκτήριο λόγο του ο αρμοστής άλεσε το κοινοβούλιο να τον πληροφορήσει αν ο επτανησιακός λαός επιθυμούσε την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα και αναφέρθηκε στα σχετικά με αυτή ζητήματα. Κατά τη συνεδρίαση της 23ης Σεπτεμβρίου, αφού ο μητροπολίτης της Κέρκυρας Αθανάσιος, οποίος είχε προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στον αγώνα για την ένωση, ευλόγησε τις εργασίες του σώματος, ο Στέφανος Πάδοβας έχοντας δίπλα στην προεδρική έδρα την ελληνική σημαία διάβασε το σχετικό ψήφισμα.

Με εκδηλώσεις ενθουσιασμού έγινε δεκτό το ψήφισμα του Κοινοβουλίου για την ένωση. Για να τιμηθεί η μέρα της υπογραφής του, το Κοινοβούλιο όρισε τριήμερο εορτασμό σε όλα τα νησιά. Στην Κέρκυρα τελέστηκε με ιδιαίτερη λαμπρότητα επίσημη δοξολογία στο μητροπολιτικό ναό και μνημόσυνο στον τάφο του Ιωάννη Καποδίστρια στη μονή της Πλατυτέρας. Ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου με επιτροπή από βουλευτές επισκέφθηκε τον αρμοστή και του ανακοίνωση την απόφαση του επτανησιακού λαού να καταργηθεί η προστασία και να ενωθούν τα Ιόνια Νησιά με το Βασίλειο της Ελλάδας, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη των επτανησίων προς τη βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας και προς τις άλλες προστάτιδες δυνάμεις και διατύπωσε την ελπίδα ότι η χριστιανική Ευρώπη θα βοηθούσε το ελληνικό έθνος να ολοκληρώσει την αποκατάστασή του.

Στις 14 Νοεμβρίου 1863 οι εκπρόσωποι των πέντε Δυνάμεων υπέγραψαν στο Λονδίνο συνθήκη με την οποία γινόταν αποδεκτή η παραίτηση της Μεγάλης Βρετανίας από την Προστασία του Ιονίου Κράτους και αναγνωριζόταν η ένωση του με την Ελλάδα.

Στις 21 Μαΐου 1864 Ύπατος Αρμοστής παρέδωσε τα Επτάνησα στον Θρασύβουλο Ζαΐμη. Στα φρούρια των Επτανήσων υψώθηκε η ελληνική σημαία. Η περίοδος της βρετανικής προστασίας είχε λήξει. Όπως σημειώνει ανώνυμος Ζακυνθινός χρονικογράφος «οι Άγγλοι εκάθισαν εις την Επτάνησον χρόνους 54, μήνες 8 και ημέρας μία». Ο Βρετανός αρμοστής από την Κέρκυρα κατευθύνθηκε στο Κατάκωλο, όπου συνάντησε τον Γεώργιο Α’ και του παρέδωσε τη μεγάλη σημαία του Ιονίου Κράτους. Στις 29 Ιουνίου 1864 ο βασιλιάς των Ελλήνων μαζί με τους πρεσβευτές των εγγυητριών Δυνάμεων αποβιβάστηκε στη Κέρκυρα και έπειτα περιόδευσε σε όλα τα νησιά. Στις 22 Ιουλίου 1864 οι πληρεξούσιοι της Επτανήσου έγιναν δεκτοί σε πανηγυρική συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης και άρχισαν να παίρνουν μέρος στις εργασίες της.

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856)

Ο Κριμαϊκός πόλεμος ήταν, κατά βάση, ρωσοτουρκικός πόλεμος, του οποίου οι κυριότερες φάσεις διεξήχθησαν στην Κριμαία, από όπου πήρε και το όνομα του. Ο πόλεμος αυτός αποτέλεσε μια νέα φάση του Ανατολικού ζητήματος. Η Ρωσία πίστευε ότι ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να επιφέρει ένα νέο πλήγμα εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να πραγματοποιήσει τα προαιώνια σχέδια της, να κατέβει δηλαδή στο Αιγαίο και να εξασφαλίσει κηδεμονία των χριστιανικών λαών της Εγγύς Ανατολής. Η Γαλλία, όμως, και η Αγγλία έσπευσαν -στα πλαίσια της διατήρησης του καθεστώτος στην περιοχή- να βοηθήσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, για να αποτραπεί η πραγματοποίηση του ρωσικού σχεδίου.

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856)
Η πολιορκία της Σεβαστούπολης

Αγγλογάλλοι εναντίον Ρώσων

Η αφορμή της ανακίνησης του Ανατολικού ζητήματος ήταν πάντα πρόχειρη και φυσικά εύκολη για τη Ρωσία. Αυτή τη φορά δόθηκε από τα τοπικού χαρακτήρα επεισόδια μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων, τα οποία συνέβησαν το 1850 για την κατοχή ιερών προσκυνημάτων στους Αγίους Τόπους. Συγκεκριμένα, ο νεοανακηρυχθείς Αυτοκράτορας της Γαλλίας Λουδοβίκος Ναπολέων ζήτησε από το σουλτάνο -στα πλαίσια ενίσχυσης του καθολικισμού- και πέτυχε να ανανεωθούν οι παλιές συμφωνίες που είχαν γίνει τον 16ο αιώνα, μεταξύ του τότε σουλτάνου Σουλεϊμάν και του Γάλλου βασιλιά Φραγκίσκου Α’. Έτσι, κατά την αναδιανομή των προσκυνημάτων ευνοήθηκαν οι Καθολικοί σε βάρος των Ορθοδόξων.

Η αύξηση όμως της επιρροής των Γάλλων, εξερέθισε τον τσάρο Νικόλαο Α’, ο οποίος ζήτησε, ως προστάτης των Ορθοδόξων, όχι μόνο την επιστροφή των προσκυνημάτων σε αυτούς, αλλά και πλήρη ανεξαρτησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε θέματα εκκλησιαστικά. Η Υψηλή Πύλη, όμως, η οποία είχε εξασφαλισμένη και την αγγλογαλλική υποστήριξη, αρνήθηκε να ικανοποιήσει τις ρωσικές απαιτήσεις, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στην Πετρούπολη άπραγος ο απεσταλμένος του τσάρου στην Κωνσταντινούπολη, Αλέξανδρος Μεντζικώφ. Στη συνέχεια, οι Ρώσοι κατέλαβαν τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και τις χρησιμοποίησαν ως μοχλό πίεσης προς την Υψηλή Πύλη.

Από την πλευρά του ο σουλτάνος, ενθαρρυνόμενος και από Αγγλογάλλους, φάνηκε ότι ήταν αποφασισμένος να μην ενδώσει στη ρωσική αυτή πίεση. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1853 κήρυξε μάλιστα πόλεμο εναντίον της Ρωσίας, η οποία αντέδρασε με την ολοσχερή καταστροφή του τουρκικού στόλου κοντά στη Σινώπη (Νοέμβριος 1853). Τότε, ο ενωμένος στόλος των Άγγλων και των Γάλλων εισέπλευσε στον Εύξεινο Πόντο, για να προστατεύσει τα τουρκικά παράλια, ενώ οι διπλωμάτες του ζήτησαν από τον τσάρο να σταματήσει τον πόλεμο και να αποσύρει τα στρατεύματα του από τις Ηγεμονίες. Ο τσάρος απάντησε με την ανάκληση των πρεσβευτών του από το Λονδίνο και το Παρίσι, με αποτέλεσμα η Αγγλία και η Γαλλία να υπογράψουν συνθήκη συμμαχίας με το σουλτάνο (Μάρτιος 1854) και λίγο αργότερα να κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας.

Στην αρχή, οι πολεμικές συγκρούσεις διεξήχθησαν στο Δούναβη, αλλά οι σύμμαχες δυνάμεις μετέφεραν τον πόλεμο στην Κριμαία, όπου επιχείρησαν -με την ενίσχυση 15.000 Ιταλών στρατιωτών από το Πεδεμόντιο- να καταλάβουν το λιμάνι της Σεβαστούπολης, για να υποχρεώσουν τον τσάρο σε στρατιωτική και διπλωματική υποχώρηση. Οι Ρώσοι, όμως, αντέταξαν σθεναρή άμυνα, η οποία κράτησε δέκα μήνες περίπου, με τεράστιες απώλειες και για τις δύο πλευρές. Το Σεπτέμβριο του 1855 έπεσε η Σεβαστούπολη, αλλά ο τσάρος δεν έδειχνε διατεθειμένος να σταματήσει τον πόλεμο. Τελικά, με την παρέμβαση της Αυστρίας, η οποία απείλησε τη Ρωσία ότι θα προσχωρούσε και αυτή στους αντιπάλους της, αν δεν σταματούσε τον πόλεμο, ο τσάρος Αλέξανδρος Β’ (ο τσάρος Νικόλαος Α’ είχε πεθάνει από το 1855) δέχθηκε την πρόταση ειρήνης (Ιανουάριος 1856).

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος λήγει στο Παρίσι

Τυπικά, ο Κριμαϊκός πόλεμος έληξε με την Συνθήκη των Παρισίων (30 Μαρτίου 1856). Από αυτή την Συνθήκη κερδισμένη βγήκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία εξασφάλισε και την επίσημη διαβεβαίωση της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας ότι στο εξής θα αναλάμβαναν εγγύηση για την ακεραιότητας της. Η επίλυση ενδεχόμενων διαφορών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με οποιαδήποτε Μεγάλη Δύναμη θα γινόταν με ειρηνικές διαπραγματεύσεις και με την εποπτεία των ευρωπαϊκών κρατών, στα οποία συνυπολογιζόταν πλέον και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο σουλτάνος αποκτούσε πλέον το δικαίωμα να παρακάθεται σε ευρωπαϊκά συνέδρια.

Σε αντάλλαγμα των ωφελημάτων αυτών οι Τούρκοι αντιπρόσωποι ανακοίνωσαν στο συνέδριο το περιεχόμενο του Χάττ-ι Χουμαγιούν, του νέου, δηλαδή, μεταρρυθμιστικού προγράμματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επρόκειτο για ένα διάταγμα που είχε υπογράψει ο σουλτάνος, στις 18 Φεβρουαρίου 1856 (με τη βεβαιότητα της νίκης του στον πόλεμο, αλλά και με την υπόδειξη των ισχυρών συμμάχων του) και αναφερόταν στις συνταγματικές αναθεωρήσεις (τανζιμάτ) που είχε αποφασίσει να εφαρμόσει σε όλους τους υπηκόους του.

Με το σουλτανικό αυτό διάταγμα:

  1. αναγνωρίζονταν όλα τα προνόμια που είχε παραχωρ’ησει ο Μωάμεθ Β’ στο Πατριαρχείο, υπό την προϋπόθεση της προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της εποχής
  2. οι πιστοί όλων των θρησκειών αποκτούσαν το δικαίωμα της ελεύθερης λατρείας
  3. στο εξής η κατάληψη των δημοσίων θέσεων θα γινόταν με βάση τις ικανότητες των ενδιαφερομένων και όχι την καταγωγή και το θρήσκευμα
  4. κάθε θρησκευτική κοινότητα αποκτούσε το δικαίωμα να ιδρύει ελεύθερα ναούς και σχολεία, αλλά με την προϋπόθεση της έγκρισης, από τις τουρκικές αρχές, των αρχιτεκτονικών σχεδίων για τους ναούς και των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τα σχολεία
  5. οι τουρκικές φυλακές θα γίνονταν πιο ανθρώπινες, με την κατάργηση των εξευτελιστικών σωματικών ποινών, ραβδισμών κ.λ.π.
  6. οι φόροι θα εισπράττονταν από όλους, ανεξάρτητα από το θρήσκευμα και την καταγωγή
  7. οι αλλοδαποί θα μπορούσαν να αποκτήσουν ιδιοκτησία στην Οθωμανική αυτοκρατορία, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους και η απονομή δικαιοσύνης θα γινόταν γενικά με αμεροληψία, ενώ εμπορικές και ποινικές υποθέσεις, κατά τις οποίες οι διάδικοι δεν ήταν μωαμεθανοί, θα δικάζονταν από μικτά δικαστήρια.

Στην πραγματικότητα όλα αυτά αποτελούσαν μεγαλόστομες διακηρύξεις που δόθηκαν κάτω από τη επίδραση των συναισθημάτων της στιγμής και απλές υποσχέσεις που αντιπροσώπευαν το άμεσο αντίτιμο, που κατέβαλε η σουλτανική κυβέρνηση στους Αγγλογάλλους, για την πολύτιμη βοήθεια που του προσέφεραν στον πόλεμο. Άλλωστε, και η πείρα του παρελθόντος δεν δικαιολογούσε μεγάλη αισιοδοξία για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, αργότερα και υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, μερικές μεταρρυθμίσεις που αναφέρονταν στον τομέα του εμπορίου, πραγματοποιήθηκαν. Οι υπόλοιπες παρέμειναν στα χαρτιά.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699)

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς συνομολογήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1699. Για πρώτη φορά η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχωρεί εδάφη στις χριστιανικές δυνάμεις.

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς

Η υπογραφή της συνθήκης του Κάρλοβιτς

Η συνθήκη του Κάρλοβιτς ήταν μια διεθνής συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στο Σρέμσκι Καρλόβτσι, μια πόλη στη σημερινή Σερβία. Η συνθήκη τερμάτισε τον αυστροοθωμανικό πόλεμο του 1683-1697 στον οποίο οι Οθωμανοί ηττήθηκαν.

Η συνθήκη του Κάρλοβιτς συνομολογήθηκε κατόπιν της μεσολάβησης της Αγγλίας και της Ολλανδίας και υπογράφτηκε μετά από ένα συνέδριο, πληρεξούσιων αντιπροσώπων, διάρκειας δύο μηνών όπου συνήλθαν σε 36 συνεδριάσεις από 17 Νοεμβρίου του 1698 μέχρι τον Ιανουάριο του 1699 μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφενός και των συνασπισμένων δυνάμεων της Ιερής Συμμαχίας του 1684 αφετέρου, (μίας συμμαχίας διαφόρων ευρωπαϊκών δυνάμεων που περιελάμβανε την Αψβουργική Αυτοκρατορία, την Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία, τη Δημοκρατία της Βενετίας και τη Ρωσική Αυτοκρατορία).

Η συνθήκη σημάδεψε την αρχή της Οθωμανικής παρακμής και την ανάδειξη της Αυστρίας σε κυρίαρχη δύναμη της κεντρικής Ευρώπης. Επίσης, το μεγαλύτερο μέρος της Δαλματίας πέρασε στη Βενετία, μαζί με την Πελοπόννησο, και την Κρήτη, τα οποία όμως οι Οθωμανοί επανέκτησαν, περίπου 20 χρόνια μετά, με τη Συνθήκη του Πασάροβιτς το 1718. Για τους επόμενους δύο αιώνες οι Ευρωπαίοι δε θα ασχολούνταν με την οθωμανική ισχύ αλλά με την οθωμανική αδυναμία, καθώς οι γείτονες του Σουλτάνου ανταγωνίζονταν για εδαφικά οφέλη εις βάρος της αυτοκρατορίας του.

Η φράση «ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στα τέλη του φθινοπώρου του 1683, μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης. Κι όμως, η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κράτησε περισσότερο απ’ ότι αναμενόταν και διακόπηκε από σύντομα διαλείμματα ανάτασης. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στο εξής αμυνόταν, αλλά παρέμεινε ένας σημαντικός παράγοντας στην ευρωπαϊκή ιστορία, αν και για διαφορετικούς πλέον λόγους.

Η συνθήκη του Κάρλοβιτς και οι Έλληνες

Η συνθήκη είχε αξιοσημείωτες συνέπειες και για τους Έλληνες, που αν και δεν υπήρχε όρος που να κάνει κάποια σχετική μνεία, έδωσε τη δυνατότητα στους Έλληνες εμπόρους να ξαναρχίσουν το εμπόριο με τη Βενετία και την Αυστριακή Αυτοκρατορία, γεγονός που είχε καθοριστικές συνέπειες στην οικονομική αναγέννηση του ελλαδικού χώρου.

Επίσης, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι στην υπογραφή της συνθήκης ο επίσημος αντιπρόσωπος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ένας Φαναριώτης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (ο εξ απορρήτων), γεγονός που σηματοδοτεί την άνοδο των Φαναριωτών στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό κατά τον 18ο αιώνα.

Πηγή: https://www.armyvoice.gr

Ο Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ (1874-1965)

Ο Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ (Sir Winston Leonard Spencer-Churchill, 30 Νοεμβρίου 1874 – 24 Ιανουαρίου 1965) ήταν Βρετανός πολιτικός, στρατιωτικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας, πρωθυπουργός της χώρας του, κατά τις περιόδους 1940-45 και 1951-55. Ηγέτης της Μεγάλης Βρετανίας από την άνοιξη του 1940 έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, ήταν ένας από τους αρχιτέκτονες της συμμαχικής νίκης γι’ αυτό και ονομάστηκε «Πατέρας της νίκης», καθώς συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του καθεστώτος των διεθνών συσχετισμών κατά την μεταπολεμική περίοδο.

Ο Σερ Ουίνστον Λέοναρντ Σπένσερ-Τσώρτσιλ
Ο Σερ Ουίνστον Λέοναρντ Σπένσερ-Τσώρτσιλ

Ο Βίος του Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

Ο Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ γεννήθηκε στο Ανάκτορο Μπλενχάιμ της κομητείας της Οξφόρδης και ήταν γόνος εύπορης οικογένειας ευγενών, δευτερότοκος γιος του πολιτικού Ράντολφ Χένρυ Σπένσερ Τσώρτσιλ και της Αμερικανίδας Τζένης Τζέρομ (κόρης του Λέοναρντ Τζέρομ, τραπεζίτη και ιδιοκτήτη των New York Times). Σπούδασε αρχικά στη σχολή Χάρροου, όπου επέδειξε ενδιαφέρον για την αγγλική φιλολογία και την ιστορία και κατόπιν στη στρατιωτική ακαδημία. Αξιωματικός του ιππικού από το 1895, παρακολούθησε τον ίδιο χρόνο, ως στρατιωτικός παρατηρητής, τις επαναστατικές εξελίξεις στην Κούβα και το 1896 εντάχθηκε στα βρετανικά στρατεύματα των Ινδιών. Το 1898 εντάχθηκε στις βρετανικές δυνάμεις της Αιγύπτου και πήρε μέρος στις επιχειρήσεις ανακατάληψης του Σουδάν.Τις σχετικές στρατιωτικές εμπειρίες και εντυπώσεις του κατέγραψε στο βιβλίο του «Ο ποτάμιος πόλεμος» (The River war, 2 τ., 1989). Στη συνέχεια παραιτήθηκε από το στράτευμα και διεκδίκησε χωρίς επιτυχία βουλευτική έδρα στη περιφέρεια Όλνταμ (1899). Μετά την αποτυχία του αυτή προτίμησε να φύγει στη Νότια Αφρική, όπου είχε ξεσπάσει ο πόλεμος των Μπόερς και να αναλάβει και πάλι καθήκοντα πολεμικού ανταποκριτή της εφημερίδας Morning Post του Λονδίνου.

Το 1900 εκλέχτηκε για πρώτη φορά βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος (Τόρις) αρνούμενος να ταυτισθεί στη συνέχεια με πολλές από τις επιλογές των συντηρητικών κυβερνήσεων, όπως τις σχετικές με την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, τις αποικιακές ρυθμίσεις και κυρίως με το θεσμοθετούμενο σύστημα προστατευτικού δασμολογίου. Οι διαφωνίες του αυτές οδήγησαν στην αποχώρησή του από τη συντηρητική παράταξη (1904) και την ένταξή του στους Φιλελεύθερους με τους οποίους επανεξελέγη βουλευτής του 1906.

Η ιδεολογία του Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

Φανατικός αντίπαλος των εργατικών, αλλά και πολέμιος της πολιτικής του κατευνασμού απέναντι στον φασισμό και στον ναζισμό που ακολουθούσαν ο Στάνλεϊ Μπάλντουιν (1935-37) και ο Νέβιλ Τσάμπερλεν (1937-40) έμεινε για δέκα ολόκληρα χρόνια στην αντιπολίτευση, διαφωνώντας συχνά και με το ίδιο το κόμμα του, κατακρίνοντας σε λόγους και άρθρα του με ισχυρά επιχειρήματα κάθε συμβιβασμό με τις δικτατορικές ή ολοκληρωτικές σοσιαλιστικές ιδεολογίες.

Ο Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Τον Μάιο του 1940 διαδέχτηκε τον Νέβιλ Τσάμπερλεν στην αρχηγία μιας κυβέρνησης συνασπισμού.

Μετά την κατάρρευση και συνθηκολόγηση της Γαλλίας, η Βρετανία βρέθηκε πλέον μόνη της στον αγώνα ενάντια στη Ναζιστική Γερμανία. Ο Χίτλερ επεδίωκε έναν συμβιβασμό ή συμφωνία με τη Βρετανία έχοντας κατά νου την σχεδιαζόμενη επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Παρά ταύτα η στάση του Τσώρτσιλ ήταν αδιαπραγμάτευτη. Πριν ξεκινήσει η Μάχη της Αγγλίας, προέβη σε έναν ακόμη λόγο, έξοχο δείγμα της ρητορικής του δεινότητας, με σκοπό να ανυψώσει το ηθικό των Βρετανών.

Ανέλαβε πρωτοβουλία να ενισχύσει στο εσωτερικό το πνεύμα της αντίστασης, παρά τις δυσμενείς εξελίξεις των πρώτων μηνών του πολέμου, και στο εξωτερικό να προκαλέσει την επέμβαση των ΗΠΑ στον πόλεμο (την οποία θεωρούσε καθοριστική) και να πετύχει τη συμμαχία της Σοβιετικής Ένωσης.

Μεταξύ 1941 και 1945 ο Ουίνστον Τσώρτσιλ διέσχισε τον Ατλαντικό πέντε φορές για να συσκεφθεί με τον πρόεδρο των Η.Π.Α. Φραγκλίνο Ρούζβελτ. Μετέβη δύο φορές στη Μόσχα, όπου συναντήθηκε με τον  Ιωσήφ Στάλιν το 1942 και τον Οκτώβριο του 1944, όταν έγινε η περίφημη διανομή, η οποία βάρυνε καθοριστικά στον καθορισμό της μεταπολεμικής τύχης της Ελλάδας και των άλλων βαλκανικών χωρών. Ακόμα μετέβη το 1943 στο Κάιρο και την Τεχεράνη  για τις αντίστοιχες διασκέψεις, στη Ρώμη το 1944 όπου συναντήθηκε με τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο και τον  Πάπα Πίο ΙΒ΄, στη Διάσκεψη της Γιάλτας τον Φεβρουάριο του 1945  για τη διαβόητη συμφωνία μεταξύ Ρούζβελτ-Τσόρτσιλ και Στάλιν, ενώ αρκετές φορές επισκέφθηκε το δυτικό μέτωπο και τον Ιούλιο του 1945 το Πότσδαμ για την τριμερή Διάσκεψη του Πότσδαμ με τον Χάρυ Τρούμαν και τον Στάλιν.

Με τους χειρισμούς του υπήρξε έτσι από τους καθοριστικότερους παράγοντες στην τελική νίκη των Συμμάχων, ενώ καθιέρωσε και τον χαιρετισμό της νίκης με τα δύο δάχτυλα (V). Δεν υπήρξε γεγονός στο οποίο να μην ήταν πρωταγωνιστής. Οι θέσεις του στηριζόμενες στην ρεαλιστική αναγνώριση και κοινή αποδοχή μεταξύ των πρωταγωνιστών νικητών των σφαιρών επιρροής, αποδείχθηκαν παράγοντες μιας μακροχρόνιας, αν και τεταμένης, ειρήνης μετά το τέλος του πολέμου.

Η βρετανική εξωτερική πολιτική τον έφεραν με τεθωρακισμένο όχημα από το Φάληρο στην Αθήνα, τα Χριστούγεννα του 1944, ενώ μαίνονταν οι μάχες των κυβερνητικών και των βρετανικών δυνάμεων με τον ΕΛΑΣ  στα Δεκεμβριανά. Στην Αθήνα ο Τσόρτσιλ, σε σύσκεψη της ηγεσίας μεγάλης μερίδας του ελληνικού πολιτικού φάσματος, του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού συμπεριλαμβανομένου -και παρουσία των πρεσβευτών Η.Π.Α., Ε.Σ.Σ.Δ. και Γαλλίας- δεν άφησε αμφιβολίες για το ότι η Μεγάλη Βρετανία είχε τον πρώτο λόγο στα ελληνικά πολιτικά πράγματα.

Η μεταπολεμική πολιτική του Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

Ουίνστον Τσώρτσιλ, Ρούσβελτ και Στάλιν στην Διάσκεψη της Γιάλτας όπου συναποφασίστηκε η κατανομή των μεταπολεμικών «σφαιρών επιρροής» (Συμφωνία των ποσοστών), Φεβρουάριος 1945.
Ουίνστον Τσώρτσιλ,  Ρούσβελτ και Στάλιν  στην Διάσκεψη της Γιάλτας

Μεταπολεμικά εξεδήλωσε την πλήρη αντίθεσή του στις πολιτικές επιλογές της Σοβιετικής Ένωσης και το 1946 πρώτος αυτός χρησιμοποίησε τον όρο «Σιδηρούν παραπέτασμα».

Από την αρχή του μεταπολέμου, ο Τσώρτσιλ υποστήριξε το σχηματισμό ενωμένης Ευρώπης, η οποία δεν θα μπορούσε να συγκροτηθεί χωρίς την οικονομική βοήθεια των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και τη συμμετοχή της Γερμανίας. Ο Τσώρτσιλ, με διακοπή μερικών ετών, παρέμεινε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας έως τον Απρίλιο του 1955. Δεν παρέλειψε μάλιστα να γράψει τα περίφημα απομνημονεύματά του από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα οποία άρχισαν να δημοσιεύονται το 1948  και του απέφεραν το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1953.

Το τέλος του Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

Τα βαθιά του γεράματα ο Τσώρτσιλ, πάντοτε σεβαστός και τιμώμενος, τα πέρασε ήσυχα πλάι στη σύζυγό του Κλημεντίνη, ζωγραφίζοντας. Πέθανε στις 24 Ιανουαρίου του 1965, σε ηλικία 91 ετών. Κηδεύτηκε στις 30 Ιανουαρίου, στο Λονδίνο, από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου. Η σορός έφτασε εκεί από το Ουεστμίνστερ Χολ, όπου είχε εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα. Της νεκρικής πομπής -την οποία παρακολούθησαν χιλιάδες Βρετανοί- ηγήθηκαν δεκατρείς βετεράνοι της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας (RAF), οι οποίοι είχαν αντιμετωπίσει τα γερμανικά σμήνη στη Μάχη της Αγγλίας. Μετά την τελετή, η σορός φέρθηκε μέχρι τον Τάμεση και από εκεί με ατμάκατο στην προκυμαία κοντά στο σταθμό του Βατερλό, απ’ όπου αμαξοστοιχία τη μετέφερε στο Μπλέιντον, προκειμένου να ταφεί, σε στενό κύκλο στον οικογενειακό τάφο των Μάλμπορο.

Χαρακτηριστικές φράσεις του Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

Ο Τσώρτσιλ ήταν δυναμικός ομιλητής και είχε την ικανότητα να εκφράζεται με εύστοχο και καίριο τρόπο, αποφεύγοντας τη φλυαρία. Μερικά από τα λόγια του έμειναν στην ιστορία, με χαρακτηριστικότερα τα ακόλουθα:

  • «Ποτέ στο παρελθόν στο πεδίο τής μάχης δεν οφείλονταν τόσα πολλά από τόσους πολλούς σε τόσους λίγους» (για τη γενναιότητα των Βρετανών πιλότων στη Μάχη της Αγγλίας, από ομιλία στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 20 Αυγούστου 1940)
  • «Δώστε μας τα εργαλεία και θα τελειώσουμε τη δουλειά» (μήνυμα στον Αμερικανό πρόεδρο Ρούζβελτ, από ραδιοφωνική εκπομπή στις 9 Φεβρουαρίου 1945)
  • «Ένα σιδηρούν παραπέτασμα έχει πέσει κατά μήκος της Ευρώπης» (για τις περιοχές υπό ρωσική κατοχή και κατόπιν κομμουνιστική επιρροή, από τηλεγράφημα στον Αμερικανό πρόεδρο Τρούμαν στις 12 Μαΐου 1945)
  • «Έχει λεχθεί ότι η δημοκρατία είναι το χειρότερο πολίτευμα, αν εξαιρέσουμε όλες τις άλλες μορφές πολιτεύματος που έχουν επίσης δοκιμαστεί» (από ομιλία στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 11 Νοεμβρίου 1947)
  • «Προτιμώ να θεωρηθώ ανεύθυνος και να έχω δίκιο παρά υπεύθυνος και να έχω άδικο» (από ραδιοφωνική εκπομπή στις 26 Αυγούστου 1950)
  • «Στο εξής δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες» (σχετικά με την σθεναρή άμυνα που προέβαλε ο ελληνικός στρατός στην Ιταλική εαρινή επίθεση).

Ο συγγραφέας Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

Ανέπτυξε αξιόλογη ιστοριογραφική δραστηριότητα εκδίδοντας αρκετά βιβλία μεταξύ των οποίων:

  • Η παγκόσμια κρίση του 1916-18 (The World Crisis, 4τ., 1922-29) που αναφέρεται στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
  • Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου (1930)
  • Το Ανατολικό μέτωπο (The Eastern Front), 1931,
  • Μάρλμπορο, η ζωή και η εποχή του (Marlborough, his Life and Times) 4τ. (1933-38)
  • Οι μεγάλοι σύγχρονοι (Great Contemporaries), 1937
  • Θρίαμβος και τραγωδία (Triumph and Tragedy), 1938
  • Η ιστορία των αγγλόφωνων λαών (History of the English-Speaking Peoples), 1956-58

Το 1953 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας για το πεντάτομο έργου «Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος», που δημoσιεύτηκε από το 1948 έως το 1951.

Κατάλογος πολιτικών αξιωμάτων του Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

  • Βουλευτής 1900-1922, 1924-1964
  • Υφυπουργός Αποικιών 1905-1908
  • Υπουργός Εμπορείου 1908-1910
  • Υπουργός Εσωτερικών 1910-1911
  • Υπουργός Ναυτικού 1911-1915
  • Καγκελάριος του Δουκάτου του Λάνκαστερ (Υπουργός Εισοδήματος) 1915
  • Υπουργός Πυρομαχικών 1917-1919
  • Υπουργός Πολέμου 1919-1921
  • Υπουργός Αεροπορίας 1919-1921
  • Υπουργός Αποικιών 1921-1922
  • Μέγας Θησαυροφύλακας 1924-1929
  • Υπουργός Ναυτικού 1939-1940
  • Ηγέτης της Συμπολίτευσης στη Βουλή των Κοινοτήτων 1940-1942
  • Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου 1940-1945
  • Υπουργός Άμυνας 1940-1945
  • Ηγέτης της Αντιπολίτευσης στη Βουλή των Κοινοτήτων 1945-1951
  • Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου 1951-1955
  • Υπουργός Άμυνας 1951-1952

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ουίνστον_Τσώρτσιλ

Ο Τζωρτζ Κάνινγκ (Georges Canning, 1770-1827)

Ο Τζωρτζ Κάνινγκ (Georges Canning, 11 Απριλίου 1770 – 8 Αυγούστου 1827) ήταν Άγγλος πολιτικός που διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας και πρωθυπουργός κατά την περίοδο 10 Απριλίου-8 Αυγούστου του 1827 και φιλέλληνας.

Ο Τζωρτζ Κάνινγκ,  φιλέλληνας.
Ο Τζωρτζ Κάνινγκ

Ο Τζωρτζ Κάνινγκ Φοίτησε στο Hyde-Abbey του Γουίντσεστερ και το 1788 συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Εξέδιδε, από την ηλικία των 16 ετών, τη λογοτεχνική εφημερίδα Μικρόκοσμος. Το 1793 έγινε βουλευτής και διακρίθηκε για την ευγλωττία του, ενώ έγινε και ιδιαίτερος του πρωθυπουργού Ουίλιαμ Πιτ του νεότερου. Στα 1799, υποστήριξε με τον Πιτ την κατάργηση του δουλεμπορίου, ενώ τάχθηκε υπέρ του αγώνα θρησκευτικής ελευθερίας των Ιρλανδών καθολικών. Αυτό το ακανθώδες πρόβλημα ήταν ταυτόχρονα το όπλο του Τζωρτζ Κάνινγκ, που το χρησιμοποίησε ως μέσο εκβιασμού για να παραμείνει στο υπουργείο, διατηρώντας την ελπίδα του εκλογικού σώματος των Ιρλανδών για ένωση. Στις 8 Ιουλίου 1800, παντρεύτηκε την κόρη του στρατηγού John Scott Balcomie, ο οποίος είχε αποκτήσει περιουσία στην Ινδία, τότε αποικία της Βρετανίας. Το 1801 ακολούθησε τον Πιτ στην αντιπολίτευση ενώ όταν ανέλαβε ξανά την εξουσία, το Μάιο του 1804, ανέλαβε την οικονομική διαχείριση του Πολεμικού Ναυτικού.

Το 1814 διορίστηκε πρέσβης στην Πορτογαλία, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον επόμενο χρόνο. Τον Ιούλιο του 1817 επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο και το 1821 διορίστηκε κυβερνήτης της Ινδίας. Το 1824 η Βρετανική κυβέρνηση υποστήριξε τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία από την Οθωμανική αυτοκρατορία και το 1826 ο Κάνινγκ υπέγραψε με τη Γαλλία και τη Ρωσία συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα. Τον Απρίλιο του 1827 ο Τζωρτζ Κάνινγκ σχημάτισε κυβέρνηση και προώθησε την ανεξαρτησία της Ελλάδας αλλά και τα αιτήματα των καθολικών Ιρλανδών, χωρίς να προλάβει να ολοκληρώσει το έργο του, καθώς πέθανε τρεις μήνες αργότερα από πνευμονία.

Κατάλογος Πολιτικών Αξιωμάτων

  • Βουλευτής 1793-1827
  • Υπουργός Πληρωμής των Στρατευμάτων 1800-1801
  • Θησαυροφύλακας του Ναυτικού 1804-1806
  • Υπουργός Εξωτερικών 1807-1809
  • Διευθυντής της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών 1
  • Υπουργός Εξωτερικών 1822-1827
  • Ηγέτης της Συμπολίτευσης στη Βουλή των Κοινοτήτων 1822-1827
  • Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου 1827
  • Μέγας Θησαυροφύλακας 1827

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Τζωρτζ_Κάνινγκ

Ο Σερ Ντάγκλας Χέιγκ (1861-1928)

Ο σερ Ντάγκλας Χέιγκ (αγγλικά: Sir Douglas Haig) γεννιέται στις 19 Ιουνίου 1861 στο Εδιμβούργο της Σκοτίας ως γιος ενός πλούσιου ιδιοκτήτη αποστακτηρίου ουίσκι. Ο πατέρας έβγαζε απίστευτα λεφτά από το ομώνυμο ουίσκι του, ήταν όμως αλκοολικός και αγροίκος στη συμπεριφορά. Όσο για τη μητέρα, ήταν κάποτε ευγενικής καταγωγής, η δική της φαμίλια είχε εκπέσει όμως της κοινωνικής της θέσης.

Ο στρατηγός Σερ Ντάγκλας Χέιγκ
Ο Ντάγκλας Χέιγκ

Ο Βίος του Σερ Ντάγκλας Χέιγκ

Ο μικρός Ντάγκλας μεγαλώνει με τις ανέσεις της αστικής τάξης και φοιτά σε καλό ιδιωτικό σχολείο, πριν βρεθεί να σπουδάζει σε κολέγιο της Οξφόρδης πολιτική οικονομία και ιστορία. Μέχρι τα 18 του θα έχει χάσει και τους δύο γονείς του, απομένοντας μόνος με τον μικρότερο αδερφό του. Άσος στην ιππασία, θα μπει στην ομάδα πόλο με άλογα του πανεπιστημίου, αν και μέχρι τότε είχε ήδη αποφασίσει τι ήθελε να κάνει στη ζωή του.

Με το πτυχίο της Οξφόρδης ανά χείρας και σαφώς μεγαλύτερος από όλους τους άλλους δόκιμους, ο Σερ Ντάγκλας Χέιγκ γίνεται δεκτός στην περιβόητη Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία του Σάντχερστ τον Ιανουάριο του 1884. Την οποία τελειώνει με τιμές και επαίνους σε λιγότερο από έναν χρόνο (εξαιτίας του πανεπιστημιακού του διπλώματος) και γίνεται αμέσως μέλος στην προσωπική στρατιωτική φρουρά της βασίλισσας (Φεβρουάριος του 1885) ως φέρελπις υπολοχαγός.

Τα επόμενα εννιά χρόνια θα τα περάσει σε διάφορα πόστα, κυρίως σε θέσεις στην Ινδία, και θα δει μάλιστα αρκετά συχνά πόλεμο: από τις περιπέτειες των Βρετανών στο Σουδάν το 1897-1898 ως και τον Β’ Πόλεμο των Μπόερς το 1899-1902, υπηρετώντας πια στο πλευρό του ίδιου του σερ Τζον Φρεντς, του τρανού στρατηγού των βρετανικών αποικιοκρατικών δυνάμεων.

Μόνιμα θαυμαστής των αλόγων, πλέον είναι άσος στη στρατηγική του ιππικού και θα βρεθεί παντού λίγο πολύ στον κόσμο για να δει από κοντά οποιαδήποτε εξέλιξη στα πολεμικά άτια. Στις 11 Ιουλίου 1905 θα παντρευτεί επιτέλους την καλή του, έπειτα από επίμονο φλερτ ετών, με την οποία θα αποκτήσει σύντομα τέσσερα παιδιά.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Το 1906 θα τοποθετηθεί επικεφαλής της στρατιωτικής εκπαίδευσης στο Γραφείο Πολέμου με ειδικά καθήκοντα τη δημιουργία του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, το οποίο θα έπρεπε να είναι ετοιμοπόλεμο σε περίπτωση συμπλοκής με τη Γερμανία. Όσο το κάνει αυτό, συγγράφει μερικές μελέτες στη στρατηγική και ειδικά στις επιθέσεις με το ιππικό και γίνεται ένα από τα πιο προβεβλημένα μέλη του βρετανικού Γενικού Επιτελείου.

Η ανοδική του πορεία θα αγγίξει φαινομενικά ταβάνι το 1909, όταν τον διορίζουν διοικητή όλης της στρατιάς στην Ινδία. Την ώρα που τον χρίζουν Ιππότη του Στέμματος για την αριστουργηματική δουλειά του στο Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα και τον προάγουν σε αντιστράτηγο, εκείνος μόνο χαρούμενος δεν είναι, καθώς οσμίζεται πόλεμο με τους Γερμανούς και είναι πολύ μακριά (Ινδία) για να κάνει κάτι!

Ήθελε λοιπόν διακαώς να επιστρέψει στην Αγγλία, κάτι που θα συμβεί τον Μάρτιο του 1912, όταν αναλαμβάνει τη δική του ταξιαρχία ιππικού στο Νησί. Όπου θα περάσει τον καιρό του μέχρι εκείνο τον Αύγουστο του 1914, όταν θα ξεσπάσει ένας πόλεμος πρωτόγνωρος για την οικουμένη.

Ο στρατάρχης σερ Τζον Φρεντς, διοικητής πια του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, θυμήθηκε τον επί χρόνια βοηθό του και ουσιαστική ψυχή και καρδιά του Σώματος, Ντάγκλας Χέιγκ, και τον καλεί εσπευσμένα κοντά του.

Ο Μεγάλος Πόλεμος βρήκε λοιπόν τον Χέιγκ διοικητή της 1ης Στρατιάς του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, κάτω μόνο από τον στρατάρχη Φρεντς. Μέχρι τα τέλη του 1915 όμως ήταν σαφές σε όλους, από τη στρατιωτική ως και την πολιτική ηγεσία, πως ο Φρεντς ήταν εντελώς ακατάλληλος για τα αξιώματά του, κι έτσι τον Δεκέμβριο του 1915 ο Χέιγκ τοποθετείται άρον-άρον στη θέση του. Κι αυτό γιατί στους πρώτους μήνες του πολέμου, ο Σκοτσέζος είχε αποκτήσει τρομακτική φήμη για τους δαιμόνιους χειρισμούς των δυνάμεών του. Αλλά και ο ίδιος έκανε ό,τι μπορούσε για να διαβάλει τον ανώτερό του Φρεντς.

Περνά λοιπόν αμέσως με τα στρατεύματά του στη Γαλλία και το Βέλγιο και με μεγάλο κόστος καταφέρνει να ανακόψει την προέλαση των Γερμανών (Πρώτη Μάχη του Υπρ). Οι δυο πλευρές οχυρώνουν τις θέσεις τους και κανείς δεν κουνιέται. Ο πόλεμος έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο και στην απόπειρά του να ταράξει τα βαλτωμένα νερά του Δυτικού Μετώπου και να αποφορτίσει την πίεση των Γάλλων στο Βερνέν, σκέφτεται μια επίθεση στο Σομ.

Η μάχη του Σομ

Η μάχη του Σομ θα ξεκινήσει την 1η Ιουλίου 1916, όταν ο Σερ Ντάγκλας Χέιγκ και ο γάλλος ομόλογός του, στρατηγός Ζοζέφ Ζοφρ, πιάστηκαν σχεδόν στα χέρια επειδή δεν συμφωνούσαν σε τίποτα, μόνο που σε αυτή την ημερομηνία όφειλαν να τα βρουν.

Η Μάχη του Σομ θα άφηνε στον Χέιγκ 60.000 απώλειες την πρώτη κιόλας μέρα (από τις οποίες οι 20.000 ήταν θάνατοι), τις βαρύτερες απώλειες που μετρούσαν οι Βρετανοί σε ολάκερη την πολεμική τους ιστορία. Κανένα πρόβλημα για τον επικεφαλής στρατηγό, οι χειρισμοί του οποίου στη συγκεκριμένη επίθεση θα τον έκαναν το πιο αμφιλεγόμενο πρόσωπο του Α’ Παγκοσμίου. «Αυτές οι απώλειες δεν μπορούν να θεωρηθούν σοβαρές αν λάβουμε υπόψη τον αριθμό των εμπλεκομένων και το μήκος του μετώπου της επίθεσης», είπε εκείνος αδιάφορα και διέταξε τη δεύτερη προέλαση των αντρών του μέσα στα πυκνά γερμανικά χαρακώματα.

Μετά τη μάχη του Σομ

Και παρά τη σφοδρή κριτική που έχει δεχτεί για το πόσο πρόθυμος εμφανιζόταν να θυσιάζει τους άντρες του, είναι σημαντικό να κρατήσουμε στον νου μας πως η Μάχη του Σομ ήταν εξίσου καταστροφική και για τους Γερμανούς. Μέχρι το φθινόπωρο εξάλλου του 1916, οι δυο πλευρές μετρούσαν αντίστοιχα βαριές απώλειες. Και παρά το γεγονός ότι οι εδαφικές κατακτήσεις ήταν μηδαμινής σημασίας για τους Βρετανούς, ο Χέιγκ κατάφερε να αποφορτίσει την πίεση των γαλλικών γραμμών στο Βερντέν. Γι’ αυτό ίσως και ο βασιλιάς Γεώργιος τον έχρισε στρατάρχη την Πρωτοχρονιά του 1917, καθώς η μέχρι τώρα συμβολή του ήταν ουσιαστική.

Τον Ιούλιο του 1917, μια νέα επίθεση του Χέιγκ (Τρίτη Μάχη του Υπρ ή Μάχη του Πασεντάλε) θα κατέληγε σε ακόμα βαρύτερες απώλειες. Από την άλλη πλευρά, η στρατηγική του Χέιγκ απέδιδε καρπούς και οι εξασθενημένοι Γερμανοί ήταν πια στο χείλος της ήττας, έτοιμοι να δεχτούν τα αποφασιστικά χτυπήματά του το 1918.

Ο Χέιγκ πίστευε ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να κερδηθεί μόνο στο Δυτικό Μέτωπο, μια πεποίθηση που θα του έφερνε τρομερές λογομαχίες με τον υπουργό Πολέμου και πρωθυπουργό από τον Δεκέμβριο του 1916, Λόιντ Τζορτζ. Ο οποίος όχι μόνο σκάρωνε τα δικά του μυστικά πολεμικά σχέδια, αλλά συνωμοτούσε κιόλας κατά του στρατάρχη, μιας και τον εχθρευόταν θανάσιμα και τον θεωρούσε υπαίτιο για τις βαρύτατες βρετανικές απώλειες.

«Το έθνος πρέπει να μάθει να αντέχει τις απώλειες», είπε ο Χέιγκ τον Ιούνιο του 1916, «καμιά ικανότητα των ανώτερων αξιωματικών, καμιά εκπαίδευση, όσο καλή κι αν είναι, των αξιωματικών και των αντρών και καμιά ανωτερότητα των όπλων, όσο καλά κι αν είναι, δεν θα επιτρέψει να κερδηθούν μάχες χωρίς τη θυσία ανθρώπινων ζωών. Το έθνος πρέπει να είναι έτοιμο να δει τις λίστες με τις βαριές απώλειες».

Οι μαζικές γερμανικές αντεπιθέσεις της άνοιξης του 1918 απειλούσαν πια ανοιχτά να συντρίψουν τους Βρετανούς και όλοι είχαν στο στόχαστρο τον Χέιγκ. Μόνο που ήταν η δική του μεγαλόπρεπη κίνηση να εκχωρήσει την αρχιστρατηγία του Δυτικού Μετώπου στον Φερντινάντ Φος και η συντονισμένη αντεπίθεσή του με τους γάλλους συμμάχους μεταξύ Αυγούστου (μάχη της Αμιένης) και Νοεμβρίου 1918 που θα έδιναν τελικά τη νίκη στους Συμμάχους.

Τιμές για την συνεισφορά του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Τόσο τεταμένες ήταν οι σχέσεις του πρωθυπουργού Λόιντ Τζορτζ και του στρατάρχη Χέιγκ που στην πανηγυρική υποδοχή του γάλλου αρχιστράτηγου Φος στο Λονδίνο την 1η Δεκεμβρίου, ο Χέιγκ όχι μόνο επέβαινε στην πέμπτη κατά σειρά άμαξα της πομπής αλλά δεν προσκλήθηκε καν στη δεξίωση των ηρώων του Μεγάλου Πολέμου. Παρά την πικρή μάχη με τον πρωθυπουργό, ο βασιλιάς τον λάτρευε όμως και τον ευγνωμονούσε για την αναντίρρητη συνεισφορά του στη νίκη.

Κι έτσι του χάρισε τίτλο ευγενείας (κόμης), έβαλε και τις δύο βρετανικές Βουλές να τον τιμήσουν και του εκχώρησε κι ένα καταπίστευμα 100.000 λιρών για να περάσει άνετα τα στερνά του ως σερ που ήταν. Σε κάθε πρόταση του Λόιντ Τζορτζ να αναλάβει κάποιο άλλο αξίωμα, ο δαιμόνιος στρατάρχης απαντούσε πάντα αρνητικά, καθώς υποπτευόταν ότι ο πρωθυπουργός ήθελε απλώς να τον βγάλει από τη νευραλγική θέση του διοικητή του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, ακριβώς όπως είχαν κάνει και οι προκάτοχοί του στον στρατάρχη Φρεντς.

Κι έτσι παρέμεινε στη θέση του μέχρι και την απόσυρσή του από τον δημόσιο βίο το 1921. Όχι ότι καταλάγιασε, καθώς τώρα έφτιαχνε νέα σώματα, όπως τη Βασιλική Βρετανική Λεγεώνα, αλλά και τη Βασιλική Στρατιωτική Οδοντιατρική το 1921, καθώς είχε δει από πρώτο χέρι πόσο απαραίτητοι ήταν οι οδοντίατροι στον πόλεμο. Κάποια στιγμή, στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου, τον είχε πιάσει ένας τρομακτικός πονόδοντος και έπρεπε να καλέσουν παριζιάνο οδοντίατρο για τη θεραπεία του, μιας και οι Βρετανοί δεν είχαν οδοντογιατρό. Ο Χέιγκ προσέλαβε κάπου 831 βρετανούς οδοντιάτρους μέχρι το τέλος του πολέμου, αποκτώντας το έμψυχο δυναμικό για να στελεχώσει τη νέα στρατιωτική υπηρεσία το 1921.

Τέλος του Σερ Ντάγκλας Χέιγκ

Ως θριαμβευτής του Μεγάλου Πολέμου έφυγε από τον κόσμο ο δαφνοστεφής σερ Ντάγκλας Χέιγκ στις 28 Ιανουαρίου 1928. Εκείνος, αν εξαιρέσουμε τους πολιτικούς που σιχαινόταν και κάποιους αναλυτές, δεν είχε ακούσει τα όσα θα του καταμαρτυρούσαν αργότερα οι ανηλεείς πολέμιοί του. Ο αμερικανός στρατηγός Τζον Πέρσινγκ, διοικητής του Αμερικανικού Εκστρατευτικού Σώματος του Α’ Παγκοσμίου, είπε πάντως το 1918 πως ήταν ο Χέιγκ «ο άνθρωπος που κέρδισε τον πόλεμο».

Αν ήταν πράγματι λάθη ενός ανθρώπου που δεν έτρεφε καμία εκτίμηση για την ανθρώπινη ζωή ή αν, αντιθέτως, ήταν τραγικά υποπροϊόντα ενός λυσσαλέου πολέμου που γινόταν με πρωτόγνωρα μέσα, η Ιστορία δεν έχει καταλήξει ακόμα. Τουλάχιστον όχι με τον αποφασιστικό και κοφτό τρόπο που θα εκτιμούσε ο στρατηγός.

Πηγή: https://www.newsbeast.gr