Στη Σιάτιστα (19ος αιώνας)

Ξεκινάμε νωρίς το πρωί με σκοπό να φτάσουμε στα Γρεβενά και από εκεί στη Σιάτιστα. Διασχίζουμε το ποτάμι και αφού ακολουθούμε την αριστερή του όχθη, ανεβαίνουμε σε ένα μικρότερο παραπόταμο και φτάνουμε τη Μητρόπολη των Γρεβενών, όπου βρίσκεται ο καθεδρικός ναός και το επισκοπικό μέγαρο ανάμεσα σε περίπου είκοσι ελληνικά σπίτια.

Στη Σιάτιστα
Αρχοντικό στη Σιάτιστα

Ο τουρκικός μαχαλάς των Γρεβενών βρίσκεται σε απόσταση ενός μιλίου. προς τα βορειοανατολικά και παρ’ όλο που φιλοξενεί μόνο ογδόντα οικογένειες θεωρείται το πιο σημαντικό σημείο της πόλης, που μάλιστα περιλαμβάνει τουρκικά χωριά. και τσιφλίκια. η περιοχή, που μοιάζει με τη Βόρεια Ευρώπη πιο πολύ από ό,τι η Ήπειρος ή άλλα μέρη της Ελλάδας, παρουσιάζει την εικόνα μιας κυματοειδούς επιφάνειας που τροφοδοτείται με άφθονο νερό, καθώς συναντώνται εκεί διάφορα υδάτινα ρεύματα. Το τοπίο πλουτίζει η παρουσία πανέμορφων δασυλλίων με βελανιδιές και άλλα δέντρα που προμηθεύουν ξυλεία. Σε αυτόν τον τόπο δεν βλέπει κανείς ούτε ελιές, ούτε μουριές, παρά μόνον σιτηρά, λίγα κλήματα και κοπάδια ζώων. Το έδαφος δεν είναι κακό, αλλά η παραγωγή καλαμποκιού θα ήταν σαφώς μεγαλύτερη αν υπήρχε μια αρμονία μεταξύ του πληθυσμού και των φυσικών πόρων.

Σε αντίθεση με τις μεγάλες πεδιάδες της Άρτας, των Ιωαννίνων και του Αργυρόκαστρου, εδώ χρησιμοποιούνται κάρα, με τέσσερις γερούς τροχούς και ένα τετράγωνο χώρο για το φόρτωμα, ο οποίος είναι φτιαγμένος από καλάμια. Από τις «φορτωμένες πραμάτειες», δηλαδή τα άλογα και τα μουλάρια που συναντήσαμε καθ’ οδόν από το Μέτσοβο, τα περισσότερα φορτωμένα με αλεύρι, καταλάβαμε ότι η περιοχή εξακουλουθεί να τροφοδοτεί την Ήπειρο και τα νησιά με ψωμί.

Από τα τούρκικα χωριά των Γρεβενών ο δρόμος περνά μέσα από ένα πλούσιο και ευχάριστο τοπίο, όπου δεν υπάρχουν πολλές καλλιέργειες, και φθάνουμε σε ένα χάνι και μια ψηλή, στενή γέφυρα με έξι αψίδες που ονομάζεται Πασά Κιούπρι. Η γέφυρα διασχίζει τον Βίστριτσα στο σημείο που στρίβει αριστερά κατά μήκος του βουνού Βουρίνου. Στη συνέχεια αφήνουμε στα δεξιά το δρόμο προς τη Βένια και τα Σέρβια και ανεβαίνουμε την πλαγιά που οδηγεί στη Σιάτιστα, αφήνοντας πίσω μας, προς τα αριστερά, το τούρκικο χωριό Γιάνκοβο. Από ένα άνοιγμα μπαίνουμε ανάμεσα στο βουνό της Σιάτιστας και το όρος Βούρινος και βλέπουμε το νουνό της Βέροιας, το αρχαίο Βέρμιο.

Αμέσως μετά μπαίνουμε στους αμπελώνες της Σιάτιστα και ανεβαίνοντας στον πετρώδη λόφο φθάνουμε στο κεντρικό μαχαλά που λέγεται χώρα. Ύστερα από κάποια ώρα μας στέλνουν την κάτω γειτονιά, τη «γιεράνη», κι από κει και πάλι στη χώρα στο σπίτι ενός από τους άρχοντες και ανηψιό του επισκόπου της Σιάτιστας, που το σπίτι του είναι εδώ, αλλά αυτός είναι στη Σέλιτζα. Ο τίτλος του είναι επίσκοπος Σισανίου και Σιατίστης, της οποίας η βαριά προφορά είναι Σάτστα. Ανώτερος του είναι ο επίσκοπος Αχρίδας.

Η πόλη, που αποτελείται από 500 σπίτια, βρίσκεται μεταξύ του υψηλού και του χαμηλού επιπέδου του πετρώδους όρους, στους πρόποδες του οποίου βρίσκονται αμπελώνες. Από τα σταφύλια οι Σιατιστάνοι παράγουν μερικά από τα καλύτερα κρασιά της Ρούμελης τα οποία πουλάνε πολύ στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, σπανίως όμως στέλνονται στην Ήπειρο εξαιτίας της δυσκολίας τους στη μεταφορά τους μέσω της Πίνδου. Το κρασί είναι τεσσάρων ποικιλιών: 1) Το «ηλιούμενον», που βγαίνει από άσπρα και κόκκινα σταφύλια, τα οποία αφήνονται για οκτώ μέρες στον ήλιο ή για έξι εβδομάδες σε έναν καλυμμένο χώρο και παράγουν λευκό γλυκό κρασί με δυνατή μυρωδιά και παχιά υφή, 2) Ένα ξηρό λευκό κρασί, 3) Ένα ξηρό κόκκινο κρασί, 4) το αψιθινό, που φτιάχνεται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας και παίρνει τη μυρωδιά από κάποιες ποικιλίες Αρτεμίσιας, που βγαίνει από τα σταφύλια μετά την επεξεργασία τους στη στροφιλιά. Το κρασί είναι γλυκό και με δυνατή μυρωδιά, όχι όμως και το καλύτερο αψιθινό. Οι Σιατιστανοί κρατούν τα κρασιά τους για τρία, τέσσερα, πέντε χρόνια, πολλές φορές και για μεγαλύτερα διάστημα. Κάθε σοβαρός ιδιοκτήτης έχει πρέσα κρασιού, ενώ κελάρια υπάρχουν κάτω από όλα τα μεγάλα σπίτια, όπου εκτίθενται σε ένα πολύ ωραίο θέαμα με βαρέλια, τακτοποιημένα, όπως στην πολιτισμένη Ευρώπη. Μου έκανε εντύπωση πόσο έντονα είναι τα σημάδια της ξηρασίας στα αμπέλια, καθώς ο καιρός εδώ είναι πολύ διαφορετικός από της Ηπείρου. Αποδεικνύει πράγματι τη σημαντική κλιματολογική διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών της Πίνδου.

Εκτός από το κρασί τους οι Σιατιστάνοι μπορούν να καυχώνται και για το προβατίσιο κρέας τους -τα πρόβατα τρέφονται με χορτάρι από το βουνό ασβεστόλιθου- αλλά και για το κυνήγι τους. Οι λαγοί είναι μάλιστα τόσο πολλοί, που συχνά δημιουργούν προβλήματα. Όταν το χιόνι έχει καλύψει τους αμπελώνες, πράγμα που συμβαίνει συχνά το χειμώνα και για πολλές ημέρες, συνηθίζεται το κυνήγι των λαγών χωρίς σκύλους. Οι κάτοικοι χτυπούν τα ζώα με ξύλα και τα σκοτώνουν εύκολα, μιας και αυτά, καθώς είναι πεινασμένα, είναι αδύνατον να τρέξουν για να ξεφύγουν.

Ούτε εδώ ούτε σε κάποιο άλλο μέρος της Ελλάδας έχω δει κυνήγι πέρδικας, όπως εμείς το συνηθίζουμε, με όπλα. Τα πουλιά εδώ είναι μεγαλύτερα, πιο άγρια, όλα τα είδη με κόκκινα πόδια και η πτήση τους διαρκεί περισσότερο. Έτσι, είναι μάλλον δύσκολο να τα πυροβολήσεις. Συνήθως οι Έλληνες τα πιάνουν με δίχτυ αλλά και πάλι σπανίως θα τα δεις να πουλιούνται στην αγορά. Πάντως στη Μακεδονία και την Ήπειρο συναντά κανείς πολύ περισσότερα πουλιά απ’ ό,τι στη Νότια Ελλάδα.

Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι στη Σιάτιστα έχουν κάποιο μέλος της οικογένειας τους στην Ιταλία, την Ουγγαρία, την Αυστρία ή άλλα μέρη της Γερμανίας και λίγοι είναι οι ηλικιωμένοι που δεν έχουν περάσει δέκα ή δώδεκα χρόνια της ζωής τους σε αυτές τις χώρες. Τα γερμανικά ομιλούνται ευρέως και τα ιταλικά σχεδόν το ίδιο.

Τα σπίτια είναι άνετα, καθαρά και όμορφα επιπλωμένα και ο κόσμος με τις περισσότερες ιδιαιτερότητες στο τραπέζι από κάθε άλλον στην Ελλάδα. Το φαγητό στη Σιάτιστα ίσως είναι τελικά η μόνη πηγή ασθενειών, μια και το κλίμα καθώς και η ατμόσφαιρα είναι εξαίρετα. Όμως πίνουν πολύ, από το δικό τους καλό κρασί. Μάλιστα ένας Σιατιστανός, που ήπιε πολύ, έπεσε από το άλογο και τώρα πεθαίνει.

William Martin Leake

Χωριά των Βλάχων

Οι Καλαρρύτες ή Ακαλαρρύτες και το Συρράκο ή Σερράκο είναι δύο από τα αγαπημένα χωριά των Βλάχων, από τα 500, όλα μεγάλα, που είναι διάσπαρτα στα βουνά της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Το Βλαχολίβαδο, κοντά στην Ελασσόνα, θεωρείται το μεγαλύτερο και μετά έρχεται το Μέτσοβο.

Χωριά των Βλάχων
Το Μέτσοβο το 1800
Χαλκογραφία

Από τη βυζαντινή ιστορία μαθαίνουμε ότι οι «Βλάχοι ή Βλαχιώτες» καταλαμβάνουν πολύ μεγάλο μέρος της Θεσσαλίας κατά το 12ο αιώνα, με αποτέλεσμα ολόκληρη η χώρα να αποκαλείται Μεγάλη Βλαχία. Λένε όμως στους Καλαρρύτες ότι οι Βλάχοι εγκαταστάθηκαν σε αυτό το μέρος της Πίνδου μόλις τα τελευταία 250 χρόνια, πράγμα που θεωρώ αξιόπιστο, καθώς θεωρείται μάλλον απίθανο να άφησαν τη γόνιμη γη της Θεσσαλίας πριν τους βρει η καταπίεση των Τούρκων κατακτητών και η αδυναμία τους να τους αντισταθούν.

Η μετακίνηση τους όμως δεν ήταν τελικά ατυχής, καθώς οι πρόγονοι τους απολάμβαναν ένα βαθμό ανοχής και πλεονεκτήματα που δεν είχαν στην προηγούμενη κατάστασή τους. Ξεκίνησαν εξάγοντας μάλλινα πανωφόρια στην Ιταλία, κάπες, όπως τις αποκαλούν, που φτιάχνονται σε αυτά τα βουνά και χρησιμοποιούνται πολύ στην Ιταλία, την Ισπανία και από τους Έλληνες βεβαίως. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για ένα πιο διευρυμένο εμπόριο. Σήμερα μοιράζονται με τους Έλληνες σημαντικό μέρος του αποικιακού εμπορίου, ανάμεσα στην Ισπανία ή τη Μάλτα και την Τουρκία και πολλοί κατέχουν πλοία και εμπορεύματα. Οι πιο πλούσιοι κάτοικοι είναι έμποροι που έμειναν για πολλά χρόνια στο εξωτερικό, στην Ιταλία, την Ισπανία ή τις κηδεμονίες της Αυστρίας και της Ρωσίας και οι οποίοι ύστερα από μακρά απουσία γύρισαν με τους καρπούς της φιλοπονίας τους πίσω στις γενέτειρες τους, πλουτίζοντας τες και σε κάποιο βαθμό εκπολιτίζοντας τες. Σπανίως μάλιστα επιστρέφουν για μόνιμη κατοικία εδώ πριν γεράσουν, και αρκούνται σε τρεις ή τέσσερις σύντομες επισκέψεις έως τότε.

Ανάλογες είναι και οι συνήθειες των μεσαίων τάξεων, οι επισκέψεις τους, όμως, στη γενέτειρα τους είναι πιο συχνές και διαρκούν μεγαλύτερο διάστημα, κυρίως τα καλοκαίρια. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν έμποροι διαφόρων πόλεων της Τουρκίας και βιοτέχνες, από τους οποίους οι πολυπληθέστεροι είναι ράφτες και εργάτες στα ορυχεία χρυσού, ασημιού και χαλκού. Ξεχωρίζουν για την κατασκευή πιστολιών που ταιριάζουν με τα γούστα των Αλβανών, διακρίνονται στην φιλοτέχνηση ασημένιων φλιτζανιών του καφέ και στο ράψιμο αλβανικών φορεμάτων. Οι φτωχότεροι είναι αχθοφόροι ή βοσκοί.

Στο Συρράκο υπάρχουν μερικοί χρυσοχόοι που δουλεύουν κατά κύριο λόγο στην Πρέβεζα ή τη Λευκάδα, το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων όμως εκτρέφουν πρόβατα. Τη φροντίδα των κήπων και των λίγων καλλιεργήσιμων κτημάτων που βρίσκονται γύρω από τις πόλεις έχουν κυρίως οι γυναίκες που θερίζουν τη σοδειά δίχως παράλληλα να παραμελούν το νοικοκυριό. Ο Ηρακλείδης Ποντικός σημειώνει ότι στην Αθαμανία «γεωργούσι μεν αι γυναίκες, νεμούσι οι άνδρες» και πράγματι εδώ βρισκόμαστε, αν όχι στην Αθαμανία, τουλάχιστον πολύ κοντά, σε μια περιοχή που τόσο της μοιάζει.

Πολλοί έμποροι έχουν σπίτια στα Ιωάννινα και οι βοσκοί συνήθως κατεβάζουν αυτήν την εποχή τα κοπάδια τους προς τις κοιλάδες και σε παραθαλάσσια μέρη, οπότε στους Καλαρρύτες συναντά κανείς μόνο γυναίκες, παιδιά και ιερείς. Το χιόνι είναι στρωμένο σε αυτήν την πόλη ακόμα για πέντε μήνες συνεχώς ή περίπου τόσο, έτσι πολύ μικρή είναι η επικοινωνία με τη γύρω περιοχή και τα νοικοκυριά αναγκάζονται να φροντίζουν για τις χειμωνιάτικες προμήθειες τους σε ρύζι, αλεύρι, λάδι, παστό ψάρι και καυσόξυλα.

Από τα χωριά των Βλάχων, οι Καλαρρύτες και το Συρράκο φιλοξενούν κάπου πέντε με έξι χιλιάδες ψυχές, εκτός εκείνων που ζουν στο εξωτερικό, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το ένα δέκατο του πληθυσμού. Κάθε πόλη έχει το γιατρό της, ο οποίος πληρώνεται με το μήνα από το κράτος, και το δάσκαλό της. Αυτός ο τελευταίος όμως περιορίζεται σε μια υποτυπώδη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, καθώς οι γονείς ελάχιστα ενδιαφέρονται να αποκτήσουν τα παιδιά τους επαρκείς γνώσεις, μια και το θεωρούν περιττό. Εκτός και να τα παιδιά τους προορίζονται για παπάδες, προοπτική που πάντως ελάχιστα εγγυάται την επιτυχία στη ζωή τους.

Οι κατώτερες τάξεις στους Καλαρρύτες (το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και στα γειτονικά χωριά των Βλάχων) διατηρούν με εντυπωσιακό τρόπο το αρχαίο πνεύμα ανεξαρτησίας για το οποίο οι Έλληνες είναι γνωστοί. Δεν δέχονται εύκολα να γίνουν υπηρέτες και οι αρχηγοί της οικογένειας που δεν έχουν βρεθεί στο εξωτερικό υπηρετούνται από τις γυναίκες και τις κόρες τους. Οι άλλοι πάλι, αυτοί που έχουν συνηθίσει διαφορετικά στο εξωτερικό, συνήθως παίρνουν υπηρέτες από τα Ιωάννινα ή τα Τρίκαλα.

Η φιλήσυχη ζωή της τοπικής κοινότητας δεν της διασφάλισε την ανεξαρτησία που οι πρόγονοι της είχαν κατακτήσει και την οποία απολάμβαναν στη Βόρεια Ελλάδα. Η απόσυρσή τους σε αυτό το τμήμα της Πίνδου θα ήταν άκρως πλεονεκτική αν ως λαός ήταν φιλοπόλεμος τόσο όσο οι Έλληνες και οι Αλβανοί ορεσίβιοι. Μικρή, όμως, ήταν η αντίσταση τους στον Αλή πασά, ο οποίος ήταν πρόθυμος να τους φερθεί με επιείκεια, και χάρη στη στάση που κράτησαν αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι οι Καλαρρύτες και κάποιες άλλες πόλεις είναι φόρου υποτελείς απ’ ευθείας στη βαλιδέ σουλτάνα και απολαμβάνουν προνομιακού καθεστώτος στην ανώτατη αυλή. Ο Αλή δίνει λογαριασμό στο αυτοκρατορικό ταμείο και ως εκ τούτου έχει προσπαθήσει να αποφύγει κάθε αιτία παραπόνων από τους ραγιάδες αυτών των περιοχών.

William Martin Leake