Αχαρνής

Οι Αχαρνής, κωμωδία του Αριστοφάνη, έχουν πρωταγωνιστή τον Δικαιόπολι. Ο Δικαιόπολις απελπισμένος από τις κακουχίες και τις στερήσεις του πολέμου, εν προκειμένω του Πελοποννησιακού, αποφασίζει να υπογράψει μόνος του ειρήνη με τους Σπαρτιάτες. Στην αρχή παρουσιάζεται να διεκτραγωδεί τα δεινά του πολέμου. Στη συνέχεια ενώ περιμένει τον απεσταλμένο του από τη Σπάρτη παρακολουθεί μια συνεδρίαση της Εκκλησίας του Δήμου, όπου έρχονται σε συζήτηση τα πιο άσχετα θέματα και ανεβαίνουν στο βήμα οι πιο αλλοπρόσαλλοι ομιλητές. Επιτέλους αναγγέλλεται η αποδοχή της ειρήνης, που πρότεινε στους Λακεδαιμόνιους και ο Δικαιόπολις ετοιμάζεται να γιορτάσει το μεγάλο γεγονός.

Τη στιγμή όμως εκείνη ορμά επιθετικός ο χορός από Αχαρνιώτες καρβουνιάρηδες που έχουν όφελος από τη συνέχιση του πολέμου. Γιαν κερδίσει τη συμπάθεια τους ο Δικαιόπολις δανείζεται τα κουρέλια ενός ήρωα του Ευριπίδη. Οι μισοί πείθονται, ενώ οι άλλοι μισοί ζητούν την βοήθεια του στρατηγού Λάμαχου, που ετοιμάζεται για τη μάχη. Ο Δικαιόπολις έρχεται αντιμέτωπος με τις αντιδράσεις διαφόρων ατόμων απέναντι στην ειρήνη του: ενός κακόμοιρου Μεγαρίτη, που έρχεται να πουλήσει τις κόρες του για γουρουνόπουλα, ενός συκοφάντη καιροσκόπου, που γυρεύει να επωφεληθεί από την καινούργια κατάσταση, ενός Βοιωτού, που θέλει να συνεχίσει να εμπορεύεται «εν ειρήνη» όπως και «εν πολέμω» και τώρα φέρνει εκλεκτά εδέσματα για τον εορτασμό της ειρήνης. Το έργο κλείνει με έναν ευρηματικό αντιθετικό διάλογο ανάμεσα στον Λάμαχο, που γυρίζει πληγωμένος από τη μάχη, και στον Δικαιόπολι, που εμφανίζεται αγκαλιασμένος με δύο όμορφες εταίρες.

Αχαρνής

Αχαρνής

……………………………………………………………………………………

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Αχ, πόση ο έρημος σκορδαλιά έχω χάσει. Μα να ο Αμφίθεος γυρίζει από τη Σπάρτη. Χαίρε, Αμφίθεε!

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Μένα μου λές! Στάσου ν’ ανασάνω απ’ την τρεχάλα πρώτα. Οι Αχαρνιώτες με κυνηγούν και τρέχω να ξεφύγω.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Και τι συμβαίνει;

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Εγώ, βαστώντας τη συνθήκη ειρήνης για σένα ερχόμουνα γοργά, αλλά κάποιοι γέροντες Αχαρνής με μυριστήκαν, ξερακιανοί, σκληροί σαν το πουρνάρι, σαν ξύλο από σφεντάμι, κοτσωνάτοι, πολεμιστές παλιοί του Μαραθώνα. Μου βάλαν τις φωνές: «Άτιμε, φέρνεις συνθήκη ειρήνης τώρα που έχουμε κόψει τα αμπέλια μας;». Και γέμισαν με πέτρες τους κόρφους τους, εγώ όπου φύγει φύγει, κι αυτοί με πήραν καταπόδι με φωνάρες.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Δε πα να σκούζουν; Έχεις τη συνθήκη;

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Αμέ, τριών λογιών σου φέρνω. Τούτη είναι πεντάχρονη, δοκίμασε την.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Πουφ!

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Πώς είναι;

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Δε μου αρέσει αυτή, βρωμοκοπάει, κατράμι, καραβιών ετοιμασίες.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Δοκίμασε απ’ αυτήν. Δεκάχρονη είναι.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Τούτη βρωμάει ξινίλες, συζητήσεις με συμμάχους, πρεσβείες και χασομέρι.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Για δες αυτή, τριάντα χρόνια ειρήνη σου υπόσχεται, στεριάς και του πελάγου.

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ: Ωχ! Διονύσια, αυτή αμβροσία και νέκταρ μοσχομυρίζει, άμα την πιεις, δεν λέει «κάνε προμήθεια για τρεις ημέρες», παρά σου κράζει «άντε όπου γουστάρεις». Λοιπόν, αυτή διαλέγω, συμφωνώ, την πίνω, κι ας πάνε να βουρλιστούν οι Αχαρνιώτες. Απ’ του πολέμου εγώ λευτερωμένος τα βάσανα, θα πάω να γιορτάσω τα αγροτικά Διονύσια στα χωράφια.

ΑΜΦΙΘΕΟΣ: Φεύγω κι εγώ, μη μ’ έβρουν οι Αχαρνιώτες.

…………………………………………………………………………………….

Αριστοφάνης

Ο Αριστοφάνης (452π.Χ.-388π.Χ.)

Ο Αριστοφάνης, ο κωμικός αυτός ποιητής, γεννήθηκε το 452 ή 455π.Χ. στα πιο λαμπρά και πιο ειρηνικά χρόνια της Αθήνας, τον καιρό του Περικλή. Η επαφή του αφ’ ενός με τον Όμηρο, τον Ησίοδο, την χορική, τη λυρική και τη δραματική ποίηση και αφ’ ετέρου η παρατήρηση των σύγχρονων κοινωνικών δρώμενων και της ζωής των απλών Αθηναίων σφράγισαν την προσωπικότητα του και την ποιητική του φυσιογνωμία. Στα έργα του παρελαύνουν σημαντικοί άνδρες Αθηναίοι, όπως ο Ευριπίδης, ο Σωκράτης, ο Κλέων. Επίσης αποτυπώνονται γεγονότα και καταστάσεις που σημάδεψαν το κλεινόν άστυ.

Ο Αριστοφάνης
Ο Αριστοφάνης

Φαίνεται ότι ανήκε στην τάξη των μικροκτηματιών και μικροτεχνιτών, και ένιωσε αμεσότερα από οποιονδήποτε άλλον την φθορά που προξένησε ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Απέδιδε τις συμφορές που είχαν βρει την Αθήνα στους πολεμοκάπηλους ιθύνοντες του κράτους, που άλλο δεν τους ενδιέφερε από το να μείνουν στην εξουσία ακόμα και σε βάρος της ειρήνης και της ευημερίας του κράτους. Οι απλοί όμως άνθρωποι ανησυχούσαν ιδιαίτερα για την ηθική παρακμή της εποχής τους, την οποία απέδιδαν στις ανατρεπτικές ιδέες των φιλοσόφων. Νοσταλγούσαν τα παλαιότερα χρόνια, όταν όλα έμοιαζαν πιο σταθερά και οι άνθρωποι έδειχναν σεβασμό στις ηθικές αξίες. Επιφανειακά δέχονταν την δημοκρατία, κατά βάθος όμως την απέρριπταν, εφόσον ήταν αδύνατον να ανεχθούν τις σύμφυτες αδυναμίες της. Θα προτιμούσαν την επιστροφή στην εποχή των μαραθωνομάχων, όταν τόσο η διακυβέρνηση του κράτους, όσο και η νοοτροπία των ανθρώπων διέπονταν από αναμφισβήτητους ηθικούς νόμους.

Ο Αριστοφάνης εμφανίζεται στα έργα του ως άνθρωπος συντηρητικών αντιλήψεων, ένθερμος και ειλικρινής θιασώτης της ειρήνης. Η εξαιρετική ευρηματική του σάτιρα στρέφεται εναντίον όλων εκείνων που επιχειρούν να αλλοιώσουν την εικόνα ενός ήρεμου κόσμου, όπως τον ονειρευόταν ο μέσος Αθηναίος πολίτης. Καυτηριάζει και σατιρίζει τους στρατιωτικούς, π.χ. το Λάμαχο, που άλλο δεν επιζητούν παρά τον πόλεμο, του τολμηρούς πολιτικούς, π.χ. τον Κλέωνα, που παρασύρουν τους πολλούς σε επικίνδυνα μονοπάτια, τους σοφιστές, αντιπρόσωπο των οποίων θεωρεί των Σωκράτη, που δίδασκαν μεθόδους πειθούς, κα όχι τρόπους αναζήτησης της αλήθειας, τους δραματουργούς, π.χ. τον Ευριπίδη που έριχναν άπλετο φως σε άγνωστες περιοχές της ανθρώπινης ψυχής και κλόνιζαν καθιερωμένες αξίες.

Εναντίον όλων αυτών υψώνει το ανάστημα του ο αριστοφανικός απλός Αθηναίος, ένας μικροαστός, που παλεύει να προβάλει, με όσες δυνάμεις διαθέτει, τα δικά του αιτήματα. Όταν δεν καταφέρνει να πείσει, τότε καταφεύγει στον κόσμο του φανταστικού, όπου όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν, όπως εκείνος θέλει.

Ο Αριστοφάνης πέθανε το 388π.Χ. λίγο μετά την παράσταση της κωμωδίας του Πλούτος.

Ο Αριστοφάνης, σύμφωνα με την παράδοση, έγραψε συνολικά 44 κωμωδίες, από τις οποίες σώζονται ακέραιες οι εξής 11: Αχαρνής, Ιππής, Νεφάλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Θεσμοφοριάζουσαι, Λυσιστράτη, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσαι και Πλούτος.