Η Πεντηκοστή

Η Πεντηκοστή έλαβε χώρα την πεντηκοστή ημέρα από την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού, κάθε χρόνο, εορτάζουμε με ιδιαίτερη λαμπρότητα την εορτή της Πεντηκοστής, μια ημέρα πριν την εορτή του Αγίου Πνεύματος, και αυτό διότι θεολογικά η ημέρα αυτή θεωρείται η γενέθλια ημέρα της Εκκλησίας.

Η Πεντηκοστή
Η Πεντηκοστή

Η εορτή αυτή αντιστοιχεί με την επίσης μεγάλη ετήσια εορτή των Ιουδαίων η οποία στις Εβραϊκές Γραφές (Παλαιά Διαθήκη) αποκαλείται Γιορτή του Θερισμού ή Γιορτή των Εβδομάδων, η οποία ήταν καθαρά γεωργική εορτή με τελείως διαφορετικό περιεχόμενο. Η τήρηση της λάβαινε χώρα την πεντηκοστή ημέρα μετά τις 16 Νισάν του Ιουδαϊκού ημερολογίου, την ημέρα κατά την οποία η κεφαλή κάθε οικογένειας προσέφερε στον Θεό ένα δεμάτι κριθάρι, που υποδήλωνε την επιθυμία για ειρηνική σχέση μαζί Του. Οι προσφορές για αυτή τη γεωργική γιορτή γίνονταν μέσω του ιερατείου αρχικά στην Σκηνή της Μαρτυρίας, ενώ αργότερα στον Ναό στην Ιερουσαλήμ.

Την ημέρα της Πεντηκοστής έλαβε χώρα η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους 12 μαθητές (περιλαμβανομένων και των αποστόλων του Ιησού) οπότε, σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων, έλαβαν Άγιο Πνεύμα μιλώντας σε ξένες γλώσσες (γλωσσολαλιά) «για τα θαυμαστά έργα του Θεού», γεγονός που έγινε αντιληπτό από Ιουδαίους και προσήλυτους που ήταν στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή των Εβδομάδων. Ως αποτέλεσμα, έπειτα και από το κήρυγμα του Πέτρου, βαφτίστηκαν εκείνη την ημέρα 3.000 νέα μέλη της χριστιανικής εκκλησίας. Εκείνη η ημέρα ήταν 50 ημέρες μετά την ανάσταση του Ιησού Χριστού που συνέπεσε στις 16 Νισάν.

Η «Πεντηκοστή» άρχισε να γιορτάζεται από τους αποστολικούς χρόνους είτε στο ναό των Ιεροσολύμων μαζί με τους Ιουδαίους, είτε χωριστά. Σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς Πατέρες και συγγραφείς του β’ μισού του 4ου αιώνα γίνεται λόγος περί του εορτασμού από τους αποστολικούς χρόνους όπου κατά την εορτή αυτή γινόταν και η βάπτιση των κατηχουμένων όπου και για το λόγον αυτό συνεχίζεται και ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος: «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε…».

Η Πεντηκοστή είναι εβδομαδιαία εορτή δηλαδή εορτάζεται όλες τις ημέρες της εβδομάδας με ιδιαίτερη έξαρση το Σάββατο. Από τις μεθεόρτιες ημέρες ξεχωρίζει η Δευτέρα που είναι αφιερωμένη στο Άγιο Πνεύμα, οπότε και επαναλαμβάνεται ομοίως όλη η ακολουθία της Κυριακής.

Πηγή: https://www.dogma.gr

Βάκχες

Βάκχες ονομάζονται οι πιστές και οι ιέρειες του θεού Διονύσου. Ο Διόνυσος είχε το προσωνύμιο Βάκχος και από αυτό πήραν το όνομα τους οι πρώτες του ακόλουθες.

Η υπόθεση στο έργο του Ευριπίδη είναι η εξής: Ο Διόνυσος ήταν γιος του θεού Δία και της θυγατέρας του Κάδμου Σεμέλης. Έφτασε τη Θήβα με ανθρώπινη μορφή, για να επιβάλλει τη λατρεία του εκεί. Ωστόσο οι κόρες του Κάδμου αμφισβήτησαν τη θεϊκή του καταγωγή, γι’ αυτό τρελάθηκαν από τον θεό και σαν Μαινάδες παρέμεναν στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθέας, γιος της Αγαύης, αρνήθηκε κι αυτός να δεχτεί τη λατρεία του νέου θεού και αποφάσισε να στραφεί εναντίον των Μαινάδων. Συνέλαβε το Διόνυσο, αυτός όμως ελευθερώθηκε και με σεισμό κατέστρεψε το παλάτι. Στη συνέχεια έπεισε τον Πενθέα να μεταμφιεστεί σε Μαινάδα και να κατασκοπεύσει τις Θηβαίες στον Κιθαιρώνα. Όταν έφτασε στο βουνό, οι Μαινάδες, οι Βάκχες, και πρώτη η μητέρα του, όρμησαν και τον διαμέλισαν. Όταν ο παππούς του Κάδμος το πληροφορήθηκε, πήγε στον Κιθαιρώνα και συνέλεξε τα κομμάτια του κορμιού του. Η Αγαύη επέστρεψε θριαμβευτικά στην πόλη μεταφέροντας το κεφάλι του Πενθέα, θεωρώντας το κεφάλι λιονταριού. Ο Κάδμος την κάνει να συνειδητοποιήσει τι είχε διαπράξει. Το έργο τελειώνει με την εμφάνιση του Διονύσου ως θεού πια από το θεολογείο, που ανακοινώνει την τύχη των ηρώων και εδραιώνει τη θρησκεία του.

Βάκχες
Θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα

Βάκχες

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Ήρθα εδώ, στη Θήβα, εγώ του Δία ο γιος, ο Διόνυσος, γέννημα της Σεμέλης της αστραποβλημένης, του Κάδμου θυγατέρας. Και τη μορφή μου άλλαξα απ’ του θεού σ’ ανθρώπου κι ήρθα στις Δίρκης τις πηγές, στου Ισμηνού το ρέμα. Και να, το μνήμα βλέπω εδώ της μάνας μου Σεμέλης, κεραυνοχτυπημένης, κοντά στα ερείπια του σπιτιού που ακόμη κουφοκαίνε από του Δία τη φλόγα, αθάνατη αδικία στη μάνα μου απ’ την Ήρα. Υμνώ τον Κάδμο που όρισε στον τόπο του απάτητο στη θυγατέρα του ναό που εγώ με αμπελοβλάσταρα σκέπασα γύρω γύρω. Ήρθα στην πόλη πρώτα αυτή, την πόλη των Ελλήνων, τη χρυσοφόρα αφήνοντας γη των Λυδών και των Φρυγών κι επέρασα από των Περσών τους ηλιοκαμένους κάμπους, τα κάστρα της Βακτρίας, των Μήδων τη βαριόκαιρη, τη ζάμπλουτη Αραβία και την Ασία ολόκληρη που απλώνει ως τη θάλασσα που Έλληνες και βάρβαροι ζούνε πολλοί κι ανάμεικτοι. Κι αφού παντού εδίδαξα χορούς και λειτουργίες και τη λατρεία στέριωσα έτσι, ήρθα δω για να φανώ θεός μπρος τους ανθρώπους. Τη Θήβα πρώτη διάλεξα στη χώρα των Ελλήνων να στήσω το διθύραμβο και οι γυναίκες να ντυθούν με δέρμα ελαφίσιο, θύρσο στο χέρι να κρατούν κισσόδετο κοντάρι, γιατί της μάνας οι αδελφές που πιο πολύ απ’ τις άλλες δίχως να πρέπει έλεγαν πως γιος του Δία ο Διόνυσος δεν ήταν, κι η Σεμέλη θνητό πως ζευγαρώθηκε και φόρτωσε την ενοχή στο Δία που τη σκότωσε -του Κάδμου ειν’ αυτά σοφίσματα- γιατί είπε αυτό το ψέμα. Γι’ αυτό κι εγώ τις κέντησα ν’ αφήσουνε τα σπίτια τους και στο βουνό ν’ ανέβουν με σαλεμένο στο μυαλό. Των τελετών τα σύμβολα να πάρουν τις ανάγκασα και κάθε γένος θηλυκού απ’ τη σπορά του Κάδμου το τρέλανα, κι όλες μαζί αφήσανε τα σπίτια τους και κατοικοεδρεύουν ανάκατα κι οι κόρες του κάτω από έλατα χλωρά και γυμνωμένους βράχους. Θέλει δε θέλει η πόλη αυτή μάθημα θα της γίνει να κάνει τα βακχεύματα που αρνείται να τελέσει, και πρέπει της μητέρας μου το δίκιο της να πάρω καθώς με γέννησε θεό και φανερά απ’ το Δία. Λοιπόν, ο Κάδμος τις τιμές και το βασίλειο του έδωσε στον Πενθέα, παιδί της θυγατρός του που τη λατρεία μου μάχεται και που σπονδές μ’ αρνείται κι ακόμη στις δεήσεις του εμέ δε μνημονεύει. Για τούτα και γιατί θεός μόλις δείξω πως είμαι σ’ αυτόν και στους Θηβαίους κι αφού καλά εδραιωθώ σ’ άλλον θα πάω τόπο. Αλλ’ αν η Θήβα οργισθεί κι απ’ το βουνό θελήσει τις Βάκχες ν’ αποδιώξει κάνοντας χρήση όπλων, θα συμπλακώ μαζί κι εγώ μπροστάρης στις Μαινάδες. Γι’ αυτούς τους λόγους άλλαξα και από θεός πήρα ανδρός μορφή κι ανθρώπου φύση. Μα ελάτε, εσείς συντρόφισσες γυναίκες, θίασε μου, που πήρα και σας έφερα μαζί μου απ’ την Ασία τον Τμώλο πίσω αφήνοντας προπύργιο της Λυδίας, τον ήχο από τα τύμπανα, γνήσια της Φρυγίας, υψώστε κι είναι ευρήματα δικά μου και της Ρέας. Ζυγώστε στο παλάτι γύρωθε του Πενθέα, χτυπάτε τα για ν’ ακουστούν στην πόλη αυτή του Κάδμου. Τις Βάκχες πάω για να βρω στου Κιθαιρώνα τις πτυχές, να σμίξω στους χορούς τους.

………………………………………………………………………………………

Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης (480π.Χ.-406π.Χ.)

Ο Ευριπίδης καταγόταν από τη Φλύα, δήμο της Κεκροπίδας φυλής της Αθήνας. Σύμφωνα με κάποια παράδοση γεννήθηκε την ημέρα της ναυμαχία της Σαλαμίνας, πράγμα που τον συνδέει με τον Αισχύλο, που πολέμησε σε αυτή τη ναυμαχία, και με τον Σοφοκλή, που πρωτοστάτησε σε χορό εφήβων κατά τα επινίκια της. Αυτή η ημερομηνία όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί.

 Ο Ευριπίδης
Ο Ευριπίδης

Ο Ευριπίδης ανήκει σε μια γενιά που ό,τι ήξερε για τα ηρωικά χρόνια των περσικών πολέμων προερχόταν από τις διηγήσεις των πατέρων τους. Η οικογένεια του δεν ήταν επιφανής ούτε πλούσια. Ο πατέρας το ονομαζόταν Μνήσαρχος και η μητέρα του Κλειτώ, την οποία χλευάζει ο Αριστοφάνης ως μανάβισσα. Πρόκειται όμως για υπερβολές του κωμικού ποιητή, γιατί, όπως μας παραδίδεται, ο Ευριπίδης είχε επιμελημένη αγωγή, γι’ αυτό και έγινε χορευτής και λαμπαδηδρόμος του Ζωστηρίου Απόλλωνα. Σύμφωνα με κάποιο χρησμό, που πήρε ο πατέρας του, ο Ευριπίδης επρόκειτο να νικήσει σε στεφανηφόρους αγώνες. Γι’ αυτό ασκήθηκε στο παγκράτιο και στην πάλη και νίκησε σε γυμναστικούς αγώνες των Παναθηναίων.

Γρήγορα όμως απαρνήθηκε τον αθλητισμό και επιδόθηκε στη φιλοσοφία και την ποίηση. Μελέτησε συγγράμματα φιλοσόφων, όπως του Δημόκριτου, του Ηράκλειτου και γενικά των αρχαίων συγγραφέων και ποιητών. Ο Ευριπίδης δεν αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική, αλλά ανέπτυξε τις πολιτικές του πεποιθήσεις στο θέατρο. Ο Αισχύλος πολέμησε με τα όπλα για την πόλη, ο Σοφοκλής ανέλαβε υψηλά αξιώματα, ενώ ο Ευριπίδης δεν τάχθηκε στην υπηρεσία της με κανένα τέτοιο τρόπο. Πρότυπο του ήταν η τάξη και η σωφροσύνη στην πολιτική ζωή, γι’ αυτό και κατακρίνει την οχλοκρατία που λυμαινόταν την Αθήνα, καταφέρεται με σφοδρότητα εναντίον των δημαγωγών, που παρασύρουν το πλήθος στην καταστροφή. Μέμφεται όμως εξίσου και τους ολιγαρχικούς και πλούσιους και κατακρίνει την αλαζονεία τους.

Ο ιδιωτικός βίος του Ευριπίδη ήταν άτυχος. Απέτυχε και στους δύο γάμους του, στον πρώτο με την Χοιρίνη και στο δεύτερο με τη Μελιτώ. Απέκτησε τρία παιδιά με την πρώτη του σύζυγο, τον Μνησαρχίδη, έμπορο, τον Μνησίλοχο, υποκριτή (ηθοποιό) και τον Ευριπίδη, που παρουσίαζε κάποια από τα δράματα του πατέρα του ύστερα από το θάνατο του. Ο Ευριπίδης πέρασε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Αθήνα, αλλά τα τελευταία χρόνια εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, προσκεκλημένος του βασιλιά Αρχέλαου, που φιλοξενούσε πολλούς ποιητές, λόγιους και καλλιτέχνες στην Πέλλα για να λαμπρύνει την αυλή του. Ο Αρχέλαος τον τίμησε ιδιαίτερα. Ο Ευριπίδης για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για τη φιλοξενία έγραψε το έργο Αρχέλαος, στο οποίο εγκωμίαζε τον Ηρακλείδη βασιλιά ως ιδρυτή της Μακεδονικής Δυναστείας. Δεν πρόλαβε, όμως, ούτε να παρουσιάσει το έργο του, ούτε να γυρίσει στην πατρίδα του, γιατί πέθανε ξαφνικά το 406π.Χ.

Ο Αρχέλαος πένθησε το θάνατο του ποιητή. Οι Αθηναίοι του ζήτησαν να μεταφέρουν στην πατρίδα του τα οστά του Ευριπίδη, αλλά ο Αρχέλαος αρνήθηκε. Τότε οι Αθηναίοι έφτιαξαν κενοτάφιο. Αργότερα με πρόταση του Λυκούργου έστησαν χάλκινο αδριάντα του Ευριπίδη στο θέατρο του Διονύσου.

Εκτός από τα 20 δράματα που διασώθηκαν ολόκληρα έφτασαν σε μας πολλά αποσπάσματα από έργα του ποιητή. Τα έργα του Ευριπίδη είναι τα εξής: Ρήσος, Ικέτιδες, Εκάβη, Τρωάδες, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Μήδεια, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ηρακλείδαι, Φοίνισαι, Ελένη, Ίων, Ηρακλής μαινόμενος, Ανδρομάχη, Ιππόλυτος, Κύκλωψ, Άλκηστις, Υψιπύλη, Βάκχαι.