Ελλάς, η πόλη που έγινε χώρα

Ελλάς είναι τοπωνύμιο του ελληνικού χώρου, που, ωστόσο, μόνο στα μεταγενέστερα χρόνια συναντιέται με αυτήν την έννοια. Αρχικά ήταν πόλη της Φθιώτιδας στη Θεσσαλία, που ίδρυσε ο Έλληνας, ο γιος του Δευκαλίωνα. όμως, μας είναι άγνωστη η ακριβής τοποθεσία της πόλης.

Ελλάς, πόλη που έγινε χώρα
Ελλάς

Ο Όμηρος αναφέρει ότι η πόλη Ελλάς ανήκει, μαζί με τη Φθία, στην επικράτεια του Αχιλλέα και ήταν έδρα της εξουσίας των Αιακιδών βασιλιάδων. Παράλληλα με το ίδιο όνομα αναφερόταν και η γύρω από την πόλη αυτή περιοχή, ανάμεσα στους ποταμούς Ασωπό και Επινέα, που μαζί με τη Φθία αποτελούσε κράτος του Πηλέα, του πατέρα του Αχιλλέα και των Μυρμιδόνων.

Αργότερα, ονομάστηκε έτσι ολόκληρη η περιοχή, εκτός από την Πελοπόννησο, και ως τη Μακεδονία. Ενώ Μεγάλη Ελλάς ονομαζόταν όλο το μεσημβρινό τμήμα της Ιταλίας και ολόκληρη η Σικελία, όπου βρίσκονταν από τα προϊστορικά χρόνια, ελληνικές αποικίες και πόλεις-κράτη.

Για την ετυμολογία της λέξης «Ελλάς» υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Γλωσσολόγοι αναφέρουν ότι έχει σχέση με τα ονόματα «σέλας», «σελήνη» ή «ελάνη», που σημαίνουν «λαμπάδα», ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι το όνομα «Ελλάς» συγγενεύει με τις λέξεις «ψελλίζω», «σελλίζω», «ελλός», «έλλοψ», και προς τα τοπωνυμικά «Σελλούς» ή «Ελλούς» της Δωδώνης. Ο Ησύχιος υποστηρίζει ότι, ίσως, η ονομασία συγγενεύει με την «Ελλοπία», που απαντά ως τοπωνύμιο πολλών ελληνικών περιοχών, και, ίσως, να παράγεται από την λέξη της λακωνικής διαλέκτου «έλλα», που σημαίνει «έδρα», «πρωτεύουσα».

Ωστόσο, νεότεροι, υποστηρίζουν ως απίθανο να υπήρξε μεμονωμένη πόλη με το όνομα «Ελλάς» και ο Όμηρος με την ονομασία αυτή εννοούσε ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα, από την Πελοπόννησο και πάνω, κατά τον ίδιο τρόπου που χρησιμοποιεί την ονομασία «Άργος» και εννοεί ολόκληρη την Πελοπόννησο. Είναι, ακόμη, χαρακτηριστικό ότι ο Όμηρος δεν χρησιμοποιεί τον όρο «Έλληνες», για να χαρακτηρίσει τους λαούς του ελλαδικού χώρου, αλλά τις ονομασίες: «Δαναοί», «Αργείοι» ή «Αχαιοί». Η λέξη «Έλληνας» μόνο μία φορά απαντάται στα ομηρικά έπη και ακριβώς για να χαρακτηρίσει τους κατοίκους του κράτους του Πηλέα, στη θεσσαλική Ελλάδα. Μια φορά επίσης, απαντάται και ο όρος «Πανέλληνες» στα ομηρικά έπη, που όμως χαρακτηρίζει το σύνολο των κατοίκων του θεσσαλικού λαού υπό τον Αχιλλέα.

Ο όρος «Πανέλληνες», όπως τον ξέρουμε σήμερα, με την έννοια του ελληνικού έθνους, απαντάται τον 7ο αιώνα π.Χ. στον Ησίοδο και τον Αρχίλοχο. Στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. χρησιμοποιούσαν όλοι οι συγγαρφείς τον όρο »Έλληνες», για να δηλώσουν τους κατοίκους όλης της Ελλάδας, με τα σημερινά γεωγραφικά όρια.

Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που αναφέρεται σε μια «Αρχαία Ελλάδα» για την εποχή του και την τοποθετεί ακόμη ψηλότερα από όσο ο Όμηρος, πιο πάνω από τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και, μάλιστα, γύρω από τη Δωδώνη. Η «Αρχαία Ελλάδα» κατά τον Αριστοτέλη ήταν η «περί την Δωδώνην και τον Αχελώον» περιοχή, όπου κατοικούσαν οι «Σελλοί, ενταύθα και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί και νυν δ’ Έλληνες». Ωστόσο, η άποψη αυτή του Αριστοτέλη ξεκινά έναν μύθο που έπλασαν τον 4ο αιώνα π.Χ. οι Μολοσσοί της Ηπείρου για να καταστήσουν πιο έγκυρη την ελληνική καταγωγή τους.

Ο μύθος έλεγε ότι ο Δευκαλίων, ο πατέρας όλων των ανθρώπων του ελλαδικού χώρου, ίδρυσε το μαντείο της Δωδώνης. Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, υιοθετεί αυτόν τον μύθο ως αληθινό και, πολύ περισσότερο, μάλιστα όταν διαπιστώνει ότι ο Όμηρος λέει ότι στην Δωδώνη κατοικούσαν οι «Σελλοί», ονομασία που μπορεί να θεωρηθεί σαν συγγενική με την ονομασία «Έλληνες».

Στοιχεία του Ευκλείδη του Αλεξανδρινού

Ο Ευκλείδης είναι μία από τις σπάνιες περιπτώσεις διανοουμένων στην παγκόσμια κλίμακα. Για το έργο του γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Για τη ζωή του ελάχιστα. Αυτό μπορεί να οφείλεται στη σπουδαιότητα του έργου του για τους συγχρόνους του αλλά και τους μεταγενέστερους. Ο Ευκλείδης ήταν Έλληνας αλλά έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ. Το πιο σημαντικό του έργο είναι τα «Στοιχεία» του. Πολλοί αρχαίοι επιστήμονες των μαθηματικών τεχνών τιτλοφορούσαν τα γραπτά τους με τον όρο «Στοιχεία».

Στοιχεία του Ευκλείδη
Ο Ευκλείδης από λεπτομέρεια σε αναγεννησιακό πίνακα

Ο Ευκλείδης όμως παρουσίασε τα δικά του «Στοιχεία» με τέτοιον τρόπο που υπήρξε ανυπέρβλητος και αποτέλεσε πρότυπο δομημένου επιστημονικού λόγου. Σε αυτό το έργο ο Ευκλείδης κατάφερε να συνδέσει ένα μεγάλο πλήθος μαθηματικών ανακαλύψεων, που έγιναν σε μια μακρά χρονική διαδρομή, με τέτοιον τρόπο, ώστε κάθε μία από αυτές να προκύπτει από τις προηγούμενες με λογικά συνεπή τρόπο, με αιτιολογημένο επιστημονικά λόγο και συλλογισμούς, οι οποίοι να μην αφήνουν λογικά χάσματα και απορίες. Τα «Στοιχεία» διακρίνονται για την αρμονία στη σύνταξη και την παράθεση των θεωρημάτων, για την προσεκτική χρήση βασικών προτάσεων, οι οποίες θεωρούνται αληθείς χωρίς να είναι δυνατόν να αποδειχθούν – για παράδειγμα: από δύο δεδομένα σημεία διέρχεται μία και μοναδική ευθεία- και γι ατην υποδειγματική αξιοποίηση της μεγάλης ανακάλυψης των Ελλήνων της έννοιας της απόδειξης.

Παρά τη σπουδαιότητα των «Στοιχείων», από την εφεύρεση της τυπογραφίας μέχρι το 1952-1953, 500 χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, το έργο αυτό δεν είχε εκδοθεί ποτέ ολόκληρο στη νεότερη ελληνική γλώσσα από Έλληνες για Έλληνες.

Στα «Στοιχεία δεν υπήρχε ένας πρόλογος ή ένα εκτενές σημείωμα, το οποίο να εκφράζει τους σκοπούς του συγγραφέα, ποιες είναι οι δικές του ανακαλύψεις, ποιες είναι οι πηγές του και γενικά να δίνει πληροφορίες που να διαφωτίζουν την ιστορική και τη βιβλιογραφική έρευνα. Το πρώτο βιβλίο αρχίζει με την παράθεση 23 όρων, δηλαδή ορισμών των βασικών εννοιών, όπως είναι το τρίγωνο, η γωνία, ο κύκλος, το σημείο. κτλ. Ακολουθούν 5 αιτήματα, τα οποία είναι αυταπόδεικτες παραδοχές, που επιτρέπουν την κατασκευή των γεωμετρικών σχημάτων. Συνεχίζει με κοινές έννοιες, που σήμερα τα ονομάζουμε «αξιώματα», δηλαδή αναπόδεικτες προτάσεις για να αναπτυχθεί ο συλλογισμός πάνω στην ορθότητα ή μη των υπολοίπων προτάσεων. Στη συνέχεια ακολουθούν μαθηματικές προτάσεις που προκύπτουν ως λογικά επακόλουθα των προηγούμενων προτάσεων, τα αποκαλούμενα «θεωρήματα» και κάποιες δευτερεύουσες προτάσεις, τα «πορίσματα», οι οποίες είναι προτάσεςι που προκύπτουν άμεσα από τα θεωρήματα.

Το ίδιο τρόπο δόμησης ακολουθούν και τα υπόλοιπα δώδεκα βιβλία των «Στοιχείων», χωρίς όμως να εμφανίζονται άλλες κοινές έννοιες. Το 3ο βιβλίο αφιερώνεται στους ασύμμετρους αριθμούς και αποτελεί ένα διαμάντι του θησαυρού των ελληνικών μαθηματικών. Στο 9ο βιβλίο εμφανίζεται ο λεγόμενο ευκλείδειος αλγόριθμος, μια διαδικασία για την εύρεση του μέγιστου κοινού διαιρέτη δύο ή περισσότερων αριθμών. Στο 13ο βιβλίο ο Ευκλείδης αναπτύσσει μια αριστοτεχνική χρήση της μεθόδου της εξάντλησης. Η μέθοδος αυτή συνίσταται στην επ΄άπειρον προσέγγιση σχημάτων από άλλα απλούστερα. Με αυτή τη μέθοδο ο Ευκλείδης απέδειξε ότι τα εμβαδά δύο κύκλων είναι ανάλογα με τα τετράγωνα των διαμέτρων τους. Η μέθοδος της εξάντλησης αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε το οικοδόμημα του ολοκληρωτικού λογισμού δύο χιλιάδες χρόνια μετά τον Ευκλείδη και τον Αρχιμήδη.

Με τα αιτήματα του ο Ευκλείδης εμμέσως πλην σαφώς απαιτεί οι κατασκευές των γεωμετρικών σχημάτων να πραγματοποιούνται με τον κανόνα και τον διαβήτη. Οι απαιτήσεις αυτές έχουν μακρά παράδοση στα ελληνικά μαθηματικά και υποθέτουμε ότι πρόκειται για φιλοσοφικό στόχο των Ελλήνων να αναγάγουν τα πάντα σε ελάχιστες απλές γενικές αρχές, σε έννοιες και ενέργειες, οι οποίες όμως, παρά τη μεταφυσική χροιά που μπορεί να τους αποδοθεί, βασίζονται στην υλική πραγματικότητα της ανθρώπινης κοινωνίας και του φυσικού κόσμου.

Τα «Στοιχεία» περιέχουν συνολικά 465 θεωρήματα και γεωμετρικές κατασκευές, τα οποία συνθέτουν αρμονικά ένα μέρος των ανακαλύψεων των μαθηματικών έως την εποχή του Ευκλείδη, αλλά και του ίδιου του Ευκλείδη.

Ο τελικός σκοπός των «Στοιχείων», σύμφωνα με τους αρχαίους σχολιαστές, πιθανόν να ήταν η μαθηματική απόδειξη της ύπαρξης μόνο 5 κανονικών στερεών, δηλαδή στερεών οι έδρες των οποίων είναι ίσα πολύγωνα, με όλες τις πλευρές και τις γωνίες τους ίσες. Οι Έλληνες θεωρούσαν ότι τα κανονικά στερεά αποτελούν τα ιδεατά πρότυπα των δομικών στοιχείων του Σύμπαντος. Αυτή είναι η αιτία που τα ερεύνησαν επιστημονικά και για τον ίδιο λόγο κατέχουν θέση κατακλείδος στα «Στοιχεία».

Τα «Στοιχεία» του Ευκλείδη έχουν τέτοια αυτονομία και τέτοια πληρότητα που για αιώνες αποτέλεσαν όχι μόνο πρότυπο συγγραφής επιστημονικού έργου αλλά και πηγή εμπνεύσεων και γόνιμων ιδεών και για πνευματική δημιουργία σε θέματα εντελώς άσχετων με τη γεωμετρία.

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης (1855-1936)

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης (9 Νοεμβρίου 1855 – 15 Σεπτεμβρίου 1936) ήταν Έλληνας τραπεζίτης και πολιτικός που κατά τη διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας διετέλεσε οκτώ φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, δύο φορές Πρόεδρος της Βουλής, πρόεδρος της Γερουσίας, Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης, διαδεχόμενος τον παραιτηθέντα Πρίγκιπα Γεώργιο, καθώς και Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Είναι ο μόνος πολιτικός που κατέλαβε τόσα πολλά σημαντικά αξιώματα στην πολιτική σκηνή της σύγχρονης Ελλάδας

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης
Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν δευτερότοκος γιος του Θρασύβουλου Ζαΐμη, κτηματία και πρωθυπουργού της Ελλάδας, και της Ελένης Μουρούζη. Από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από την παλαιά οικογένεια Ζαΐμη και ήταν εγγονός του Ανδρέα Ζαΐμη, ανηψιός του Θεόδωρου Δηλιγιάννη ενώ από την πλευρά της μητέρας του καταγόταν από την φαναριώτικη οικογένεια Μουρούζη και ήταν εγγονός του Αλέξανδρου Μουρούζη. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο Λειψίας, Βερολίνου και Χαϊλδεβέργης, από το οποίο και έλαβε το διδακτορικό του. Στη συνέχεια μετέβη στο Παρίσι όπου και σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Μετά την αποφοίτησή του επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του πολιτεύτηκε στην επαρχία Καλαβρύτων, όπου και πρωτοεκλέχθηκε βουλευτής Καλαβρύτων με την πολιτική μερίδα (κόμμα) του Θ. Δηλιγιάννη.

Βουλευτής Καλαβρύτων εκλέχθηκε επίσης στις περιόδους 1887-1890, 1890-1892, 1895-1898, 1899-1902, 1905-1906, στις Α΄και Β΄Αναθεωρητικές Βουλές (1910, 1910-1911), καθώς επίσης και βουλευτής Αχαΐας και Ήλιδας στην περίοδο 1912-1913. Διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης (1890-1892) και προσωρινός υπουργός Εσωτερικών στις κυβερνήσεις Δηλιγιάννη (Κυβέρνηση Θεόδωρου Δηλιγιάννη 1890, καθώς και την προεδρία της κυβέρνησης (21 Σεπτεμβρίου 1897) από την οποία και παραιτήθηκε στις 2 Απριλίου του 1899.[1] Τέλος ανέλαβε Πρόεδρος της Βουλής στην περίοδο 1895-1898 και μάλιστα δύο φορές, το 1895 και την περίοδο 1896-1897.

2η Πρωθυπουργία

Το 1901, μετά τα αιματηρά επεισόδια των Ευαγγελικών, που συνέβησαν στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου, εξ ου λεγόμενα και Νοεμβριανά, εξ αφορμής της μεταγλώττισης του Ευαγγελίου στη δημοτική, στη «χυδαία γλώσσα» όπως χαρακτηριζόταν τότε και που είχαν ως συνέπεια, την επόμενη ημέρα την παραίτηση του Μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου και την μεθεπόμενη την παραίτηση της κυβέρνησης του Γ. Θεοτόκη, όπου και καθ’ υπόδειξη του τελευταίου που αρνούνταν να υποστηρίξει τον Θ. Δηλιγιάννη, κλήθηκε και πάλι ο Α. Ζαΐμης, (ως αρχηγός κόμματος), να σχηματίσει, για δεύτερη φορά, κυβέρνηση, αναλαμβάνοντας έτσι στις 12 Νοεμβρίου του 1901, σχηματίζοντας την Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη 1901.

Η Κυβέρνηση αυτή διατηρήθηκε μόνο για ένα έτος, κύριο έργο της οποίας ήταν η αποκατάσταση της τάξης την οποία και πέτυχε, καθώς και η δεινή αντιμετώπιση του πολέμου που του άσκησε η ενωμένη τότε αντιπολίτευση.

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης διορίζεται Αρμοστής Κρήτης

Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1906, μετά τις εξελίξεις επί του Κρητικού ζητήματος και μετά από πρόταση του Βασιλιά Γεωργίου του Α΄ ο Α. Ζαΐμης διορίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης, διαδεχόμενος τον παραιτηθέντα προηγουμένως Πρίγκιπα Γεώργιο. Στην Κρήτη αποβιβάστηκε στις 18 Σεπτεμβρίου του 1906 όπου αμέσως αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του και μετά την ορκωμοσία του στο νέο πιο φιλελεύθερο σύνταγμα που συντάχθηκε προσπάθησε και επέτυχε να συνδιαλλάξει τα αντιμαχόμενα μέρη όπως είχαν διαμορφωθεί μετά την επανάσταση του Θερίσσου παρέχοντας γενική αμνηστία.
Ακολούθως συνέχισε το έργο του προκατόχου του στην οργάνωση της διοίκησης της Κρητικής Πολιτείας, ή Πολιτείας των Κρητών όπως λεγόταν, η οποία κατ΄ ουσίαν αποτελούσε «κράτος κατ΄ εντολή» των Μεγάλων Δυνάμεων, υπό την Υψηλή Πύλη, εντός της επικράτειας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, (όπως ήταν η Ηγεμονία Σάμου και η Μολδοβλαχία), δηλαδή χωρίς διπλωματική εκπροσώπηση, ενώ οι κάτοικοι θεωρούνταν επίσημα υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σημαντικό επίσης έργο του Α. Ζαΐμη ήταν η κατόπιν έγκρισης, (σχετικής διακοίνωσης), των Μεγάλων Δυνάμεων οργάνωση της εντόπιας κρητικής πολιτοφυλακής, η λεγόμενη Κρητική Χωροφυλακή, διοικούμενη από Έλληνα αξιωματικό και στελεχωμένη από Έλληνες. Μετά την συγκρότηση αυτής αποχώρησαν από την Κρήτη και τα μέχρι τότε εγκατεστημένα διεθνή στρατεύματα.

Την θέση του Αρμοστή διατήρησε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης μέχρι τις 12 Οκτωβρίου του 1908 όπου και παύθηκε το αρμοστιακό καθεστώς υπό των ίδιων των Κρητών πραξικοπηματικά όταν κήρυξαν την Ένωση της Κρήτης με το Βασίλειο της Ελλάδος, σε συνεννόηση βέβαια με τον τότε Πρωθυπουργό της Ελλάδας Γ. Θεοτόκη.
Σημειώνεται ότι την παραπάνω ημερομηνία ο Α. Ζαΐμης ήταν εκτός Κρήτης, (φέρεται να παραθέριζε κάπου στην Ελλάδα – πιθανόν ενήμερος της μέλλουσας εξέλιξης), όπου και ειδοποιήθηκε να μη επιστρέψει στην Κρήτη.

Διπλωμάτης – τραπεζίτης

Την περίοδο 1913-1914 συμμετείχε σε διάφορες αποστολές στην Ευρώπη και στη συνέχεια την περίοδο 1914 – 1920 διετέλεσε συνδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας μαζί με τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο που παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τις 19 Δεκεμβρίου του 1920.

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Το 1929 εξελέγη γερουσιαστής και εν συνεχεία πρόεδρος της Γερουσίας. Με την παραίτηση Κουντουριώτη στις 9 Δεκεμβρίου του 1929, ο Ελευθέριος Βενιζέλςο πρότεινε τον Αλέξανδρο Ζαΐμη ως τον επόμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Οι Παπαναστασίου και Αργυρόπουλος τάχθηκαν εναντίον της υποψηφιότητας Ζαΐμη. Ο Βενιζέλος δικαιολόγησε την επιλογή του για το πρόσωπο του Ζαΐμη ότι προερχόταν από ιστορική οικογένεια. Επίσης δεν ήταν ανέκαθεν δημοκρατικός, αλλά ήταν όψιμος δημοκρατικός. Κατά την ψηφοφορία στην κοινή συνεδρία των δύο Νομοθετικών Σωμάτων που διεξήχθη στις 11 το πρωί της 14ης Δεκεμβρίου 1929, ψήφισαν 101 γερουσιαστές σε σύνολο 120 και 226 βουλευτές επί συνόλου 250, ο Ζαΐμης εξελέγη με 257 ψήφους. Βρέθηκαν 38 λευκά, 22 με το όνομα Καφαντάρης, 6 με το όνομα Σοφούλης, 2 με το όνομα Κουντουριώτης, 1 με το όνομα Παπαναστασίου και 1 με το όνομα Ρωμανός. Τα λευκά ψηφοδέλτια τα έριξαν οι Λαϊκοι και οι Ελευθερόφρονες. Η εκλογή του Ζαΐμη στην Προεδρία της Δημοκρατίας ήταν ένα σφάλμα, σύμφωνα με τον ιστορικό Δαφνή, καθώς στερείτο δυναμισμού ως άτομο ηλικίας 75 ετών. Επίσης δεν πίστευε στην δημοκρατία μα ούτε και στη Βασιλεία. «Ο Ζαΐμης εδέχθη την προεδρίαν,ίσως διότι, λόγω μακράς παραδόσεως, είχε συνηθίσει να προσφέρει τας υπηρεσίας του όταν δεν ήτο υποχρεωμένος να αναλαμβάνη πρωτοβουλίας[…]ήτο μια ουδετέρα προσωπικότης».Παύθηκε από τον Γ. Κονδύλη στις 10 Οκτωβρίου του 1935, όταν η Βουλή το ίδιο βράδυ τον διόρισε Αντιβασιλέα, καταλύοντας έτσι την Αβασίλευτη Δημοκρατία. .

Το τέλος του Αλέξανδρου Ζαΐμη

Απεβίωσε το επόμενο έτος, στις 15 Σεπτεμβρίου 1936 στη Βιέννη που είχε μεταβεί για οφθαλμολογική θεραπεία. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και ενταφιάστηκε με ιδιαίτερες τιμές στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, στον οικογενειακό τάφο, στις 22 Σεπτεμβρίου, ενώ τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο τότε πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς.

Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης ήταν παντρεμένος αλλά δεν απέκτησε παιδιά. Την πολιτική παράδοση της οικογένειας συνέχισαν τα αδέρφια του και τα ανήψια του.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Ζαΐμης

Ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος (7ος αιώνας π.Χ)

Ο Σημωνίδης, σύγχρονος το Αρχίλοχου, έγραψε ελεγείες και ίαμβους. Πατρίδα του ήταν η Σάμος, αλλά επικράτησε να λέγεται Αμοργίνος επειδή πρωτοστάτησε στην ίδρυση μιας αποικίας στην Αμοργό, όπου και φαίνεται να εγκαταστάθηκε. Στα ποιήματα του ο Σημωνίδης βλέπει τον κόσμο με απαισιοδοξία και συγχρόνως τον σατιρίζει με σκοπό να διορθώσει όσα φαίνονται στραβά.

Ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος
Ο Σημωνίδης ο Αμοργίνος

Ο Σημωνίδης γράφει

Οι χαρακτήρες των γυναικών

Απαξαρχής ο θεός, πολλώ λογιώ την έπλασε

την ψυχή της γυναίκας: άλλη απ΄την ορθότριχη

γουρούνα, κι είναι ανάκατα όλα μες στο σπίτι της,

στη λάσπη βουτηγμένα, κυλισμένα χάμω

κι αυτή της άλουστη και λεροφορεμένη

μες στις κοπριές καθήμενη όλο και παχαίνει.

Την άλλη από αλεπού την έπλασε πανούργα

ο θεός, κι όλα τα ξέρει, μήτε το κακό

της ξεφεύγει ποτέ μηδέ και το καλύτερο

κι έτσι που αλλάζει όλην την ώρα διάθεση,

μια έχει καλό και μια κακό στο στόμα της.

Την άλλη οι Ολύμπιοι θεοί την πλάσαν από χώμα

και στον άντρα της την έδωσαν βλαμμένη, τι ούτε

κακό κι ούτε κακό η γυναίκα αυτή κατέχει

η μόνη απ΄τις δουλειές που ξέρει είναι να τρώει.

Ακόμα κι αν ο θεός στείλει χιονιά, στο τζάκι,

το σκαμνί δε φέρνει πιο κοντά, κι ας τρέμει.

Η άλλη απ΄τη θάλασσα έγινε, διπρόσωπη,

γελάει την μιαν ημέρα κι είναι όλο χαρές,

κι όποιος τη δει στο σπίτι της την παίνεψε:

«Άλλη καλύτερη γυναίκα δεν υπάρχει

μέσα στον κόσμο, ουδέ και πιο όμορφη».

Την άλλη δε βαστιέται μήτε να τη δει

μηδέ σιμά να πάει κανείς, φρενιάζει

σαν άγρια σκύλα γύρω στα κουτάβια της

κι ή οχτρός ή φίλος μάτια να τη δει

κανείς δεν έχει, τόσο που ΄ναι αβάσταχτη.

Την άλλη από μαϊμού την έπλασε – κακό

το πιο τρανό που ο Δίας εχάρισε στους άντρες

πιο ασκημομούρα άλλη δεν έχει ο κόσμος όλος,

στους δρόμους σα γυρνάει, στα γέλια σκάζει.

Καλό δεν κάνει σε κανέναν, μονάχα

μέρα και νύχτα τούτο μόνο διαλογίζεται

σαν τι κακό να κάνει πιο μεγάλο.

Την άλλη από τη μέλισσα, χαρά στον άντρα

που πάρει! Η κατηγόρια μόνο αυτήν δεν πιάνει,

κι ανθεί το βιος τους και προκόβει απ΄ αφορμή της.

Κι ως αγαπιέται κι αγαπάει κι αυτή τον άντρα της,

γερνάει κι αφήνει σόι καλό και παινεμένο.

Μες στις γυναίκες όλες ξεχωρίζει πρώτη,

κι ολόγυρα της χάρη από θεού χυμένη.

Κι ουδέ που βρίσκει νοστιμιά να κάθεται

μ΄άλλες γυναίκες και να λέει παλιόλογα.

Απ΄τις γυναίκες που χαρίζει ο Δίας στους άνδρες

αυτές οι πιο καλές οι μυαλωμένες.

Ο Αριστοφάνης (452π.Χ.-388π.Χ.)

Ο Αριστοφάνης, ο κωμικός αυτός ποιητής, γεννήθηκε το 452 ή 455π.Χ. στα πιο λαμπρά και πιο ειρηνικά χρόνια της Αθήνας, τον καιρό του Περικλή. Η επαφή του αφ’ ενός με τον Όμηρο, τον Ησίοδο, την χορική, τη λυρική και τη δραματική ποίηση και αφ’ ετέρου η παρατήρηση των σύγχρονων κοινωνικών δρώμενων και της ζωής των απλών Αθηναίων σφράγισαν την προσωπικότητα του και την ποιητική του φυσιογνωμία. Στα έργα του παρελαύνουν σημαντικοί άνδρες Αθηναίοι, όπως ο Ευριπίδης, ο Σωκράτης, ο Κλέων. Επίσης αποτυπώνονται γεγονότα και καταστάσεις που σημάδεψαν το κλεινόν άστυ.

Ο Αριστοφάνης
Ο Αριστοφάνης

Φαίνεται ότι ανήκε στην τάξη των μικροκτηματιών και μικροτεχνιτών, και ένιωσε αμεσότερα από οποιονδήποτε άλλον την φθορά που προξένησε ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Απέδιδε τις συμφορές που είχαν βρει την Αθήνα στους πολεμοκάπηλους ιθύνοντες του κράτους, που άλλο δεν τους ενδιέφερε από το να μείνουν στην εξουσία ακόμα και σε βάρος της ειρήνης και της ευημερίας του κράτους. Οι απλοί όμως άνθρωποι ανησυχούσαν ιδιαίτερα για την ηθική παρακμή της εποχής τους, την οποία απέδιδαν στις ανατρεπτικές ιδέες των φιλοσόφων. Νοσταλγούσαν τα παλαιότερα χρόνια, όταν όλα έμοιαζαν πιο σταθερά και οι άνθρωποι έδειχναν σεβασμό στις ηθικές αξίες. Επιφανειακά δέχονταν την δημοκρατία, κατά βάθος όμως την απέρριπταν, εφόσον ήταν αδύνατον να ανεχθούν τις σύμφυτες αδυναμίες της. Θα προτιμούσαν την επιστροφή στην εποχή των μαραθωνομάχων, όταν τόσο η διακυβέρνηση του κράτους, όσο και η νοοτροπία των ανθρώπων διέπονταν από αναμφισβήτητους ηθικούς νόμους.

Ο Αριστοφάνης εμφανίζεται στα έργα του ως άνθρωπος συντηρητικών αντιλήψεων, ένθερμος και ειλικρινής θιασώτης της ειρήνης. Η εξαιρετική ευρηματική του σάτιρα στρέφεται εναντίον όλων εκείνων που επιχειρούν να αλλοιώσουν την εικόνα ενός ήρεμου κόσμου, όπως τον ονειρευόταν ο μέσος Αθηναίος πολίτης. Καυτηριάζει και σατιρίζει τους στρατιωτικούς, π.χ. το Λάμαχο, που άλλο δεν επιζητούν παρά τον πόλεμο, του τολμηρούς πολιτικούς, π.χ. τον Κλέωνα, που παρασύρουν τους πολλούς σε επικίνδυνα μονοπάτια, τους σοφιστές, αντιπρόσωπο των οποίων θεωρεί των Σωκράτη, που δίδασκαν μεθόδους πειθούς, κα όχι τρόπους αναζήτησης της αλήθειας, τους δραματουργούς, π.χ. τον Ευριπίδη που έριχναν άπλετο φως σε άγνωστες περιοχές της ανθρώπινης ψυχής και κλόνιζαν καθιερωμένες αξίες.

Εναντίον όλων αυτών υψώνει το ανάστημα του ο αριστοφανικός απλός Αθηναίος, ένας μικροαστός, που παλεύει να προβάλει, με όσες δυνάμεις διαθέτει, τα δικά του αιτήματα. Όταν δεν καταφέρνει να πείσει, τότε καταφεύγει στον κόσμο του φανταστικού, όπου όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν, όπως εκείνος θέλει.

Ο Αριστοφάνης πέθανε το 388π.Χ. λίγο μετά την παράσταση της κωμωδίας του Πλούτος.

Ο Αριστοφάνης, σύμφωνα με την παράδοση, έγραψε συνολικά 44 κωμωδίες, από τις οποίες σώζονται ακέραιες οι εξής 11: Αχαρνής, Ιππής, Νεφάλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Θεσμοφοριάζουσαι, Λυσιστράτη, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσαι και Πλούτος.

Ο Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)

Ο Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασία, 1909-Αθήνα, 1990) ήταν μεγάλος και πολυβραβευμένος Έλληνας ποιητής. Πολλά ποιήματα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε μεγάλο μέρος του έργου του.

Ο Γιάννης Ρίτσος
Ο Γιάννης Ρίτσος

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την 1η Μαΐου του 1909 στην Μονεμβασία. Ήταν γιος κτηματία που ξέπεσε οικονομικά. Νέος ακόμα πήγε στην Αθήνα όπου πέρασε δύσκολα χρόνια γεμάτα στερήσεις και ταλαιπωρίες. Μόλις τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του γράφτηκε στη Σχολή Χορού Μοριάνοβ και για ένα διάστημα συμμετείχε σαν χορευτής στη Λυρική Σκηνή. Η κλονισμένη υγεία του, λόγω των στερήσεων, τον ανάγκασε να αφήσει το χορό και να ασχοληθεί αποκλειστικά με την ποίηση. Για να βιοποριστεί εργαζόταν σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Στην αρχή συνεργάστηκε στη σύνταξη της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας».

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος

Ακολούθησε τη μοντέρνα ποιητική τεχνοτροπία και μακριά από μετρικούς περιορισμούς πλάθει ένα μεγαλόστομο ποιητικό λόγο, ρητορικό πολλές φορές, άλλοτε μελαγχολικό και άλλοτε αισιόδοξο. Αντλεί τα θέματα του από το χώρο των μεγάλων κοινωνικοπολιτικών μετασχηματισμών. Για την πολιτική του τοποθέτηση διώχθηκε. Ο ποιητής όμως δεν εγκατέλειψε ποτέ τους ποιητικούς και κοινωνικούς του οραματισμούς. Οι πολιτικές του απόψεις δεν εμπόδισαν την αναγνώριση της μεγάλης του τέχνης και από ανθρώπους που βρέθηκαν στην αντίθετη με αυτόν πολιτική παράταξη.

Η ανοδική πορεία του Γιάννη Ρίτσου δε σταμάτησε ποτέ. Στα 1934 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ». Το μεγάλο ταλέντο του έβρισκε καθημερινά νέες μορφές έκφρασης. Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες χώρες. Μεταπολεμικά ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε πολλά από τα ποιήματα του, τα οποία τραγουδήθηκαν από ανθρώπους όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Τιμήθηκε με πλήθος Βραβείων όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό.

Το έργο του Γιάννης Ρίτσου

  • Τρακτέρ
  • Πυραμίδες
  • Επιτάφιος
  • Το τραγούδι της αδελφής μου
  • Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα
  • Εαρινή συμφωνία
  • Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο
  • Πρωινό άστρο
  • Η σονάτα του σεληνόφωτος
  • Χρονικό
  • Αποχαιρετισμός
  • Οι γειτονιές του κόσμου
  • Όταν έρχεται ο ξένος
  • Ανυπόταχτη πολιτεία
  • Η αρχιτεκτονική των δέντρων
  • Οι γερόντισσες κ’ η θάλασσα
  • Υδρία
  • Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες
  • 12 ποιήματα για τον Καβάφη
  • Μαρτυρίες
  • Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού
  • Φιλοκτήτης
  • Ρωμιοσύνη
  • Ορέστης
  • Όστραβα
  • Ελένη
  • Χειρονομίες
  • Τέταρτη διάσταση
  • Η επιστροφή της Ιφιγένειας
  • Χρυσόθεμις
  • Ισμήνη
  • Ο αφανισμός της Μήλου
  • Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο
  • Καπνισμένο τσουκάλι
  • Κωδωνοστάσιο
  • Χάρτινα
  • Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη
  • Η Κυρά των Αμπελιών
  • Η τελευταία προ Ανθρώπου Εκατονταετία
  • Τα επικαιρικά
  • Ημερολόγιο εξορίας
  • Μονεβασιώτισσες
  • Το τερατώδες αριστούργημα
  • Φαίδρα
  • Τα ερωτικά
  • 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας

Ο Άγγελος Σικελιανός (1884-1951)

Ο Άγγελος Σικελιανός (Λευκάδα, 15 Μαρτίου 1884 – Αθήνα, 19 Ιουνίου 1951) ήταν ένας από τους μείζονες Έλληνες παραδοσιακούς ποιητές. Το έργο διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο.

Ο Άγγελος Σικελιανός
Ο Άγγελος Σικελιανός

Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στη Λευκάδα. Ο πατέρας καταγόταν από την Κεφαλλονιά και η μητέρα του από τη Ήπειρο. Στη Λευκάδα τελείωσε το Γυμνάσιο και μετά πήγε στην Αθήνα να σπουδάσει νομικά χωρίς όμως να πάρει το πτυχίο του. Στα είκοσι του πηγαίνει στην Αφρική. Στη λυβική έρημο κατασκηνώνει και γράφει το μεγαλόπνοο ποίημα του ο «Αλαφροΐσκιωτος». Από το έργο αυτό προβάλλει έντονα η ρωμαλέα, η τιτανική μορφή του Σικελιανού. Από το λυβικό τοπίο υμνεί την ελληνική φύση γιατί εκεί του δίνεται μοναδικά το στοιχείο της αντίθεσης. Υμνεί τον ελληνικό χώρο και θα τον υμνεί όσο ζει, γιατί ο Σικελιανός στάθηκε ένας φανατικός πατριδολάτρης, ένας ελληνολάτρης ανεπανάληπτος, που πάλεψε και προσπάθησε να δώσει μέσα από το έργο του το υψηλό νόημα της ενότητας του ελληνισμού.

Ο Άγγελος Σικελιανός και η Δελφική Ιδέα

Ο Άγγελος Σικελιανός δεν λείπει από κανένα εθνικό προσκλητήριο. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους. Παράλληλα έγραφε ποιήματα και εμψύχωνε τους μαχόμενους. Αργότερα μαζί με τη σύζυγό του προσπαθεί να αναβιώσει την Δελφική Ιδέα. Θέλει να κάνει τους Δελφούς, όπως ήταν στην αρχαιότητα, κέντρο της Γης. Οι οραματισμοί του τον οδήγησαν στην ιδέα να ξαναζήσουν οι Αμφικτιονίες, ν’ αδελφώσει τους λαούς, να δημιουργήσει μια παγκόσμια συμφιλίωση. Οργανώνει τις «Δελφικές Εορτές» με αποκλειστικά δικά του έξοδα. Καλεί πνευματικούς ανθρώπους και καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο και εκεί στο αρχαίο θέατρο των Δελφών δίνονται παραστάσεις, αρχαίων τραγωδιών. Μαζεύονται καλλιτέχνες και κοινό απ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Οραματισμοί ανεδαφικοί αλλά οπωσδήποτε και για ένα διάστημα η Ελλάδα γίνεται το επίκεντρο των όπου Γης σκεπτόμενων ανθρώπων.

Ο Άγγελος Σικελιανός στάθηκε ένας μεγάλος μάστορας του στίχου, ένας γεννημένος μεγάλος ποιητής. Φωνή λυρική και ρωμαλέα, στίχος στιβαρός, λιτός και ξεκάθαρος, γλώσσα δημοτική. Τα θέματα του αγκαλιάζουν την πατρίδα, την έξοχη ελληνική φύση, την ιδέα της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας. Ο ποιητής με τη δεξιοτεχνία του άλλοτε χρησιμοποιεί παραδοσιακές και άλλοτε μοντέρνες ποιητικές φόρμες, πάντα όμως κινείται με την άνεση που του δίνει το πλούσιο, το πληθωρικό, το σπάνιο ταλέντο του. Γράφει και έμμετρες τραγωδίες. Και σε αυτές ο Σικελιανός κυριαρχείται από τη Δελφική Ιδέα, είναι αισιόδοξος, είναι οραματιστής, πιστεύει στην Ελλάδα. Δεν είναι επιδερμικός. Δεν είναι ρηχή η ποίηση του. Ο Σικελιανός φιλοσοφεί. Πολλές φορές γίνεται δύσκολος, αλλά παραμένει πάντα ο μεγάλος των ελληνικών γραμμάτων. Πέθανε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 1951.

Το έργο του Άγγελου Σικελιανού

  • «Αλαφροΐσκιωτος»
  • «Πρόλογος στη ζωή»
  • «Στίχοι»
  • «Το Πάσχα των Ελλήνων»
  • «Αντίδωρο»
  • «Λυρικός Βίος»
  • «Διθύραμβος του Ρόδου»
  • «Η Σίβυλλα»
  • «Ο Χριστός στη Ρώμη»
  • «Ο θάνατος του Διγενή»
  • «Ο Ασκληπιός»
  • «Η Δελφική Ιδέα»
  • «Η Δελφική Ένωση»

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης (1938-1957)

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης (Τσάδα Πάφου, 26 Φεβρουαρίου 1938 – Λευκωσία, 14 Μαρτίου 1957) ήταν Ελληνοκύπριος αγωνιστής.

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης
Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Ο αγωνιστής Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης γεννήθηκε στην Τσάδα της Πάφου, στις 26 Φεβρουαρίου 1938. Ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας του Μιλτιάδη. Στην οικογένεια του Ευαγόρα ανήκει – δεύτερος ξάδερφος – και ο Στέλιος Μαυρομμάτης.

Πέρασε τις 6 τάξεις του Δημοτικού σχολείου με άριστα. Την 1η Απριλίου 1953, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης πρωταγωνιστεί σε διάφορες διαδηλώσεις κατά των Άγγλων. Συγκεκριμένα, στις 2 Ιουνίου θα γινόταν η στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ. Στην Αγγλία και σε όλες τις αποικίες γίνονταν προετοιμασίες για το μεγάλο γεγονός. Στην Πάφο στο «Ιακώβιο Γυμναστήριο» αναρτάται η αγγλική σημαία, γεγονός που εξοργίζει τους μαθητές. Παραμονή της στέψης, οι μαθητές της Πάφου και οι φοιτητές του Λιασιδίου Κολεγίου οργάνωσαν διαδήλωση με αίτημα να υποσταλεί η αγγλική σημαία και να εκκενωθεί το γήπεδό τους από στρατιώτες και αστυνομικούς. Ο 15χρονος τότε Ευαγόρας αναρριχάται στον ιστό, κατεβάζει και σκίζει την αγγλική σημαία: το γεγονός αυτό έδωσε το έναυσμα για επέκταση των διαδηλώσεων.

Οι μαθητές και το πλήθος συγκρούονται με την αστυνομία, η οποία ενισχύεται από Τούρκους. Ο διοικητής στέλνει διαταγή να αποσυρθούν οι αστυνομικοί, γιατί δεν έπρεπε η στέψη της βασίλισσας να αμαυρωθεί με αίμα. Έτσι οι μαθητές παρέσυραν ό,τι είχε σχέση με τους εορτασμούς για την στέψη. Η Πάφος έγινε το μόνο μέρος όπου δεν γιορτάστηκε η στέψη. Ο Ευαγόρας συνελήφθη, αλλά αφέθηκε ελεύθερος λόγω της μικρής του ηλικίας.

Σε ηλικία 17 χρόνων, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης εγκατέλειψε το σχολείο και εντάχθηκε στις αντάρτικες ομάδες της ΕΟΚΑ. Στις 17 Νοεμβρίου 1955 οι μαθητές του Γυμνασίου συγκεντρώθηκαν και προετοίμαζαν μια διαδήλωση από τις γνωστές που οργάνωνε η ΑΝΕ (Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ) ως αντιπερισπασμό. Οι στρατιώτες είχαν διαταγή να πυροβολήσουν αδιάκριτα τους διαδηλωτές. Ο Ευαγόρας συλλαμβάνεται και οδηγείται στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι συμμετείχε παράνομα σε οχλαγωγίες. Ο Ευαγόρας δεν παραδέχτηκε την κατηγορία και η δίκη αναβλήθηκε για τις 6 Δεκεμβρίου. Ήταν η αρχή του τέλους.

Στις 18 Δεκεμβρίου 1956 μαζί με άλλους 2 συναγωνιστές του μετέφεραν όπλα και τρόφιμα από τη Λυσό. Ξαφνικά βρέθηκαν αντιμέτωποι με αγγλική περίπολο. Οι 2 συναγωνιστές του Ευαγόρα κατάφεραν να διαφύγουν, αλλά ο ίδιος συνελήφθη. Στην κατοχή του είχε ένα οπλοπολυβόλο Μπρεν γρασαρισμένο. Ήταν συνεπώς ανέτοιμο για να χρησιμοποιηθεί. Επίσης κουβαλούσε 3 γεμιστήρες γεμάτες.

Κατηγορήθηκε για κατοχή και διακίνηση οπλισμού και μεταφέρθηκε στη Λευκωσία και η δίκη ορίζεται για τις 25 Φεβρουαρίου. Στη δίκη του ο Παλληκαρίδης δεν άφησε περιθώρια στους δικηγόρους του να τον υπερασπιστούν, αφού παρά τις αντιρρήσεις τους παραδέχθηκε την ενοχή του: «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο».

Την επόμενη μέρα της καταδίκης του Παλληκαρίδη, οι μαθητές του Γυμνασίου Πάφου απείχαν από τα μαθήματά του σε ένδειξη διαμαρτυρίας και έστειλαν τηλεγράφημα στον Χάρτινγκ, με το οποίο του ζητούσαν να απονεμηθεί χάρη στον Ευαγόρα. Όλος ο κόσμος αρχίζει μια προσπάθεια να σώσει τον νεαρό μαθητή. Η Ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να αποτρέψει την εκτέλεσή του. Η Κυπριακή αδελφότητα Αθηνών ζητά προσωπική παρέμβαση του βασιλιά Παύλου. Η Βουλή των Ελλήνων στέλνει τηλεγραφήματα προς την Βουλή των Κοινοτήτων και τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος, ο Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Γεννάδιος, ο δήμαρχος Λευκωσίας κ. Δέρδης, 40 Εργατικοί Άγγλοι βουλευτές, συντεχνίες, ο Αρχιεπίσκοπος Νοτίου Αφρικής Νικόδημος, ο Αμερικανός Γερουσιαστής Fulton, απλοί πολίτες προσπαθούν να ματαιώσουν αυτή την εκτέλεση. Ο Χάρτινγκ όμως και η Αγγλική διπλωματία απορρίπτει την απονομή χάριτος.

Ο Ευαγόρας στο τελευταίο γράμμα του δηλώνει: «Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ‘ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί».

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ευαγόρας_Παλληκαρίδης

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872-1923)

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης (13 Μαρτίου 1872 – 1 Ιουλίου 1923) ήταν Έλληνας συγγραφέας και μεταφραστής, σημαντικός εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής.

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Ο λογοτέχνης Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, που γεννήθηκε στην Κέρκυρα, ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, – πατέρας του ήταν ο Μάρκος Θεοτόκης και μητέρα του η Αγγελική Πολυλά (ξαδέρφη του λόγιου Ιάκωβου Πολυλά)- τα μέλη της οποίας ασχολήθηκαν με την πολιτική και τη διπλωματία ήδη από τον 14ο αι..Φοίτησε στο «Εκπαιδευτήριο Καποδίστριας», στη συνέχεια στο «Κερκυραϊκό Γυμνάσιο» και τέλος έκανε τις ανώτατες σπουδές του στο Παρίσι, παρακολουθώντας μαθήματα φιλολογίας, μαθηματικών, ιατρικής και χημείας, χωρίς ωστόσο να λάβει κανένα δίπλωμα. Εκτός όμως της γαλλικής γλώσσας σπούδασε αγγλική, γερμανική, ιταλική και λατινική, καθώς και σανσκριτική. Έτσι πολύγλωσσος από νεαρά ηλικία (γνώριζε ακόμη αρχαία περσικά, αρχαία ελληνικά και εβραϊκά) ασχολήθηκε πέραν της πεζογραφίας με τη μετάφραση και την ποίηση. Σε ηλικία 19 ετών έγραψε στη γαλλική το πρώτο του έργο, το «La vie des Montagnes».

Το 1889 ξεκινά τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, ενώ δύο χρόνια αργότερα καταφεύγει στη Βενετία για οικονομικούς λόγους, όπου και γνωρίζει την βαρώνη Ερνεστίνη φον Μάλοβιτς. Ύστερα από αντιρρήσεις του πατέρα του την παντρεύεται δύο χρόνια αργότερα και αποκτά μαζί της μία κόρη.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1895 εγκαταστάθηκε στη Κέρκυρα, στον εξοχικό πύργο των Καρουσάδων. Συνδέθηκε με τον ποιητή Μαβίλη και προσχώρησε από τους πρώτους στο κίνημα του δημοτικισμού. Από τότε φαίνεται ότι ασπάστηκε τις πρώτες σοσιαλιστικές ιδέες, από τις οποίες και διακρίνονται τα έργα του. Συμμετείχε στην επανάσταση της Κρήτης το 1896 ως εθελοντής και στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 στη Θεσσαλία, επικεφαλής δικού του σώματος. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έλαβε ενεργό μέρος στο κίνημα της Θεσσαλονίκης. Τότε και απώλεσε ολόκληρη την προικώα περιουσία του στην Αυστρία (1917) οπότε και αναγκάσθηκε να δουλέψει αναλαμβάνοντας το γραφείο λογοκρισίας παντός εντύπου και αλληλογραφίας, θέση που διατήρησε για λίγο χρόνο.

Στην ελληνική λογοτεχνία η πεζογραφία του Κ. Θεοτόκη είχε σημαντική προσφορά. Στα εκτενή διηγήματά του: Η τιμή και το χρήμα, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Ο κατάδικος και Οι σκλάβοι στα δεσμά τους διακρίνεται η δραματικότητα της αφήγησης και η ρεαλιστική απόδοση της ζωής σε μια ηθογραφική ατμόσφαιρα, που διαπνέεται και από φιλοσοφική διάθεση. Τα σύντομα διηγήματά του, τα οποία δημοσιεύτηκαν στην αρχή στο περιοδικό Τέχνη του Κ. Χατζόπουλου και στον Νουμά, και που αργότερα κυκλοφόρησαν με τον τίτλο Κορφιάτικες ιστορίες, αποδίδουν με απλότητα και λιτότητα την κερκυραϊκή ζωή της εποχής, με εικόνες αδρές και σκληρές. Γεγονός είναι ότι υπήρξε επηρεασμένος από τον Νίτσε από την πρώιμη περίοδο της συγγραφικής του δραστηριότητας, όταν έγραψε πεζογραφήματα όπως Το Πάθος (1899) και διηγήματα όπως το Πίστομα. Στη ποιητική του συγγραφή κυριαρχούν οι μεταφράσεις του Σαίξπηρ που απέδωσε έμμετρα την Τρικυμία, τον Μάκβεθ, τον Βασιλιά Ληρ και τον Οθέλλο. Επίσης μετέφρασε τα Γεωργικά του Βιργιλίου, τον Έρμαν και Δωροθέα του Γκαίτε, τον Φαίδωνα του Πλάτωνα, και από τη σανσκριτική τα: Σακούνταλα, Μαλαβίκα και Αγνημίτρα. Έγραψε επίσης και μερικά σονέτα που διακρίνονταν για τη λεπτότητα αισθήματος.

Ο Κ. Θεοτόκης γνωρίζοντας τον σοσιαλισμό, συμμετείχε επίσης στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Ομίλου και του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κερκύρας (1910-1914), ενώ παράλληλα υποστήριξε το κίνημα για τη χειραφέτηση των γυναικών.

Πέθανε στην Κέρκυρα σε ηλικία 51 ετών, τον Ιούλιο του 1923, από καρκίνο.

Μερικά από τα έργα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη

Μυθιστορήματα

  • Vie de montagne
  • Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα
  • Οι σκλάβοι στα δεσμά τους

Νουβέλες

Διηγήματα

  • Το βιο της κυράς Κερκύρας
  • Πίστομα
  • Juventus Mundi
  • Ακόμα;
  • Κασσώπη
  • Κάιν
  • Απελλής
  • Τίμιος κόσμος
  • Η ζωή του χωριού
  • Η παντρειά της Σταλαχτής
  • Οι δυο αγάπες
  • Αμάρτησε;
  • Αγάπη παράνομη
  • Ο παπά Ιορδάνης Πασίχαρος και η ενορία του (ανολοκλήρωτο)
  • Η χάση του κόσμου. Το όνειρο του Σατνή.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κωνσταντίνος_Θεοτόκης

Έλληνας και Γραικός

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η περιοχή της Αρχαίας Δωδώνης και των σημερινών Ιωαννίνων είναι η κοινή κοιτίδα αφενός των Ελλήνων αφετέρου των ονομάτων Έλληνας και Γραικός.

Έλληνας και Γραικός

Έλληνες ονομάζονταν αρχικά μόνον οι κάτοικοι μιας μικρής περιοχής της κεντρικής Eλλάδας, της Θεσσαλικής Φθίας. Aυτή γνωρίζει ο Όμηρος ως Ελλάδα. Aχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Aρ­­γείοι είναι τα ονόματα που χαρακτηρίζουν τους Έλληνες στον Όμηρο, καθώς επίσης και το όνομα Πανέλληνες.

Tον 7ο αι. η ονομασία Πανέλληνες έχει επικρατήσει, κάτι που συναντάμε στο έργο του Ησίοδου και του Αρχίλοχου. Από το Παν-έλληνες αποσπάστηκε και γενικεύθηκε η ονομασία Έλληνες / Έλλην, εξ ού και ο τονισμός Έλλην αντί Ελλήν / Ελλάν.

Ο Θουκυδίδης, σχολιάζοντας την ποικίλη ονομασία των Eλλήνων, αναφέρει (A΄, 3): «πολλῷ γὰρ ὕστερον ἔτι καὶ τῶν Tρωικῶν γενόμενος [ενν. ο Όμηρος] οὐδαμοῦ τοὺς ξύμπαντας ὠνόμασεν [ενν. Έλληνες] οὐδ’ ἄλλους ἢ τοὺς μετ’ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἵπερ καὶ πρῶτοι Ἕλληνες ἦσαν, Δαναοὺς δὲ ἐν τοῖς ἔπεσι καὶ Ἀργείους καὶ Ἀχαιοὺς ἀνακαλεῖ».

Ο Αριστοτέλης γράφει ότι κοντά στη Δωδώνη «ώκουν οι Σελλοί και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δε Έλληνες. Οι Αλεξανδρινοί θεώρησαν τις δύο ονομασίες ταυτόσημες. Οι Λατίνοι υιοθέτησαν τη λέξη Γραικός. Για τους λόγους αυτής της προτίμησης τους είχαν αναπτύξει ποικίλες θεωρίες. Παλαιότερα είχε υποστηριχθεί ότι από την ευβοϊκή πόλη Γραία μεταφέρθηκε το όνομα στην Κύμη, αποικία στην Ιταλία, από όπου διαδόθηκε ευρύτερα. Όμως νεότερες έρευνες έδειξαν ότι το όνομα μεταδόθηκε στην Ιταλία από τις ηπειρωτικές ακτές της Αδριατικής.

Περαιτέρω, η γενίκευση τής ονομασίας Έλληνες (από τον 6ο αι.) έγινε μέσα από τους θεσμούς που ένωναν και χαρακτήριζαν όλους τους κατοίκους τής Eλλάδας, δηλ. μέσα από τα κοινά ιερά (Δελφών και Oλυμπίας) και τους πανελλήνιους αγώνες, ιδίως τους Ολυμπιακούς, μέσα από την αίσθηση της κοινής για όλους τους Έλληνες γλώσσας, από την ενιαία ταύτιση των Ελλήνων στις πολυάριθμες αποικίες που ίδρυσαν εκτός Eλλάδος και, γενικά, μέσα από χαρακτηριστικά εθνικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, ηθικά, μορφωτικά, που ξεχώριζαν τους Έλληνες ως ενιαίο εθνικό σύνολο από άλλα έθνη, όπως ήταν οι λεγόμενοι βάρβαροι.

Στους αλεξανδρινούς χρόνους Έλληνες και Eλληνίζοντες και Eλληνιστές ονομάζονται αυτοί που μιλούν την ελληνική γλώσσα και μάλιστα, από τον 1ο αι. π.X., την απλοποιημένη Αλεξανδρινή Kοινή έναντι της Aττικής (αττικισμός), που άρχισαν να γράφουν και να μιλούν τότε οι λόγιοι.

Το όνομα Γραικός απέκτησε καθολική χρήση κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Μάλιστα στη Σύνοδο της Φλωρεντίας, λίγο πριν τη άλωση της Κωνσταντινούπολης, αναφέρεται ότι συνήλθαν «Λατίνοι τε και Γραικοί», όπου το Γραικός είναι συνώνυμο του ελληνορθόδοξου.

Μέχρι της επικρατήσεως του χριστιανισμού το όνομα Έλληνες είναι απλό εθνικό. Με τον χριστιανισμό το Έλληνες παίρνει αρχικώς τη σημασία «ειδωλολάτρες, εθνικοί», αυτοί που πι­­στεύουν σε πολλούς θεούς, άρα οι μη (μονοθεϊστές) χριστιανοί και Iου­δαίοι. Αργότερα το όνομα Έλληνες σημαίνει γενικότερα τους «μη χριστιανούς» (Έλληνες και άλλους), ενώ οι κάτοικοι της Ελλάδας καλούνται Ελλαδικοί.

Οι Bυζαντινοί Έλληνες χριστιανοί, ιδίως ο κλήρος, τηρούν συχνά και για πολλούς αιώνες στάση καχυποψίας και δυσπιστίας προς την ελληνική παιδεία, που κατά βάθος τη θεωρούν αντιχριστιανική. Ωστόσο, ήδη στο Βυζάντιο, ιδίως από τον 7ο αι. κ. εξ. αρχίζει να χρησιμοποιείται σποραδικά ο όρος Έλλην.

Μετά την Επανάσταση του 1821, όλο και αποκλειστικότερα χρησιμοποιήθηκε το όνομα Έλληνας, όχι μόνο στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους, αλλά και διεθνώς.

Πηγή: https://www.babiniotis.gr