Σέριφος και Σίφνος, το αρχαίο «Ελντοράντο»

Αντικριστές, στη μέση της «δυτικής παράταξης» των Κυκλάδων, η Σέριφος και η Σίφνος απέχουν 73 μίλια από τον Πειραιά η πρώτη και 79 η δεύτερη. Η Σέριφος είναι ορεινή με παραγωγή κρασιού και σταφυλιών. Πρωτεύουσα της είναι μεσόγεια ομώνυμη Σέριφος ή Χώρα και λιμάνι το Λιβάδι, στο μυχό του κόλπου, στην ανατολική πλευρά του νησιού.

Σέριφος και Σίφνος, το αρχαίο «Ελντοράντο»
Λεπτομέρεια από τη σύνθεση Γιγαντομαχίας στη ζωφόρο του Θησαυρού των Σιφνίων στους Δελφούς

Η Σίφνος είναι γνωστή για τα κεραμικά της. Δική της πρωτεύουσα είναι η μεσόγεια Απολλωνία, της οποίας συνέχεια είναι οικισμός Αρτεμώνας. Λιμάνι του νησιού είναι οι Καμάρες.

Η Σέριφος του Περσέα

Οι άμεσοι απόγονοι του Δαναού οι δίδυμοι Ακρίσιος και Προίτος, άρχισαν από νωρίς να τσακώνονται. Όταν μεγάλωσαν ο Ακρίσιος έγινε βασιλιάς του Άργους. Παντρεύτηκε την Ευρυδίκη, κόρη του Λακεδαίμονα, και ετοιμάστηκε να γίνει γενάρχης κραταιάς δυναστείας. Έκανε όμως κόρη και απευθύνθηκε στους Δελφούς ρωτώντας τι πρέπει να κάνει για να αποκτήσει αρσενικούς απογόνους.

Ο χρησμός έλεγε ότι θα πεθάνει από τον εγγονό του. Ο Ακρίσιος έχοντας χάσει κάθε επιθυμία να αποκτήσει άλλους απογόνους και για να μην πάθει κάτι από τα παιδιά της Δανάης έβαλε και του έφτιαξαν ένα χάλκινο δωμάτιο, το έχωσε βαθιά μέσα στη γη και έκλεισε εκεί την όμορφη κόρη του.

Ο Δίας, όμως, είδε την Δανάη και την πόθησε. Μεταμορφώθηκε σε χρυσή βροχή, πέρασε από τα ανοίγματα του υπόγειου κελιού, ξαναπήρε τη μορφή του, κατέκτησε τη Δανάη και έφυγε. Στους εννιά μήνες γεννήθηκε ο Περσέας. Ο Ακρίσιος πήρε μάνα και γιο και τους έκλεισε σε μια λάρνακα και τους έριξε στη θάλασσα. Η λάρνακα μπλέχτηκε στα δίχτυα ενός ψαρά της Σερίφου, που την ανέσυρε, την άνοιξε και έσωσε μητέρα και παιδί. Δανάη και Περσέας έζησαν στην Σέριφο. Οι κάτοικοι της Σερίφου καμαρώνουν γι΄αυτό. Όσο για τον χρησμό των Δελφών, επαληθεύτηκε.

Η Σέριφος ανά τους αιώνες

Στα αρχαϊκά χρόνια η Σέριφος δέχτηκε Ίωνες αποίκους από την Αττική. Το νησί πάντα ήταν σύμμαχος ή φόρου υποτελές των Αθηναίων. Είχε την ίδια τύχη με τα άλλα νησιά των Κυκλάδων και επί ρωμαϊκής εποχής ήταν τόπος εξορίας. Το 1207 πέρασε στα χέρια των Βενετών.

Τον 14ο αιώνα, γνώρισε άνθηση χάρη στην εκμετάλλευση των πλούσιων σε σιδηρομεταλλεύματα κοιτασμάτων της. Όταν το 1537 έπεσε το νησί ο ναύαρχος Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, ερημώθηκε. Στα 1600, ιδρύθηκε εκεί το καστρομονάστηρο των Ταξιαρχών, στο οποίο, από το 1611, λειτούργησε σχολείο.

Το «Ελντοράντο» της Σίφνου

Ιωνική αποικία από τα τέλη του 11ου αιώνα π.Χ., η Σίφνος είχε την ίδια με τα άλλα νησιά των Κυκλάδων ιστορική πορεία μέσα στο χρόνο. Με εξαίρεση τον πλούτο που για περίπου εκατό χρόνια της πρόσφεραν τα ορυχεία της. Ήταν τον 6ο αιώνα π.Χ., όταν οι κάτοικοι της εκμεταλλεύτηκαν το πλούσιο σε χρυσό και ασήμι υπέδαφος του νησιού. Ο «Θησαυρός» των Σιφνίων στους Δελφούς ήταν ονομαστός.

Τα ετήσια έσοδα του νησιού από το εμπόριο χρυσού έφτανα τα εκατό τάλαντα και οι κάτοικοι τα μοιράζονταν μεταξύ τους. Στα τέλη του 6ου αιώνα, η θάλασσα εισέβαλε στα ορυχεία και τα κατέστρεψε. Το ελληνικό «Ελντοράντο» δεν είχε συνέχεια.

Προοδευτικά το νησί περιέπεσε σε αφάνεια. Στα βυζαντινά χρόνια είχε μεταβληθεί σε ορμητήριο πειρατών. Πέρασε στους Βενετούς το 1204, αλλά δύο αιώνες αργότερα η Σίφνος κατακτήθηκε από έναν Ιωαννίτη Ιππότη. Μια δισεγγονή του παντρεύτηκε το 1464 κάποιον Βενετό της οικογένειας Γκοζαντίνι και το νησί βρέθηκε στην κατοχή των Βενετών ως προίκα. Στα 1537, το πήρε ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα.

Μνημειακή τοπογραφία της Σπάρτης

Πληροφορίες για τη μνημειακή τοπογραφία της αρχαίας Σπάρτης παρέχουν οι αρχαίοι συγγραφείς, κυρίως ο Παυσανίας που την επισκέφθηκε περίπου το 160μ.Χ. και αφιέρωσε στη λεπτομερή περιγραφή της επτά κεφάλαια του τρίτου του βιβλίου.

Μνημειακή τοπογραφία της Σπάρτης
Η Αγορά της Σπάρτης με το άγαλμα του Ερμή Αγοραίου, αδριάντα του Δήμου της Σπάρτης και δεξιά την περσική στοά

Η Σπάρτη, στο μέσον της Κοίλης Λακεδαίμονος και στη δεξιά όχθη του ποταμού Ευρώτα, εκτεινόταν σε πεδινή έκταση με ενδιάμεσους λοφίσκους, σαφώς οριοθετημένη από τον Ευρώτα και τα Ρέματα της Μαγουλίτσας και της Μούσγας. Δεν υπάρχουν κατάλοιπα προδωρικού οικισμού στη θέση όπου αναπτύχθηκε η πόλη των ιστορικών χρόνων. Την τελευταία συγκροτούν πέντε κώμες: οι πλησιόχωρες Πιτάνη, Λίμνες, Μεσόα, Κυνόσουρα και οι Αμύκλες νοτιότερα. Η Σπάρτη παρέμεινε σε αυτό το οικιστικό σχήμα ως τα ύστερα ελληνιστικά χρόνια.

Η πόλη παρέμεινε ατείχιστη ως το δεύτερο μισό του 3ου αιώνα π.Χ. οπότε απέκτησε τείχος, στο πλαίσιο αμυντικού προγράμματος του Κλεομένη Γ’. Το τείχος επισκευάστηκε και επεκτάθηκε αρκετές φορές. Στα τέλη του 3ου ή 4ου αιώνα μ.Χ. ο ερχομός των Ερούλων του Αλάριχου έκαναν αναγκαίο τον τον ιδιαίτερο τειχισμό δύο κεντρικών λόφων της Σπάρτης, της Ακροπόλεως και του Παλαιοκάστρου.

Το ελληνιστικό τείχος ήταν κατασκευασμένο από λίθινη κρηπίδα και πλίνθινη ανωδομή, προφυλαγμένη από τη βροχή με το καταστέγασμα του οποίου οι κεραμίδες ήταν ενσφράγιστες. Παρ’ ότι ελάχιστα είναι τα ορατά σήμερα τμήματα του ελληνιστικού τείχους, με περίμετρο 18 σταδίων, η διαδρομή του είναι γνωστή χάρη στις ανασκαφές και στις κεραμίδες του. Στο τείχος υπήρχαν έξι πύλες με κυριότερες τη βόρεια πύλη (βόρεια από την Ακρόπολη), τη βορειοανατολική (κοντά στη σημερινή γέφυρα του Ευρώτα) και τη νότια πύλη, όπου κατέληγε η Αφεταϊς οδός (στα νότια της Σπάρτης, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου). Στις παραπάνω περιοχές υπήρχαν και γέφυρες για τη ζεύξη του ποταμού και των δύο ρεμάτων.

Παρά τον εντυπωσιακό αριθμό των μνημείων της πόλης, που περιέγραψε ο Παυσανίας, λίγα είναι εκείνα που ταυτίζονται σήμερα με βεβαιότητα. Από τα κτίρια και τα ιερά στην Ακρόπολη της Σπάρτης, το σημαντικότερο ήταν το ιερό της πολιούχου Αθηνάς Χαλκιοίκου, που ιδρύθηκε πιθανότατα ήδη από τον 10ο αιώνα π.Χ. Στη νότια πλαγιά του λόφου της Ακρόπολης βρίσκεται το Θέατρο, που κατασκευάστηκε τον 1ο αιώνα π.Χ. Η αρχική σκηνή δεν ήταν μόνιμη κατασκευή, αλλά κινητή με τροχούς ξυλοκατασκευή. Στα τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ. αντικαταστάθηκε με μνημειακή μαρμάρινη σκηνή.

Η Αγορά της πόλης βρισκόταν στο πλάτωμα του Παλαιόκαστρου -ανατολικά από την Ακρόπολη- και την κοσμούσαν πλήθος λαμπρών μνημείων. Φημισμένη ήταν η ιδρυμένη από τα λάφυρα των Μηδικών πολέμων Περσική Στοά, που οριοθετούσε την Αγορά από τα δυτικά. Το εντυπωσιακό «κυκλικό οικοδόμημα», που καταλαμβάνει τη νοτιοδυτική γωνία της Αγοράς είναι ο Χορός, είδος εξέδρας, όπου κατά την εορτή των Γυμνοπαίδων οι έφηβοι χόρευαν γύρω από τα αγάλματα του Απόλλωνα, της Αρτέμιδος και της Λητούς. Η μεγάλη ρωμαϊκή στοά βρισκόταν στη νότια πλευρά της Αγοράς. Στην ίδια πλευρά βρισκόταν η αφετηρία της παλαιότερης οδού της Σπάρτης, της Αφεταΐδος, η οποία κατέληγε στη Νότια πύλη. Κατά μήκος της υπήρχαν σημαντικά ιερά, όπως του Ταιναρίου Ποσειδώνος, που ταυτίζεται βόρεια με τη σημερινή Δημοτική Αγορά.

Το ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος βρίσκεται στην περιοχή των Λιμνών, κοντά στον Ευρώτα. Ιδρύθηκε το 10ο αιώνα π.Χ. Ο πρώτο ναός και βωμός οικοδομήθηκαν τον 8ο αιώνα π.Χ. Ξαναχτίστηκαν τον στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. και η τρίτη οικοδόμηση του ναού χρονολογείται στο 2ο αιώνα π.Χ. Τον 3ο αιώνα μ.Χ. κατασκευάστηκε το μνημειώδες αμφιθέατρο, που περιέβαλλε τον αύλειο χώρο του κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο ναός είχε θέση προσκηνίου για τα λατρευτικά δρώμενα. Στις Λίμνες κοντά στην βορειοανατολική έξοδο της Σπάρτης βρισκόταν ο ναός της Αθηνάς Αλέας. Το μεγάλο ναόσχημο οικοδόμημα, στην ίδια περιοχή, νότια από τη γέφυρα του Ευρώτα, γνωστό ως «μεγάλος βωμός» ή «βωμός του Λυκούργου» παραμένει ανερμήνευτο.

Στη νοτιοανατολική περιοχή, εκτός των τειχών, βρισκόταν το σημαντικό ιερό Φοιβαίον, που σχετιζόταν με τη εκπαίδευση των εφήβων. Ταυτίζεται με το μνημειακό βωμό νότια του σημερινού νεκροταφείου.

Πολλά μνημεία της Σπάρτης παραμένουν προβληματικά ως προς την ταύτιση τους. Παράδειγμα είναι ο λεγόμενος «τάφος του Λεωνίδα», το επιβλητικό ερείπιο νότια από την Ακρόπολη, που η τοπική παράδοση συνδέει με τον βασιλιά της Σπάρτης Λεωνίδα, και σύμφωνα με τις ενδείξεις ταυτίζεται με το ναό του Καρνείου Απόλλωνα.

Το οδικό δίκτυο της Λακωνίας

Η Σπάρτη έχει εικόνα συγκροτημένου κράτους σε κάθε τομέα της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής μετά τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. Η νίκη στον Μεσσηνιακό πόλεμο και η υπαγωγή της Μεσσηνίας στις περιοικίδες περιοχές της Σπάρτης εξασφάλισε έκτοτε στην τελευταία το οικονομικό υπόβαθρο για τη συγκρότηση σε κράτος. Επιπλέον συνέβαλε καθοριστικά στην έξοδο της στον υπόλοιπο κόσμο με αξιοζήλευτες διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις με χώρους όπως η Ιωνία και με συνακόλουθη την πολιτιστική έκρηξη της Λακωνίας τα χρόνια που ακολουθούν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε το οδικό δίκτυο της Λακωνίας.

Το οδικό δίκτυο της Λακωνίας
Η αμαξηλάτη οδός Σπάρτης-Τεγέας στη θέση Μονοδένδρι

Οι αρχαίοι Έλληνες δημιούργησαν και ανέπτυξαν πυκνότατο οδικό δίκτυο, τελείως ιδιότυπο και πρωτοποριακό, εξασφαλίζοντας την απρόσκοπτη αμαξηλάτη επικοινωνία σε όλο σχεδόν τον ελλαδικό χώρο. Το αμαξηλάτο οδικό σύστημα των αρχαίων Ελλήνων χρονολογείται τουλάχιστον από τον 7ο αιώνα π.Χ.

Το πιο πυκνό δίκτυο βρίσκεται στην Πελοπόννησο και πρέπει να υπήρξε έργο μιας συγκεντρωτικής εξουσίας, απολύτως αναγκαίας και ικανής για το σχεδιασμό, την πραγμάτωση και τη διαρκή συντήρηση του. Αυτή η εξουσία δεν μπορεί να είναι να είναι άλλη από την Πελοποννησιακή Συμμαχία με κινητήρια δύναμη τη Σπάρτη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η ίδια η Σπάρτη διέθετε οδικό δίκτυο εκπληκτικής πυκνότητας, το πολυσχιδέστερο μάλιστα στον ελλαδικό χώρο.

Ο «στρατιωτικός» χαρακτήρας του αμαξηλάτου οδικού δικτύου είναι πασιφανής. Προηγήθηκαν οι στρατιώτες και ακολούθησαν οι έμποροι. Δεν υπήρχε αλλιώς η δυνατότητα να αναλάβει η ιδιωτική πρωτοβουλία τέτοιας κλίμακας έργα. Σημασία για τη δημιουργία του οδικού δικτύου είχε η ύπαρξη ισχυρής συγκεντρωτικής εξουσίας, όπως ήταν η Σπάρτη.

Η Περσία και η Ρώμη αποτελούν τα ακριβή παράλληλα παραδείγματα με τη Σπάρτη. Και ο δύο διέθεταν αξιοθαύμαστο, σε πυκνότητα και ποιότητα παρεχόμενων υπηρεσιών, οδικό δίκτυο που κάλυπτε όχι μόνον την εκάστοτε επικράτεια τους, αλλά εξυπηρετούσε ένα πολύ ευρύτερο όμορο χώρο. Και οι δύο ισχυρές συγκεντρωτικές εξουσίες δημιούργησαν πρωτίστως το οδικό δίκτυο τους για τη ευχερή και απρόσκοπτη κίνηση των στρατιών τους, όπως άλλωστε και η Σπάρτη. Η τελευταία μάλιστα είχε να επιδείξει και μια ειδοποιό διαφορά επιπλέον από την Περσία και τη Ρώμη, αφού είχε ορίσει ως υπεύθυνη για τις οδούς της την ανώτατη πολιτειακή αρχή της, τους δύο βασιλείς. Αυτοί, δηλαδή, που ηγούνταν μιας εκστρατείας ήταν ταυτοχρόνως και οι υπεύθυνοι άρχοντες για το οδικό δίκτυο, μέσω του οποίου επιτυγχανόταν η διεκπεραίωση όποιας στρατιωτικής επιχείρησης.

Η δυνατότητα της Σπάρτης να μεταφέρει ταχύτατα τον στρατό της, όπου υπήρχε ανάγκη και η αξιοθαύμαστη ευχέρεια στρατιωτικών κινήσεων οφειλόταν κατά μεγάλο μέρος στο αμαξηλάτο οδικό δίκτυο και όχι μόνο στην πειθαρχία και την ευψυχία των ανδρών της. Ακόμη, μπορούσε σήμερα να υποθέσουμε ότι υπήρχε και σώμα επιφορτισμένο με τα της οδοποιίας, κάτι ανάλογο με το σημερινό «μηχανικό».

Το οδικό δίκτυο της Λακωνίας διέθετε περίπου 100 αμαξηλάτες οδούς. Η επικοινωνία της Σπάρτης με το Βορρά σήμερα γίνεται με έναν μόνο άξονα. Στην αρχαιότητα γινόταν με τέσσερις: σημερινός δρόμος Σπάρτη-Τρίπολη, διαμέσου αρχαίας Σκιρίτιδος (σημερινή περιοχή Κολλινών-Βλαχοκερασιάς), κατά μήκος του Ευρώτα ως τη Μεγαλοπολιτική, που ήταν η κύρια στρατιωτική οδός (Πελλάνα-Ανεμοδούρι-Ασέα) και τον δυτικότατο, που διέτρεχε την κορυφογραμμή του βόρειου Ταϋγέτου σε υψόμετρο 1.600μ.