Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη

Κανένα από τα νησιά που επισκεφτήκαμε με την κρουαζιέρα δεν μας εντυπωσίασε τόσο όσο η Θήρα. Διασχίσαμε τη θάλασσα και καταλήξαμε σε ένα τεράστιο όρμο που λειτουργεί ως λιμάνι για τη Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη. Κανένα αξιόλογο λιμάνι δεν θα μπορούσε να είναι τόσο καλά προετοιμασμένο.

Θήρα ή σύγχρονη Σαντορίνη
Κάτοικοι της Θήρας στο (τέλος του 19ου αιώνα)

Ανεβήκαμε στο ψηλότερο σημείο του νησιού. Από εκεί η πόλη Φηρά έμοιαζε με κυματιστή λευκή θάλασσα, οι στέγες χωρίζονταν σχεδόν ομοιόμορφα ανάμεσα στις επίπεδες με στηθαίο, σχεδιασμένο για να συγκεντρώνουν το νερό της βροχής που είναι υπερπολύτιμο για το νησί, και τις θολωτές που μαρτυρούν την έλλειψη ξυλείας, που καθιστά αναγκαία αυτήν την αυτοστηριζόμενη αψίδα από κονίαμα. Αυτό ξαναφέρνει στο μυαλό την έλλειψη ξύλου και νερού. Σε μια στροφή του κεντρικού δρόμου αποκαλυπτόταν μια γοητευτική μακρινή θέα άσπρων τοίχων που πλαισίωναν καθαρές αυλές, στρωμένες με μαύρα και άσπρα βότσαλα, που περιέβαλλαν σε απόσταση ένα καμπαναριό με πολλές καμάρες, ένα καθαρό ανάγλυφο με φόντο το λαμπρό ουρανό, με τη λάμψη της λευκότητας να αμβλύνεται από τις δυνατές πλάγιες σκιές και το χαλκοπράσινο των καμπανών.

Γυρίζοντας στους δρόμους και σταματώντας που και που για να εξετάσουμε τα παράξενα μαγαζιά ή να ατενίσουμε επίμονα από ανοίγματα ανάμεσα στους τοίχους των σπιτιών προς το φανταστικό κόλπο που απλωνόταν πέρα και κάτω, πέσαμε πάνω σε ένα καφενείο που τράβηξε την προσοχή μας. Ο ιδιοκτήτης του, που όμως αποδείχθηκε μιλούσε αρκετά ιταλικά για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε, μας συνόδευσε έξω σε ένα μπαλκόνι με φάτσα προς τη θάλασσα και έβγαλε μια τεράστια καράφα με ντόπιο κρασί. Τι υπέροχο κρασί! Ήταν κίτρινο, γλυκό όσο χρειάζεται για να μη γίνει αηδιαστικό. Ήταν ευχάριστο όσο το έπινες και σε έκανε καλοκάγαθο καθώς το ρουφούσες.

Πάνω από τα κεφάλια μας πλατάγιζε μια ταλαιπωρημένη βρώμικη τέντα από την τεμπέλικη δυτική αύρα. Από κάτω ανέβαινε ο ελικοειδής δρόμος, με τις σειρές των γαϊδουριών να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν σιωπηρά κάτω από τις τρεμοφέγγουσες ζεστές ακτίνες του απριλιάτικου πρωινού.

Μακριά κάτω, και σχεδόν κάτω από τα πόδια μας βρίσκονταν σαν παιδικά παιχνίδια και τα πλοία και το ατμόπλοιο, κοντά στον οικισμό της αποβάθρας, όπου μικροσκοπικοί άνθρωποι, σαν μυρμήγκια, έσπευδαν πολυάσχολοι, αλλά τώρα η απόσταση έσβηνε κάθε ήχο τους. Μέσα από τη θάλασσα των σκεπών που ανέβαιναν και κατέβαιναν ερχόταν το κουδούνισμα μιας επίμονης καμπάνας, που καλούσε τους πιστούς κάποιας εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης. Τέτοια υπέρτατη ευτυχία είναι φτηνή για τρεις δραχμές και κάποια προσθήκη μερικών ευτελών ελληνικών χάλκινων κερμάτων για έκφραση καλοσύνης! Ήταν το στενό αυτό μπαλκόνι που δέσποζε στον όρμο, που μας έκανε να ερωτευτούμε τη Θήρα. Πριν από αυτό ήμασταν απλά επηρεασμένοι.

Στο βόρειο άκρο της πόλης, όπου τελείωναν τα σπίτια άρχιζε η ελεύθερη κορυφογραμμή του βουνού, εκεί υπήρχε ένας παλιός μύλος, στα σπηλαιώδη βάθη του οποίου μας παρότρυνε να μπούμε μια ζαρωμένη γριά. Είχε κάποιο πρωτόγονο μηχανικό εξοπλισμό, με γρανάζια φτιαγμένα από τεράστια στρογγυλά κούτσουρα, πάνω στα οποία είχαν σχηματιστεί χονδροειδή δόντια. Ακριβώς απ΄έξω υπήρχε ένας καπνισμένος φούρνος, γιατί ο μυλωνάς δεν άλεθε μόνο το καλαμπόκι, αλλά το έκανε και ψωμί.

Πέρα από το μύλο δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτα που κατοικούνταν, παρ΄ότι σε μια μακρινή στροφή του κρατήρα ήταν ορατό ένα λευκό κομμάτι γης από βασάλτη, που έδινε την εντύπωση πυκνοκατοικημένης πόλης με πύργους και επάλξεις. Ακόμη πιο μακριά προς Βορρά, στο ακρωτήρι που βρίσκεται δίπλα από το πέρασμα στην ανοιχτή θάλασσα, βρίσκεται μια ασήμαντη πόλη, στην κορυφογραμμή επίσης, ενώ κατά μήκος του όρμου προς το Νότο υπάρχουν οικισμοί εδώ κι εκεί και ανεμόμυλοι. Αλλά η πόλη της Θήρας είναι η μόνη που έχει συγκεντρωμένο πληθυσμό.

Προσπαθώντας να αναλύσουμε τις εντυπώσεις που μας δημιούργησε η Θήρα έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κύρια ομορφιά της, εκτός από την παράξενη θέση της, είναι το χρώμα της, και ότι η δυσκολία στην περιγραφή της οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην αδυναμία να αποδοθούν με λέξεις οι εκπληκτικές αντιθέσεις των βράχων, της πόλης, του ουρανού και της θάλασσας. Μπορεί κανείς να απεικονίσει κάπως άτονα την αρχιτεκτονική γοητεία της με τη βοήθεια της φωτογραφικής μηχανής, ή αν είναι εξαιρετικά προικισμένος να πλέξει το εγκώμιο του κρασιού της Θήρας. Με τη βοήθεια της γεωλογικής στατιστικής μπορεί κανείς να υποθέσει πως θα ήταν το βουνό αν μπορούσαμε να τραβήξουμε τη θάλασσα και να αποκαλύψουμε τα βαθύτερα σημεία του, αφήνοντας έναν κύκλο από βουνά να σχηματίζει μια κούπα 1.000 μέτρων και κομμένους κεντρικούς κώνους. Μπορεί κανείς, με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, να δικαιολογήσει τη φορτική συμπεριφορά των παιδιών της πόλης, που ζητιανεύουν.

Αλλά για να γίνει μια αληθινή περιγραφή της Θήρας χρειάζεται ο καλλιτέχνης με τα χρώματα του, ενώ το πιο αποτελεσματικό είναι μια προσωπική επίσκεψη, που συνεπάγεται κάποιο χρόνο και κόπο -μικρό σε σύγκριση με τις ομορφιές που βλέπει κανείς στη Θήρα. Και μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι ο κάθε επισκέπτης θα κατηφορίσει, πατώντας προσεκτικά πάνω στις γλιστερές πλάκες, προς το μόλο με ένα σπαρακτικό αίσθημα λύπης που αφήνει αυτό το πανέμορφο νησί του Αιγαίου, και θα αποπλεύσει, περνώντας από το βόρειο πορθμό, με έναν αναστεναγμό, κοιτώντας πίσω του τα φώτα της Θήρας, στο βραχώδες ύψωμα πάνω από τον όρμο, με τα φώτα που τρεμοπαίζουν να ανακατεύονται με τα σταθερά αστέρια της μεσογειακής νύχτας.

Philip Sanford Marden