Η Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941)

Η Πηνελόπη Δέλτα (Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 24 Απριλίου 1874 – Αθήνα, 2 Μαΐου 1941) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, γνωστή κυρίως από τα ιστορικά της μυθιστορήματα για παιδιά, η σημαντικότερη ίσως γυναικεία φυσιογνωμία στις κρίσιμες για τον Ελληνισμό πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Η Πηνελόπη Δέλτα
Η Πηνελόπη Δέλτα

Η Πηνελόπη Μπενάκη – Δέλτα γεννήθηκε στις 24 Απριλίου του 1874, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από τον επιχειρηματία και εθνικό ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη και την Βιργινία Χωρέμη, μέλος της ισχυρής τότε εμπορικής οικογένειας Χωρέμη της Αλεξάνδρειας. Η Πηνελόπη ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας ήταν: η Αλεξάνδρα Μπενάκη Χωρέμη – Daves, ο Αντώνης Μπενάκης, ο Κωνσταντίνος Μπενάκης, ο Αλέξανδρος Μπενάκης και η Αργίνη Μπενάκη – Σαλβάγου.

Η Πηνελόπη Δέλτα έγραψε ιστορίες και παραμύθια για παιδιά. Υπηρέτησε την παιδική λογοτεχνία όσο κανείς άλλος στην Ελλάδα. Σήμερα θεωρείται η συγγραφέας που έβαλε γερές βάσεις στο παιδικό βιβλίο. Με μια ψυχή γεμάτη Ελλάδα, με μια παιδικότητα -με την καλή έννοια- ύφους, έδωσε αριστουργήματα στην παιδική μας λογοτεχνία. Λάτρεψε το παιδί και λατρεύτηκε από αυτό. Τρία πράγματα λάτρεψε στη ζωή της η Πηνελόπη Δέλτα: την Ελλάδα, το παιδί και τους φτωχούς. Και τα τρία τα υπηρέτησε πιστά και στα τρία έδωσε τον εαυτό της. Στα παιδιά έδωσε αφηγήματα διαποτισμένα από την ιστορία μας και από τις παραδόσεις μας, στους φτωχούς στάθηκε συμπαραστάτης και αρωγός και στην Ελλάδα, με την κοινωνική και πνευματική της προσφορά, δεν άφησε τομέα που να μην κάλυψε με τον γνήσιο πατριωτισμό της.

Το έργο της Πηνελόπης Δέλτα

  • 1909: Για την Πατρίδα
  • 1909: Η καρδιά της βασιλοπούλας
  • 1910: Παραμύθι χωρίς όνομα
  • 1911: Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
  • 1915: Παραμύθια και άλλα
  • 1921: Τ’ Ανεύθυνα
  • 1922: Στο Κοτέτσι (παραμύθι)
  • 1925: Η ζωή του Χριστού – (δίτομο)
  • 1927: Το γκρέμισμα
  • 1932: Τρελαντώνης
  • 1935: Μάγκας
  • 1937: Στα μυστικά του βάλτου
  • 1939: Οι Ρωμιοπούλες (μυθιστόρημα για ενήλικες)

Το τέλος της ζωής της στάθηκε, δυστυχώς, μια πράξη επιβεβαίωσης αυτής της ξέφρενης λατρείας της για την πατρίδα. Πέθανε λίγες μέρες αφότου μπήκαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα, από δυνατό ψυχικό κλονισμό στις 2 Μαΐου 1941.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org/wiki/Πηνελόπη_Δέλτα

Αικατερίνη της Ρωσίας (1729-1796)

Η Αικατερίνη Αλεξέγεβνα απέκτησε με τη γέννηση της, στις 2 Μαΐου 1729, το όνομα Σοφία Αυγούστα Φρειδερίκη. Βαπτίστηκε με το λουθηρανικό τυπικό του Στέτιν και έγινε τυπική Γερμανίδα πριγκίπισσα -ευγενής, αλλά όχι πλούσια.

Αικατερίνη της Ρωσίας
Η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας

Οι γονείς κατάγονταν και οι δύο από οικογένειες ευγενών. Όταν γεννήθηκε η Φρειδερίκη ο πατέρας της, δούκας Χριστιανός Αύγουστος υπηρετούσε στον πρωσικό στρατό ως φρούραρχος του Στέτιν. Τα παιδικά χρόνια της πριγκίπισσας ήταν συνηθισμένα όπως για όλα τα παιδιά του κύκλου της. Παρακολουθούσε μαθήματα κατ’ οίκον. Μαζί με τη μητέρα της επισκεπτόταν συχνά τους πύργους των πολυάριθμων Γερμανών συγγενών τους. Αυτός ο τρόπος ζωής από τα μικρά της χρόνια έκανε τη Φρειδερίκη να προσαρμόζεται στις καταστάσεις και τη δίδαξε να γνωρίζεται γρήγορα και άνετα με τους πιο διαφορετικούς ανθρώπους. Δεν διαμόρφωσε μέσα της την αντίληψη του πατρικού σπιτιού και της ιδιαίτερης πατρίδας, πράγμα που τη διευκόλυνε να συνηθίσει τη ζωή στη Ρωσία.

Η Γερμανία πάντα θεωρούνταν «νυφοπάζαρο». Φτωχές, ευγενείς και ανύπανδρες πριγκίπισσες υπήρχαν εκεί άφθονες. Η Φρειδερίκη ευνοήθηκε εξαιρετικά από την τύχη, όταν τη διάλεξε η Αυτοκράτειρα της Ρωσίας Ελισάβετ για σύζυγο του ανηψιού και διαδόχους της Πέτρου Φιοντόροβιτς, ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Πέτρος Γ’. Ο Πέτρος ήταν γιος της εκλιπούσης αδελφής της Άννας Πετρόβνα.

Η Φρειδερίκη που έγινε Αικατερίνη

Αρχές του 1744 η Φρειδερίκη ταξίδεψε με τη μητέρα της στη Ρωσία, μετά την πρόσκληση της Αυτοκράτειρας. Η άγνωστη χώρα εντυπωσίασε τη 15χρονη, τότε, κοπέλα. Αμέσως άρχισε να μαθαίνει ρωσικά, την κυρίευσε μια ακατανίκητη επιθυμία να είναι και να αισθάνεται Ρωσίδα. Η Ρωσία έγινε για πάντα το σπίτι της, η πατρίδα, ο νόημα της ζωής, η μεγαλύτερη αγάπη, την οποία συναγωνιζόταν μόνο η αγάπη για την εξουσία.

Η Φρειδερίκη έκανε καλή εντύπωση στην Αυτοκράτειρα Ελισάβετ. Σύντομα ασπάστηκε το ορθόδοξο δόγμα, πήρε το όνομα Αικατερίνη Αλεξέγεβνα και έγινε αρραβωνιαστικιά του Πέτρου Φιοντόροβιτς. Τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής της Αικατερίνης στη Ρωσία ήταν τα πιο δύσκολα. Ο γάμος της με τον Πέτρο ήταν από τους πιο αποτυχημένους. Παρά τις προσπάθειες της Αικατερίνης ο Πέτρος δεν έδινε καμία σημασία στην σύζυγό του. Είχε παιδαριώδη συμπεριφορά και ασχολούνταν μόνο με στρατιωτικά παιχνίδια και το κυνήγι. Εννιά χρόνια δεν είχαν καν σεξουαλική ζωή και δεν απέκτησαν παιδιά. Όταν ανέφερε στην Ελισάβετ το λόγο της ατεκνίας τους εκείνη την ενθάρρυνε να βρει κάποιον εραστή για να γεννήσει το διάδοχο του Πέτρου Φιοντόροβιτς. Όταν η Αικατερίνη γέννησε τον γιο της Παύλο, πολλοί ήταν εκείνοι που είχαν αμφιβολία για το ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού.

Η Αικατερίνη γέμιζε τις ώρες της με το διάβασμα. Στην αρχή η ανάγνωση αφορούσε μυθιστορήματα και μετέπειτα έγινε πιο συνειδητή και προχωρούσε με κατάλογο «ωφέλιμων βιβλίων». Χάρη σε αυτές τις γνώσεις εξασκούσε το πνεύμα της, οραματιζόμενη τον υψηλό στόχο της: την εξουσία, την επιρροή, τη δόξα.

Μετά τη γέννηση του γιου της η Αικατερίνη κατάφερε να συνάψει σχέσεις με τους ισχυρούς αυλικούς και υπουργούς μεταξύ των οποίων ιδιαιτέρως ξεχώριζε ο καγκελάριος Α. Π. Μπεστούζεφ-Ριούμιν. Ήταν ο πρώτος που εκτίμησε ποια σπάνια γυναίκα είχε απέναντι του, ποια φιλοδοξία την έκαιγε, πόση ενέργεια και πόση δύναμη περιέκλειε η προσωπικότητα της συζύγου του διαδόχου. Ο ίδιος, κατά τη διάρκεια σοβαρής ασθένειας της Ελισάβετ, παρέσυρε την Αικατερίνη σε αυλική συνωμοσία, που κατέρρευσε και εξαιτίας της, ο καγκελάριος έχασε την εξουσία και η Αικατερίνη μόλις που κατάφερε να αποφύγει τη δυσμένεια.

Η Αικατερίνη Αυτοκράτειρα πασών των Ρωσιών

Η συνωμοτική αυτή εμπειρία της φάνηκε χρήσιμη, όταν μερικά χρόνια αργότερα, ανέβηκε στο θρόνο ο σύζυγος της, ως Πέτρος Γ’. Λόγω της αμφίρροπης αντιπάθειας που έτρεφαν οι σύζυγοι, η Αικατερίνη με τους αδελφούς Ορλόφ συνωμότησαν και σε αυτό συνέτεινε και ότι ο αυτοκράτορας στη σύντομη βασιλεία του πρόλαβε να στρέψει εναντίον του πολλούς πατριώτες. Στις 28 Ιουνίου 1762, με τη βοήθεια της φρουράς κατέλαβε την εξουσία, διεξήγαγε αστραπιαίο πόλεμο «συζύγου εναντίον συζύγου», συνέλαβε τον Πέτρο Γ’, για να αναδειχθεί απόλυτος μονάρχης, ως Αικατερίνη η Β’. Στις 6 Ιουλίου του 1762 ο Πέτρος ο Γ’ σκοτώθηκε έξω από την Αγία Πετρούπολη, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Δεν έχει αποδειχθεί ότι η Αικατερίνη διέταξε το θάνατό του, αλλά υπάρχουν μαρτυρίες ότι, αν και γνώριζε το σχέδιο δολοφονίας του, δεν έκανε τίποτα για να το σταματήσει.

Στην αρχή η Αικατερίνη ήταν άπειρη στη διακυβέρνηση και οι αξιωματικοί της φρουράς σπάνια την υπολόγιζαν. Όμως, η νέα Αυτοκράτειρα επέδειξε υπομονή, αποφασιστικότητα, πονηριά και επιμονή. Κατόρθωσε να συγκεντρώσει πραγματική εξουσία στα χέρια της.

Σταθμός στη ζωή της Αικατερίνης υπήρξε το 1767 όταν συγκάλεσε για τη συζήτηση νέου κώδικα νόμων τη «Νομοθετική Επιτροπή» από εκπροσώπους διαφόρων ομάδων της ρωσικής κοινωνίας και τους απηύθυνε ειδική «Εντολή» στην οποία εξέφρασε τις πολιτικές της απόψεις και προσδιόρισε τα καθήκοντα και τις προτεραιότητες που θα πρέπει να επιδιώξει η Ρωσία στο μέλλον. Η Αικατερίνη διατύπωσε με σαφήνεια την ιδέα της αναμόρφωσης, της μετατροπής της Ρωσίας σε «αντιπροσωπευτική μοναρχία», με παραχώρηση στα βασικά κοινωνικά στρώματα της χώρας αναφαίρετων δικαιωμάτων και προνομίων.

Η περαιτέρω τύχη των μεταρρυθμίσεων συνδέθηκε με την ανάπτυξη στη Ρωσία «ταξικής» οργάνωσης, την επεξεργασία θεμελιωδών νόμων και θεσμών, οι οποίοι θα ταίριαζαν με το πλαίσιο της πεφωτισμένης απολυταρχίας. Η Αικατερίνη έπαιξε προεξάρχοντα ρόλο. Μόνο αυτή κατανοούσε το γιγάντιο, σχεδόν ακατόρθωτο, στόχο να μετατραπεί η Ρωσία σε κράτος, όπου κυριαρχεί το δίκαιο και όχι η αυθαιρεσία. Ακολούθησε με πείσμα αυτό το δρόμο και πέτυχε πολλά.

Την εποχή της διακυβέρνησης της Αικατερίνης η κρατική μηχανή επιτάχυνε. Η δραστήρια και επιθετική πολιτική της Αυτοκράτειρας προσέθεσε και νέα εδάφη που αποσπάστηκαν από την Πολωνία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Αικατερίνη, αν και Γερμανίδα, άσκησε εξωτερική πολιτική σαν Ρωσίδα εθνικίστρια, γεγονός που εκφράστηκε ιδιαιτέρως στην ιστορία της διάλυσης του πολωνικού κράτους και τον τεμαχισμό των εδαφών του μεταξύ Ρωσίας, Πρωσίας και Αυστρίας. Η Αικατερίνη ήταν συνεπαρμένη και με κάτι άλλο, τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία στα ερείπια της κρατών-δορυφόρων της Ρωσίας.

Η Αικατερίνη πραγματική διάδοχος του Μεγάλου Πέτρου

Η Αικατερίνη έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για τους Διαφωτιστές αν και οι απόψεις τους ήταν διαμετρικά αντίθετες. Εκείνοι ήθελαν με τη βοήθεια του «φωτός της γνώσεως» να συντρίψουν την παλαιά φεουδαρχική τάξη της Ευρώπης και η Αικατερίνη επιθυμούσε με το ίδιο «φως» να εδραιώσει τη Ρωσία και η ίδια να εξελιχθεί σε μονάρχη πεφωτισμένο, με πρωτοβουλίες, αλλά και υπακοή στους νόμους, αφιερωμένη στη μοναρχία και τη δυναστεία του έθνους.

Η ιδεολογία της εξουσίας της Αικατερίνης βασιζόταν στις αρχές που πρώτος είχε θεμελιώσει ο Μεγάλος Πέτρος, εμπλουτισμένες όμως με τις ιδέες του Διαφωτισμού, πράγμα που επέτρεψε στον ιστορικό Α. Β. Κάμενσκι να ονομάσει το καθεστώς της Αικατερίνης Β’ «απολυταρχία με ανθρώπινο πρόσωπο». Παρά την ειλικρινή πεποίθηση της ότι πρέπει να ριζώσουν στη Ρωσία οι αρχές και οι αξίες του Διαφωτισμού, ήταν πολύ μακριά από τις προθέσεις της να τεθούν οποιαδήποτε όρια στην απολυταρχία, να εισαχθούν στοιχεία συνταγματικής μοναρχίας, γεγονός που θα σήμαινε απότομη μείωση της προσωπικής της εξουσίας και διάλυση του πατροπαράδοτου συστήματος διακυβέρνησης στη χώρα. Ήταν πεπεισμένη ότι στη Ρωσία είναι τεράστιος ο ρόλος του κράτους, το οποίο κυρίως δεν τιμωρεί, αλλά φροντίζει για τη ευτυχία των υπηκόων του. Επομένως είναι αναντικατάστατος και ο ρόλος του μονάρχη: του πιο σημαντικού κηδεμόνα και παιδαγωγού του λαού.

Η Αικατερίνη θεωρούσε τη μοναρχία αναγκαίο κακό. Ήταν αναμφίβολα αντίπαλος της δουλοπαροικίας. Όμως, επρόκειτο, κατά την άποψη της, για μια τάξη πραγμάτων που θα ήταν επικίνδυνο να διαταραχθεί. Εναπόθετε όλες τις ελπίδες της στη σταδιακή, εξελικτική διαδικασία ανάπτυξης, οπότε με τη βοήθεια της βελτίωσης της νομοθεσίας, την παιδείας, της καταπράυνσης των παθών και της καθιέρωσης συνετών κανονισμών θα μπορέσει να επιτευχθεί η άρση του καθεστώτος της δουλοπαροικίας.

Το τέλος της Αικατερίνης Αλεξέγεβνα

Η Αικατερίνη ονειρευόταν πως θα πεθάνει όπως ο Σωκράτης ή ο Σενέκας, περιστοιχισμένη από γενναίους, καλούς φίλους, υπό τους ήχους αγαπημένης μουσικής με λουλούδια, εύκολα και άνετα. Όμως ο χάρος τη χτύπησε, στα 67 της χρόνια, άγρια και χωρίς τελετές με το τρομακτικό δρεπάνι του, νωρίς το πρωί της 17ης Νοεμβρίου 1796, όταν η αυτοκράτειρα περνούσε το στενό διάδρομο από το γραφείο στην ιματιοθήκη της. Ένα ισχυρό εγκεφαλικό είχε γκρεμίσει τη παντοδύναμη τσαρίνα. Δεν υπήρχαν πλάι της ούτε λουλούδια, ούτε φίλοι, ούτε μουσική. Η Αικατερίνη βρισκόταν στο πάτωμα και γύρω της στέκονταν οι κυρίες της τιμής και δίπλα έτρεχε βροντώντας τα τακούνια και το μπαστούνι του στο παρκέ ο γιος της Παύλος. Βιαζόταν να πάει στο γραφείο της, να βρει και να εξαφανίσει τη διαθήκη της υπέρ του δικού του γιου, Αλέξανδρου.

Το Ρέθυμνο (5ος αιώνας π.Χ.-…)

Το Ρέθυμνο είναι πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού (περιφερειακής ενότητας) της Κρήτης και έδρα του μητροπολιτικού ομώνυμου Δήμου της περιφέρειας Κρήτης (πρόγραμμα Καλλικράτης). Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας ήταν έδρα του Δήμου Ρεθύμνης. Εμφανίζει μεγάλη τουριστική κίνηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ οι 10.500 και πλέον ενεργοί φοιτητές καθιστούν την πόλη ιδιαίτερα ζωντανή κατά την υπόλοιπη περίοδο του χρόνου. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται σε 34.300 κατοίκους (απογραφή 2011) και του δήμου σε 55.525 κατοίκους. Η ευρύτερη αστική περιοχή έχει πληθυσμό 46.879 κατοίκους, ενώ ο συνολικός πληθυσμός της Περιφερειακής ενότητας Ρεθύμνου ανέρχεται στους 85.609 κατοίκους. Είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης μετά το Ηράκλειο και τα Χανιά.

Το Ρέθυμνο
Το Ρέθυμνο

Το Ρέθυμνο που έγινε Αρσινόη

Το Ρέθυμνο είναι χτισμένο στην ίδια θέση με την αρχαία Ρίθυμνα ή Ρήθυμνα ή Ριθυμνία. Μαρτυρίες για την ύπαρξη της πόλης υπάρχουν από τον 5ο-4ο αι. π.Χ. και είναι κυρίως τα αργυρά και χάλκινα νομίσματα, τα οποία έφεραν στη μια όψη την κεφαλή του Απόλλωνα ή της Αθηνάς, και στην άλλη τρίαινα ή δύο δελφίνια ή αίγα. Από την κοπή των νομισμάτων αυτών φαίνεται ότι η πόλη ήταν ανεπτυγμένη με αξιόλογο εμπόριο. Ίσως να είχε αναπτύξει σχέσεις με τους Πτολεμαίους, οι οποίοι την είχαν μετονομάσει σε Αρσινόη.

Βυζαντινοί, Γενουάτες, Ενετοί και Τούρκοι στο Ρέθυμνο

Αξιόλογες μαρτυρίες δεν υπάρχουν για τη βυζαντινή περίοδο μέχρι το 1204, οπότε οι Ενετοί αγόρασαν από τους Φράγκους κατακτητές του Βυζαντίου ολόκληρη την Κρήτη έναντι 10.000 αργυρών μάρκων. Τότε αρχίζει η περίοδος της Ενετοκρατίας, η οποία φτάνει μέχρι το 1669. Οι Ενετοί αρχικά εξεδίωξαν τους Γενουάτες του Ενρίκο Πεσκατόρε και εγκαταστάθηκαν στο νησί. Δεν έδωσαν εντούτοις ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάπτυξή του. Τους ενδιέφεραν περισσότερο οι κτήσεις τους στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα Επτάνησα.

Το 1538 ο Χαϊρεντίν (Khair ad Din) Μπαρμπαρόσα, ναύαρχος του Οθωμανικού στόλου και κουρσάρος των ακτών της Αλγερίας (Μπαρμπαριάς), επιτέθηκε στο νησί. Οι Ενετοί αποφάσισαν να κατασκευάσουν ορισμένα οχυρωματικά έργα. Περιέβαλαν την πόλη με τείχος μήκους 1400 μ. (σήμερα ολοσχερώς κατεστραμμένο), αφήνοντας όμως την από θαλάσσης πλευρά εκτεθειμένη. Ήταν εύκολο έτσι για τον πειρατή Ολουτζ Αλή να την κατακτήσει, το 1562. Οι Ενετοί, διαπιστώνοντας το σφάλμα τους, αφού τον εξεδίωξαν, κατασκεύσαν το περίφημο κάστρο της Φορτέτζας, σωζόμενο σήμερα. Η Φορτέτζα αποτελεί το έμβλημα του Ρεθύμνου.

Ο 16ος αιώνας βρίσκει την πόλη σε μεγάλη πνευματική άνθηση. Πολλοί Ρεθυμνιώτες καλλιτέχνες και λόγιοι εργάζονται όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Βενετία. Σημαντικές προσωπικότητες είναι ο Μάρκος Μουσούρος, ο Εμμανουήλ Τζάνες Μπουνιαλής και ο αδελφός του Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής, ο Νικόλαος Βλαστός, ο Ζαχαρίας Καλλέργης, ο ζωγράφος Εμμανουήλ Λαμβάρδος, ο Γεώργιος Χορτάτσης κ.ά.

Η περίοδος αυτή της ακμής διακόπηκε απότομα, όταν στις 13 Νοεμβρίου 1646 το Ρέθυμνο και το 1669 εξ ολοκλήρου η Κρήτη κατακτήθηκαν από τους Τούρκους, οι οποίοι οδήγησαν την πόλη σε μαρασμό. Οι κάτοικοί της σταδιακά άρχισαν να την εγκαταλείπουν, αλλά δεν έλειψαν και οι μικροεξεγέρσεις. Με την έκρηξη της Επανάστασης του 1821 στην ηπειρωτική Ελλάδα, η Κρήτη ξεσηκώθηκε. Οι Τούρκοι απάντησαν με σφαγές των αμάχων σε διάφορες πόλεις, με πρώτη αυτή στις Κυδωνίες Χανίων την 15 Μαΐου 1821. Παρακινημένοι από αυτό το επεισόδιο, οι Τούρκοι του Ρεθύμνου έκαναν το ίδιο. Μέσα στην πόλη έσφαξαν πάνω από εκατό άοπλους Έλληνες μεταξύ των οποίων τον Χ. Καλλέργη και τον Ιωάννη Δεληγεώργη. Λεηλάτησαν τα καταστήματα και τα εργαστήρια, αιχμαλώτισαν γυναίκες και παιδιά και φυλάκισαν τον επίσκοπο Ρεθύμνης Γεράσιμο Περδικάρη όπως και τους ηγουμένους των μοναστηριών, άλλους κληρικούς και λαϊκούς και τον ελληνοδιδάσκαλο Ιωάννη. Επί τρεις μέρες έτρεχαν και στα γύρω χωριά λεηλατώντας και σκοτώνοντας όσους δεν πρόλαβαν να κρυφτούν στα ορεινά. Μέχρι εξήντα άτομα σκοτώθηκαν στο χωριό Περιβόλια, κοντά στο Φρούριο, και πολλούς άλλους στα χωριά Μαγουλά και Μαρουλά, μεταξύ αυτών και τον ιερέα Γεώργιο. Ακόμα και δύο Τούρκοι σκοτώθηκαν μεταξύ τους στη διαμάχη για την κατοχή τριών νεαρών γυναικών. Στα χωριά γύρω από το Ρέθυμνο σκοτώθηκαν περί τους 500 Έλληνες. Τούρκος ονόματι Χατζαλάκης διακρίθηκε για την αγριότητά του σκοτώνοντας όποιον χριστιανό συναντούσε. Όσοι Έλληνες μπόρεσαν διασώθηκαν στα Σφακιά και στα γύρω όρη, ενώ οι Τούρκοι κλείστηκαν στο φρούριο του Ρεθύμνου. Χωρίς δυσκολία οι Τούρκοι κατέπνιξαν την επανάσταση στο νησί, καθώς οι Κρητικοί πολεμούσαν μόνοι κι αβοήθητοι. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο του σπηλαίου του Μελιδονιού, στο οποίο είχαν καταφύγει περίπου 370 άτομα (άνδρες και γυναικόπαιδα) που δεν ήθελαν να παραδοθούν: Οι Τούρκοι πέταξαν αναμμένα υλικά στην είσοδο του σπηλαίου, με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο από ασφυξία οι έγκλειστοι σ’ αυτό (2 – 3 Οκτωβρίου 1823).

Το 1866 ξέσπασε νέα επανάσταση. Αυτή τη φορά οι Κρήτες πολέμησαν σε μεγάλο βαθμό αβοήθητοι και η επανάσταση κατεστάλη. Το πιο χαρακτηριστικό γεγονός αυτής της επανάστασης είναι το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου (8 Νοεμβρίου 1866), ενός μοναστηριού 22 χλμ. ανατολικά του Ρεθύμνου.

Με την ανεξαρτητοποίηση της Κρήτης (1897) η πόλη άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται. Κατασκευάστηκαν έργα υποδομής (δρόμοι, γέφυρες, διδακτήρια). Η άφιξη και εγκατάσταση χιλιάδων Ελλήνων Μικρασιατών προσφύγων, άνω των 6000 στο Ρέθυμνο και στα περίχωρά του, πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 1922-1925, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή πληθυσμών. Παρ’ όλες τις δυσκολίες της εποχής, η ένταξη των προσφύγων έγινε αρκετά ομαλά και αρμονικά και πλέον το ένα τρίτο του πληθυσμού του Ρεθύμνου έχει μικρασιατικές ρίζες.

Η ανάπτυξη σε πολιτιστικό και οικονομικό επίπεδο έλαβε σημαντική ώθηση με την εγκατάσταση των Μικρασιατών, ανακόπηκε όμως με τη Μάχη της Κρήτης στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά την οποία η πόλη υπέστη αρκετές καταστροφές. Διασώθηκε, ωστόσο, σημαντικό μέρος της (ενετικής) παλιάς πόλης, η οποία είναι μέχρι σήμερα μια από τις καλύτερα διασωζόμενες ενετικές πόλεις στην Ελλάδα.

Το Ρέθυμνο σήμερα

Μετά την απελευθέρωση η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται εκ νέου τόσο οικιστικά όσο και πνευματικά. Σημαντική ώθηση της προσέδωσε η εγκατάσταση της Φιλοσοφικής Σχολής και της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης (περίπου 10.500 φοιτητές) και η δημιουργία της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης που λειτουργεί σήμερα στην πανεπιστημιούπολη στον οικισμό Γάλλου. Από το 1999 λειτουργεί στο Ρέθυμνο το τμήμα Μηχανικών Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής του Τ.Ε.Ι. Κρήτης και από το 2016 το Ερευνητικό Κέντρο Φυσικής Πλάσματος και Laser που αποτελεί Εθνική Υποδομή Έρευνας (σημείο πρόσβασης) στον τομέα των Laser και των Υλικών (HELLAS-CH).

To 2019 καταργήθηκε το Τ.Ε.Ι. Κρήτης και Ιδρύθηκε το Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο (ΕΛΜΕΠΑ) με έδρα το Ηράκλειο. Σύμφωνα με τον Ιδρυτικό νόμο του ΕΛΜΕΠΑ στο Ρέθυμνο ιδρύθηκε η Σχολή Μουσικής και Οπτοακουστικών Τεχνολογιών με δύο τμήματα, α) Το Τμήμα Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής και β) Το Τμήμα Μουσικών Σπουδών. Ταυτόχρονα το Ερευνητικό Κέντρο Φυσικής Πλάσματος και Laser εντάχθηκε ως Ινστιτούτο στο νέο Πανεπιστημιακό Ερευνητικό Κέντρο του ΕΛΜΕΠΑ.

Σήμερα το Ρέθυμνο είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης με πληθυσμό περίπου 34.300 κατοίκων (απογραφή 2011). Η οικονομία της στηρίζεται στον τουρισμό, καθόσον υπάρχουν πολλά αξιοθέατα, μεγάλη αμμώδης παραλία και ισχυρή ξενοδοχειακή υποδομή. Συγκοινωνιακά η πόλη εξυπηρετείται οδικά με σύνδεση με το Ηράκλειο και τα Χανιά μέσω του Εθνικού δρόμου Ε 75, ενώ έχει και επαρχιακό σχετικά καλό οδικό δίκτυο, με το οποίο συνδέεται με όλες τις περιοχές του Νομού. Διαθέτει, επίσης, νέο, σύγχρονο λιμένα. Δεν έχει αεροδρόμιο, καθώς το αεροδρόμιο Πηγής δεν συνέχισε τη λειτουργία του μετά τη Γερμανική κατοχή.

Το Ρέθυμνο και τα αδέλφια του

Το Ρέθυμνο έχει αδελφοποιηθεί με τις ακόλουθες πόλεις.

  • Αγία Νάπα, Κύπρος
  • Καστενάζο, Ιταλία
  • Πούσκιν, Ρωσία

Τέλος, στην πόλη της Γέλας της Σικελίας, υπάρχει οδός Ρεθύμνου (Via Retimo).

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ρέθυμνο