Ο Γεώργιος Φραντζής (1401-1480)

Ο Γεώργιος Φραντζής γεννήθηκε, όπως αναφέρει ο ίδιος, το 1401μ.Χ. επί της βασιλείας του Μανουήλ Παλαιολόγου, από επίσημη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, και ήταν συγγενής του Γρηγορίου Παλαιολόγου, του Μαμωνά, γιου του μεγάλου Δούκα του Μαμωνά, που ήταν παλαιότερα ηγεμόνας της Μονεμβασίας.

Ο Γεώργιος Φραντζής
Ο Γεώργιος Φραντζής

Σε ηλικία δεκαεξίμισι ετών προσλήφθηκε από το βασιλιά Μανουήλ για να μορφωθεί στο Κελί του. Ο Μανουήλ τον αγαπούσε ιδιαίτερα για την πίστη, την αφοσίωση και την εξυπνάδα του, τον χρησιμοποιούσε σε εμπιστευτικές υποθέσεις και τέλος τον έστειλε δυο φορές πρέσβη στο σουλτάνο Μουράτ.

Η μεγάλη οικειότητα του βασιλιά απέναντι του φαίνεται από το γεγονός ότι του ανέθεσε να γράψει ο ίδιος τη διαθήκη του, με την οποία τον όριζε, μαζί με άλλους δύο, επίτροπο της τελευταίας θέλησης του, και έκανε ιδιαίτερη σύσταση στο γιο και διάδοχο του  Ιωάννη να τον έχει πάντα μαζί του, να τον θεωρεί σαν έναν από τους πιστότερους ανθρώπους του και να του δώσει προαγωγή.

Ο Γεώργιος Φραντζής είχε από παιδί μεγάλη φιλία με τον μετέπειτα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο. Ο τελευταίος ζήτησε από τον αδελφό του Ιωάννη να τον έχει στην υπηρεσία του όταν εκείνος έγινε βασιλιάς μετά το θάνατο του Μανουήλ. Ο Ιωάννης, όμως, έχοντας υπόψιν την πατρική εντολή, δεν ήθελε να του τον δώσει. Με τη μεσολάβηση και τη συγκατάθεση της βασιλομήτορος Ελένης Δραγάτση, επέτρεψε να συνοδεύσει ο Γεώργιος Φραντζής τον Κωνσταντίνο στην Πελοπόννησο, όπου πήγαινε να αναλάβει την ηγεμονία αυτής της περιοχής.

Από τότε ο Κωνσταντίνος τον έπαιρνε πάντα μαζί του, τον αγαπούσε, του εμπιστευόταν τα ιδιαίτερα μυστικά του, του ανέθετε διάφορες διπλωματικές αποστολές και τον είχε μυστικοσύμβουλο του. Ο Φραντζής ήταν αχώριστος σύντροφος του μέχρι το τέλος και παρευρέθηκε στην κηδεία του. Τον έσωσε μάλιστα έξω από την Πάτρα, σε πόλεμο εναντίον των κατοίκων της, που τότε βρισκόταν υπό την κυριαρχία ενός αρχιερέα, όταν τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Ήταν τόσο στενοί φίλοι, ώστε ο Κωνσταντίνος τον στεφάνωσε και του βάφτισε όλα του τα παιδιά.

Ο Φραντζής είχε πάρει το αξίωμα του Πρωτοβεστιάριου από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, ενώ λίγες μέρες πριν από την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης τον ονόμασε Μεγάλο Λογοθέτη.

Τόσο ο ίδιος όσο και ολόκληρη η οικογένεια του αιχμαλωτίστηκαν στην Άλωση της Βασιλεύουσας. Ο σουλτάνος αγόρασε από τον αρχιιπποκόμο του τα παιδιά του Φραντζή, που ήταν πολύ όμορφα, με σκοπό να ατιμάσει το μεγαλύτερο γιο του, που ήταν δεκαπέντε χρόνων. Επειδή, όμως, το αγόρι δεν υπέκυψε στις επιθυμίες του, το έσφαξε. Ο Φραντζής εξαγοράστηκε και πήγε στην Πελοπόννησο, στον αδελφό του Αυτοκράτορα Δημήτριο, που ήταν ηγεμόνας της Σπάρτης και ο οποίος τον περιποιήθηκε πολύ, μέχρι που κατάφερε τελικά να εξαγοράσει τη σύζυγό του.

Μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να συμφιλιώσει τους αδελφούς του αυτοκράτορα Δημήτριο (ηγεμόνα της Σπάρτης)και Θωμά (ηγεμόνα της Πάτρας), για τη σωτηρία τουλάχιστον της Πελοποννήσου, την οποία απειλούσαν οι Τούρκοι εξαιτίας των διχονοιών και των εμφυλίων πολέμων αίτιοι των οποίων ήταν -κατά τον Φραντζή- οι Αλβανοί της Πελοποννήσου και ο Ματθαίος Ασάν.

Ο Γεώργιος Φραντζής επειδή απελπίστηκε, πήγε μαζί με τη σύζυγό του στη μονή των Αγίων Αποστόλων της Κέρκυρας και εκεί έγιναν και οι δύο μοναχοί. Ο Φραντζής πήρε το όνομα Γρηγόριος. Κατά την παραμονή του στο μοναστήρι, κατά προτροπή των μοναχών, έγραψε το Χρονικό, που αρχίζει από τον Αλέξιο Άγγελο Κομνηνό και τελειώνει στις 30 Μαρτίου 1478 και περιλαμβάνει τη ζωή των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης μέχρι την άλωση, καθώς και όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην Πελοπόννησο και σε διάφορα άλλα μέρη.

Ο Γεώργιος Φραντζής επειδή απελπίστηκε, πήγε μαζί με τη σύζυγό του στη μονή των Αγίων Αποστόλων της Κέρκυρας και εκεί έγιναν και οι δύο μοναχοί. Ο Φραντζής πήρε το όνομα Γρηγόριος. Κατά την παραμονή του στο μοναστήρι, κατά προτροπή των μοναχών, έγραψε το Χρονικό, που αρχίζει από τον Αλέξιο Άγγελο Κομνηνό και τελειώνει στις 30 Μαρτίου 1478 και περιλαμβάνει τη ζωή των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης μέχρι την άλωση, καθώς και όλα τα γεγονότα που συνέβησαν στην Πελοπόννησο και σε διάφορα άλλα μέρη. locked0

Άλωση της Κωνσταντινούπολης (29 Μαΐου 1453)

Ο Γεώργιος Φραντζής είναι ίσως η πιο αξιόπιστη πηγή όσον αφορά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεώργιος Φραντζής ήταν επιστήθιος φίλος και μυστικοσύμβουλος του τελευταίου αυτοκράτορα των Ελλήνων Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μέρος του Χρονικού του Βυζαντινού συγγραφέα.

Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Βιβλίο Γ΄

Κεφάλαιο Η΄

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη και πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του, όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους κα να φύγουν. Δυο αδέλφια, οι Ιταλοί Παύλος κα Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδελφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών. Το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι, τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντηλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των Αγίων, και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν.  Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου! Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγιάς Σοφιάς, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο τα δόξας του  Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρων και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την αγία εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες ανδρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δεν γλύτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

Γεώργιος Φραντζής