Βυζαντινή Καππαδοκία (4ος-11ος αιώνας)

Στα Γεωγραφικά του ο Στράβων μας δίνει πολλές λεπτομέρειες για την αρχαία Καππαδοκία. Δυστυχώς, για τη Βυζαντινή Καππαδοκία δεν υπάρχει αντίστοιχη περιγραφή από τους σύγχρονους συγγραφείς. Παρά την ασάφεια που διακρίνει τις αναφορές των βυζαντινών συγγραφέων στην περιοχή, γενικά ισχύει αυτό που ο Στράβων είχε τονίσει κατά την αρχαιότητα, ότι, δηλαδή τα όρια της δεν ήταν σαφώς καθορισμένα.

Βυζαντινή Καππαδοκία (4ος-11ος αιώνας)
Ο Άγιος Βασίλειος ο Καππαδόκης

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Στράβωνα η Καππαδοκία εκτείνεται βόρεια από τα παράλια του Εύξεινο Πόντου ως της εκβολές του Άλυος και στα νότια όριο της είναι το όρος Ταύρος, ανατολικά φτάνει στην Αρμενία και την Κολχίδα και δυτικά στην Παφλαγονία, την Φρυγία και τη Λυκαονία. Οι ειδήσεις της εποχής που αφορούν την Καππαδοκία αναφέρονται σε εχθρικές επιδρομές και στις συνακόλουθες αλώσεις και καταστροφές πόλεων.

Τα γραπτά του Μεγάλου Βασιλείου και άλλων Καππαδόκων πατέρων της Εκκλησίας είναι σημαντικές πηγές όσον αφορά στη διοίκηση και στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της Καππαδοκίας τον 4ο αιώνα. Η μορφή του Αγίου Βασιλείου κυριαρχεί εκείνη την εποχή για τη διδασκαλία του και το φιλανθρωπικό του έργο. Στον περιορισμό, όμως, της επιρροής του Βασιλείου φαίνεται ότι στόχευε ο αιρετικός αυτοκράτορας Ουάλης, ο οποίος το 372 εισήγαγε νέα διοικητική διαίρεση την πρώτη Καππαδοκία με πρωτεύουσα την Καισάρεια και τη δεύτερη Καππαδοκία με πρωτεύουσα τα Τύανα.

Για τον 5ο αιώνα υπάρχουν μνείες της Καππαδοκίας ως τόπου εξορίας με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον περιορισμό του Ιωάννη του Χρυσοστόμου σε μια μικρή κώμη, την Κουκουσό. Στις αρχές του 6ου αιώνα, εξ αιτίας των επιδρομών των Σαβείρων Ούννων, ο αυτοκράτορας Αναστάσιος φρόντισε για την αποκατάσταση της οχύρωσης της περιοχής. Ο Ιουστινιανός, έχοντας εμπλακεί σε πόλεμο με τους Πέρσες έλαβε μέτρα προς την ίδια κατεύθυνση. Ακόμη ο Ιουστινιανός, στο πλαίσιο του νομοθετικού του έργου, έλαβε μέτρα περιορισμού της αριστοκρατίας της Καππαδοκίας. Στα τέλη του 7ου αιώνα φάνηκαν στο προσκήνιο οι Άραβες και για τρεις και πλέον αιώνες η Καππαδοκία έγινε το επίκεντρο σφοδρών βυζαντινοαραβικών συγκρούσεων, οι οποίες βρήκαν τη λογοτεχνική τους αποτύπωση στον κύκλο των ακριτικών τραγουδιών και στο έπος του Διγενή Ακρίτα.

Ως τις αρχές του 9ου αιώνα η Καππαδοκία φαίνεται πως ήταν μοιρασμένη διοικητικά μεταξύ των Ανατολικών και των Αρμενιακών, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το Περί θεμάτων του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου. Αλλά μέσα στην πρώτη τριακονταετία του 9ου αιώνα μετασχηματίζεται σε θέμα. Η νέα διοικητική αυτή ενότητα δημιουργήθηκε για να αντιμετωπιστούν καλύτερα τα προβλήματα που είχαν προκύψει από την εξέγερση του Θωμά του Σλάβου (η οποία κατεστάλη το 823) όσο και από τις συνεχιζόμενες αραβικές επιδρομές.

Λίγες δεκαετίες αργότερα ακολούθησε και νέα διοικητική μεταρρύθμιση η δημιουργία του θέματος του Χαρσιανού, του οποίου η ίδρυση τοποθετείται μεταξύ 863 και 872. Η αρχική του έκταση περιελάμβανε μια μικρή περιοχή γύρω από το ομώνυμο κάστρο, «θέση οχυρωμένη και δυσπρόσιτη στις βαρβαρικές επιδρομές». Οι αναφορές στο Χσριακόν είναι περιορισμένες μάλλον γιατί οι Βυζαντινοί προτιμούσαν να το αποκαλούν Καππαδοκία ακόμη και μετά την αναγωγή του σε θέμα.

Οι Βυζαντινοί κατόρθωσαν να ανακτήσπυν την ευρύτερη περιοχή της Καππαδοκίας μόλις το 934, μρετά την άλωση της Μελιτηνής από τον Ιωάννη Κουρκούα, στρατηγό του Ρωμανού Λακαπηνού και επεκτάθηκαν ακόμη περισσότερο με τις εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τσιμισκή.

Όσον αφορά τον αγροτικό πληθυσμό δεν έχουμε πολλές ειδήσεις. όσοι έμεναν εκεί και δεν κατέφυγαν σε τόπους περισσότερο ασφαλείς από εχθρικές επιδρομές προσπάθησαν να επιβιώσουν από τις μικροϊδιοκτησίες τους και στις κρίσιμες στιγμές κατέφευγαν στις αναρίθμητες σπηλιές της περιοχής.

Τον 11ο αιώνα μετά τις επιχειρήσεις του Βασιλείου Β’ στην Αρμενία, το δυναμικό της Καππαδοκίας ενισχύθηκε με τη μεταφορά Αρμενίων αποίκων. Αλλά περί τα μέσα του αιώνα άρχισαν οι επιδρομές των Σελτζούκων Τούρκων. Ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ’ Διογένης, καππαδοκικής καταγωγής, είχε αρχικά μερικές σποραδικές επιτυχίες εναντίον τους, αλλά η ήττα στη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 είχε συνέπεια μεταξύ άλλων και την οριστική απώλεια της Καππαδοκίας για τους Βυζαντινούς.

Θέμα των Ανατολικών, πηγή αυτοκρατόρων

Στο θέμα των Ανατολικών τα φρούρια ήταν πολλά και τα περισσότερα τοπωνύμια έμειναν γνωστά ως στόχοι αραβικών επιθέσεων, ως τόποι συγκέντρωσης ή διέλευσης στρατευμάτων, εμφυλίων συρράξεων, αλλά και ως τόποι κολασμού ή εξορίας ευσεβών.

Θέμα των Ανατολικών, πηγή αυτοκρατόρων
Ισαάκιος Α’ Κομνηνός

Στο σύνολο τους, οι κάτοικοι του θέματος των Ανατολικών ήταν χωρικοί τραχείς, δεινοί στην ιππασία και τη πολεμική τέχνη και πάντα πρόθυμοι να πάρουν τα όπλα είτε εναντίον αλλοθρήσκων είτε εναντίον ομοθρήσκων. Οι επικρατούσες αγροτικές συνθήκες στη μικρασιατική ενδοχώρα ήταν ιδεώδεις για την εγκατάσταση στρατιωτικών μονάδων, ευνοούσαν τη δημιουργία ευρείας στρατιωτικής βάσης και γι’ αυτό το θέμα των Ανατολικών ήταν πάντα ικανό να παρατάξει πολυάριθμο στρατό, που ακολουθούσε πιστά τους στρατηγούς του όχι μόνο εναντίον του εχθρού, αλλά και στο δρόμο για την κατάκτηση της εξουσίας.

Έξι πρώην στρατηγοί του θέματος των Ανατολικών ανήλθαν στο θρόνο: οι Λεόντιος, Λέων Γ’ Ίσαυρος, Λέων Ε’ Αρμένιος, Νικηφόρος Β’ Φωκάς, Ιωάννης Α’ Τσιμισκής και Νικηφόρος Βοτανειάτης. Και οι έξι ήταν ικανότατοι και δημοφιλείς στρατιωτικοί ηγέτες. Η διαφορά μεταξύ τους έγκειται στο γεγονός ότι τις ικανότητες των τριών πρώτων στρατηγών του 10ου αιώνα και 11ου αιώνα συμπλήρωνε η κατοχή μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας. Η διαπίστωση και μόνο ότι έξι στρατηγοί από το θέμα των Ανατολικών κατέλαβαν την εξουσία είναι ικανή για να αποδώσει τον ηγετικό ρόλο τον οποίο διαδραμάτισε το θέμα αυτό στο πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα της αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια περίπου τεσσάρων αιώνων.

Στην ιδιαίτερα έντονη στρατιωτική ατμόσφαιρα πρέπει να οφείλεται το γεγονός ότι στο θέμα των Ανατολικών, με δύο πρώην στρατηγούς του οποίου άρχισαν οι δύο περίοδοι της εικονομαχίας, δεν άκμασε ο μοναχισμός. Η στρατιωτική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην περιοχή φαίνεται ότι επηρέαζε και τους μοναχούς: ο πατριάρχης Νικόλαος Α’ Μυστικός υποχρεώθηκε να ασχοληθεί με τις φιλονικίες που είχαν ξεσπάσει σε κάποιο μοναστήρι που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του μητροπολίτη Συνάδων, αλλά και με την περίπτωση κάποιου, ο οποίος αντάλλαξε το μοναχικό σχήμα με τη στρατιωτική πανοπλία, δημιουργώντας προβλήματα στον μητροπολίτη Πεσσινούντος.

Στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας οι παλιές πόλεις είχαν απολέσει τις κοινωνικοοικονομικές λειτουργίες τους από τα μέσα ήδη του 7ου αιώνα. Το πιθανότερο είναι ότι οι περισσότερες αρχαίες πόλεις έμοιαζαν πια με κάστρα ή φρούρια στη μέση μιας απέραντης υπαίθρου, που διέθετε πεδιάδες, όχι τόσο εύφορες όσο κατάλληλες για τη διεξαγωγή μαχών. Μία από αυτές η «ιππήλατος» πεδιάδα Παγκάλεια που εκτεινόταν στα περίχωρα του Αμορίου και ήταν ιδεώδης τόπος συγκέντρωσης στρατευμάτων γεγονός, που με τη σειρά του, πρέπει να συνέβαλε στην επιλογή του Αμορίου ως έδρας του στρατηγού των Ανατολικών.

Σε μεγάλα τμήματα του επιπέδου της Μικράς Ασίας, η παραγωγή σιταριού και λαδιού ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη ή ανύπαρκτη. Στην έλλειψη αγαθών από την οποία υπέφεραν οι κάτοικοι του θέματος των Ανατολικών, ερχόταν να προστεθεί και η άλλη όψη της πραγματικότητας, που αποκάλυπτε ότι η γη δεν προσέφερε σε όλους τα αγαθά της με φειδώ. Στο θέμα των Ανατολικών η κατοχή έγγειας ιδιοκτησίας από μία μόνο οικογένεια πήρε τεράστιες διαστάσεις.

Στις αρχές του 10ου αιώνα ο ο όσιος Λουκάς Στυλίτης ήταν σε θέση να μοιράσει σε πλήθος φτωχών 4.000 μόδιους σιτάρι, ζωοτροφές και 100 χρυσά νομίσματα. Κι όμως ο βιογράφος του, παρουσιάζοντας τους γονείς του Λουκά Στυλίτου ως ευκατάστατου, δεν δείχνει να εκπλήσσεται από το μέγεθος της περιουσίας τους. Από το αυτό το γεγονός εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι μεγάλοι γαιοκτήμονες της εποχής διέθεταν ακόμη σημαντικότερους πόρους και ο Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος μιλάει στη Νεαρά του 947 για «τυραννίδα» των δυνατών στο θέμα των Ανατολικών. Με τη νέα νομοθετική ρύθμιση η κατάσταση δεν άλλαξε, αφού την απληστία και την πλεονεξία των δυνατών δεν σταματούσε «ούτε νόμος ούτε φόβος βασιλέως».

Έτσι, οι πένητες συνέχιζαν να βρίσκονται σε ζοφερή οικονομική κατάσταση, στο μικρό Φιλομήλιον, ΒΑ της Αντιόχειας, της Πισιδίας. Στη στροφή του 10ου προς 11ου αιώνα, επιφανείς και ισχυρές αριστοκρατικές οικογένειες, ανάμεσα τους οι Φωκάδες και οι Μαλεΐνοι, δέχθηκαν το οριστικό πλήγμα της δήμευσης, αλλά το κοινωνικό αυτό φαινόμενο συνέχισε να είναι οξύ. Οι χωρικοί εξακολουθούσαν να ταλαιπωρούνται από τους δυνατούς, που παρέμεναν «αγέρωχοι» ακόμα και όταν διέπρατταν βαρύτατα εγκλήματα και αδικήματα.

Οι γαιοκτήμονες στο θέα των Ανατολικών ήταν τόσο ισχυροί που μια συμφωνία μεταξύ τους ήταν αρκετή να ανεβάσει στο θρόνο τον εκλεκτό τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η χρονιά 1057, όταν ο Ρωμανός Σκληρός, ο Μιχαήλ βούρτζης, ο Νικηφόρος Βοτανειάτης και οι γιοι του Βασίλειου Αργυρού αποφασίζουν την ανατροπή του Μιχαήλ Στ’ Στρατιωτικού και την αναγόρευση του Ισαακίου Α’ Κομνηνού. Το 1077 μεγάλο τμήμα της Μικράς Ασίας είχε καταληφθεί ή ελεγχόταν από τους Τούρκους, αλλά το θέμα των Ανατολικών συνέχιζε να την «παράδοση» επιβολής αυτοκρατόρων.

Δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, το «ειρηνικό» θέμα των Θρακησίων και το απέραντο στρατόπεδο στο θέμα των Ανατολικών. Μι ασυνεχής αντίθεση από την οποία η Βυζαντινή Αυτοκρατορία για τέσσερις αιώνες άντλησε ζωτικές δυνάμεις.

Θέμα των Θρακησίων (8ος-11ος αιώνας)

Η θέση και η φύση μιας περιοχής προσδιόριζε σχεδόν πάντα και την αποστολή της. Έτσι, στο σχετικά γειτονικό με την Κωνσταντινούπολη και παραλιακό θέμα των Θρακησίων, που δημιουργήθηκε λίγο πριν τα μέσα του 8ου αιώνα και διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα της αυτοκρατορίας τα επόμενα εξήντα χρόνια, τα φρούρια ήταν λίγα, τα τοπωνύμια που συνδέθηκαν με πολεμικά γεγονότα ελάχιστα, και η στρατιωτική παρουσία μάλλον πενιχρή.

Θέμα των Θρακησίων (8ος-11ος αιώνας)
Ένας επιστάτης με το πουγκί πληρώνει το μεροκάματο σε εργάτες γης υπό το βλέμμα του γαιοκτήμονα

Οι Θρακήσιοι έκαναν επιβλητική εμφάνιση μόνο την εποχή των εμφυλίων πολέμων και της μεγάλης εικονομαχικής κρίσης. Η συμμετοχή τους στους πολέμους του ανατολικού μετώπου δεν τους απέφερε ιδιαίτερη δόξα ή φήμη. Στη στροφή του 9ου αιώνα προς το 10ο αιώνα, όταν οι Άραβες δεν απειλούν πια τα εδάφη των προσκείμενων στην Κωνσταντινούπολη θεμάτων. Ο προσανατολισμός του στρατού των Θρακησίων μεταβάλλεται και η κύρια αποστολή του μοιάζει να συνδέεται με επιχειρήσεις στα ευρωπαϊκά εδάφη της αυτοκρατορίας και, κυρίως, με τις ναυτικές εκστρατείες κατά της αραβοκρατούμενης Κρήτης, όπως αυτές του 911/912 και του 949.

Σε αντίθεση με την πενιχρή εμφάνιση του στρατού στο θέμα των Θρακησίων η εκκλησιαστική παρουσία δείχνει ιδιαίτερα αισθητή. Ο επιφανής στρατηγός του θέματος, ο φανατικός διώκτης των μοναχών Μιχαήλ Λαχανοδράκων φέρεται ισχυριζόμενος, με αρκετή δόση υπερβολής, ότι σε όλη την περιοχή του θέματος είχε κατορθώσει να μην υπάρχει ούτε ένας μοναχός. Οι συγκυρίες, όμως, επέτρεψαν τη βαθμιαία κατάργηση του έργου του. Η απουσία της μόνιμης αραβικής απειλής και η εύφορη γη ήταν οι δύο βασικοί παράγοντες που συνέβαλαν στην αναζωπύρωση του μοναχισμού και στην ίδρυση πολυάριθμων μονών στο θέμα των Θρακησίων από τα μέσα του 9ου αιώνα.

Η σποραδική εμφάνιση του στρατού και η έντονη εκκλησιαστική παρουσία δεν ήταν η μόνη αντίθεση μιας πολύ σύνθετης κατάστασης. Η συρρίκνωση των πόλεων από τον 6ο αιώνα μέχρι τον 9ο αιώνα αποτελεί ένα φαινόμενο γενικό, το οποίο, όμως, στο θέμα των Θρακησίων υπόκειται σε συγκρουόμενες επιδράσεις: η μεσογειακή Φιλαδέλφεια, που μεταβλήθηκε σε χωριό, υφίσταται τις συνέπειες της συρρίκνωσης των πόλεων, ιδιαίτερα αισθητής στο γειτονικό θέμα των Ανατολικών.

Αντίθετα, η παραλιακή Σμύρνη ακολούθησε μια εντελώς διαφορετική πορεία, έτσι ώστε από τον 9ο αιώνα να θεωρείται η σπουδαιότερη πόλη της περιοχής. Ο Κωνσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος στο πόνημα του Περί θεμάτων αναφέρει ότι στο θέμα των Θρακησίων υπήρχαν είκοσι μία πόλεις. Στην πραγματικότητα, όμως, οι περισσότερες από αυτές είχαν ήδη παρακμάσει ή συρρικνωθεί με διαφορετικό τρόπο η μία από την άλλη, παρουσιάζοντας την εικόνα ενός χωριού ή ενός φρουρίου. Οι μόνες πόλεις που επέζησαν ήταν η Έφεσος και η Σμύρνη, στις οποίες υπερίσχυε ο διοικητικός χαρακτήρας. Η Έφεσος, πρωτεύουσα του θέματος των Θρακησίων, αντλούσε την αίγλη της από το λαμπρό παρελθόν της ως πρώτη μητρόπολη της Ασίας. Η Σμύρνη, που ανταγωνιζόταν παντού πάντοτε την Έφεσο, άρχισε την ανιούσα πορεία της από τις αρχές του 9ου αιώνα, το 869 αναδείχθηκε σε μητρόπολη και στη στροφή του 9ου αιώνα προς το 10ο αιώνα επελέγη ως έδρα του νέου ναυτικού θέματος Σάμου.

Ένα γενικό φαινόμενο ακόμη, που σε πολλές περιοχές της αυτοκρατορίας έκανε ιδιαίτερα αισθητή την εμφάνιση του, στο θέμα των Θρακησίων έμελλε να έχει μια ιδιότυπη εξέλιξη. Πρόκειται για την κατοχή μεγάλων έγγειων ιδιοκτησιών από ορισμένες μόνο αριστοκρατικές οικογένειες. Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την ύπαρξη μεγάλων γαιοκτημόνων στο εύφορο θέμα των Θρακησίων, είναι πενιχρότατες, και τα οικογενειακά ονόματα τους, δεν προδίδουν κάποια διαχρονική συνέχεια μέσα στο ανώτερο κοινωνικό στρώμα.

Μια ανταρσία, που το 866 εξελίχθηκε στα εδάφη των θεμάτων Οψικίου και Θρακησίων, άφησε να διαφανεί ότι στις δύο πλευρές βρίσκονταν οι περιουσίες πολλών αξιωματούχων της Κωνσταντινούπολης που τους δωρίζονταν από τον αυτοκράτορα με αντάλλαγμα τις υπηρεσίες τους. Στην περιοχή αυτή ο μόνος ισχυρός γαιοκτήμονας ήταν το κράτος.

Από αυτό το γεγονός ερμηνεύονται ακόμη δύο «ιδιορρυθμίες»: α) ότι οι μόνοι, ίσως, κρατικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι έκαναν εμφανή την παρουσία τους στην περιοχή, ήταν επιφορτισμένοι με τη διαχείριση των βασιλικών κτημάτων, και β) ότι, σε αντίθεση με ό,τι γινόταν σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας, ο αγροτικός πληθυσμός του θέματος των Θρακησίων δεν δοκιμαζόταν τόσο από τους δυνατούς όσο από το κράτος και τις διοικητικές/στρατιωτικές του ανάγκες.

Κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα το θέμα των Θρακησίων παρουσίαζε την εικόνα μιας ήρεμης περιοχής με έντονο αγροτικό χαρακτήρα, όπου δέσποζαν τα χωριά, συνήθως πολύ μικρά. Υπήρξαν περίοδοι που η εύφορη γη των Θρακησίων δοκιμάστηκε: ο φοβερός σεισμός του 926/7 εξαφάνισε πολλά χωριά και εκκλησίες. Ο δριμύτατος χειμώνας του 927/8, και ο λιμός, που επακολούθησε, αποτέλεσαν νέα δοκιμασία για την περιοχή.

Τον 11ο αιώνα στρατόπεδα ακρίδων ενέσκηψαν στην περιοχή και κατέστρεψαν τους καρπούς. Τα φαινόμενα αυτά σύντομα μετατράπηκαν σε μακρινή ανάμνηση, αφού η γη προσέφερε πλουσιοπάροχα στους κατοίκους της τα απαραίτητα αγαθά. Σε μια εποχή, που οι ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας γνώριζαν τη λεηλασία και την κατάκτηση, το θέμα των Θρακησίων παρέμεινε αλώβητο από σεισμούς, λιμούς ακρίδες, αλλά και από τον εχθρό.