Η πτώση του Μεσολογγίου

Η πτώση του Μεσολογγίου μόνο σε έλλειψη ηρωισμού δεν οφείλεται. Στη μαρτυρική αυτή πόλη ο ηρωισμός πραγματικά περίσσεψε και ξεπέρασε τα ανθρώπινα όρια δημιουργώντας όχι μόνο πανελλήνια συγκίνηση, αλλά προξενώντας παράλληλα και το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και του Τύπου που παρακολουθούσε τα γεγονότα. Το αίτιο της πτώσης ήταν η πείνα.

Η πτώση του Μεσολογγίου
Ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης επιχείρησε επανειλημμένα να διασπάσει τον κλοιό και να τροφοδοτήσει το Μεσολόγγι

Η πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα ήταν πολύ κρίσιμη και έκρυθμη εξαιτίας της τραγωδίας που ζούσε τότε η Επαναστατημένη Ελλάδα και μέσα στη δίνη των εμφυλίων πολέμων, των παθών και μηχανορραφιών των πολιτικών φατριών. Η ελληνική πολιτική ήταν μία συνεχής κινούμενη άμμος, ο αγώνας για την ανεξαρτησία διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο και οι ελάχιστοι οικονομικοί πόροι του έθνους σπαταλούνταν άσκοπα.

Στις αρχές του 1826 η ελληνική κυβέρνηση ήταν απασχολημένη με την προετοιμασία της Γ’ Εθνοσυνελεύσεως παρά με το Μεσολόγγι, γύρω από το οποίο ο κλοιός των πολιορκητών γινόταν όλο και πιο ασφυκτικός. Μάλιστα η είδηση της πτώσης του Μεσολογγίου βρήκε τα μέλη να συνεδριάζουν στην Πιάδα, και γι’ αυτό αναγκάστηκαν να διακόψουν και να αναβάλλουν τις εργασίες της.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η ελληνική κυβέρνηση δεν έδωσε την απαιτούμενη προσοχή στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι και δεν φρόντισε έγκαιρα για την αποστολή οικονομικής βοήθειας. Ο εφοδιασμός της πόλης γινόταν από τα χρήματα του αγγλικού δανείου μέσω της Επιτροπής της Ζακύνθου. Ο Εμμανουήλ Ξένος είχε αναλάβει την προμήθεια, η οποία όμως γινόταν με πολλή καθυστέρηση.

Όταν πλέον η κατάσταση στο Μεσολόγγι είχε φθάσει σε έσχατο κίνδυνο, αποφασίστηκε να αποσταλεί στο Ναύπλιο εξαμελής επιτροπή για να μεταφέρουν αυτοπροσώπως στη διοίκηση την οικτρή εικόνα της πόλης και να ζητήσουν βοήθεια. Στην επιτροπή αυτή συμμετείχε και ο Σπυρομήλιος, ο οποίος στα Απομνημονεύματα του μας διασώζει την αγανάκτηση των πολιορκημένων για την αδικαιολόγητη κωλυσιεργία της κυβέρνησης.

Η εικόνα που αντίκρισαν οι απεσταλμένοι στο Ναύπλιο ξεπερνούσε τη φαντασία τους: το Εκτελεστικό Σώμα είχε διαιρεθεί σε δύο κόμματα, αφ’ ενός των Γ. Κουντουριώτη και Αλ. Μαυροκορδάτου και αφ’ ετέρου των Ιω. Κωλέττη και Μπόταση, και οι κάτοικοι προσπαθούσαν να κατατάξουν τους Μεσολιγγίτες εκπροσώπους σε «Κωλεττίστας» και Μαυροκορδατίστας». Η ίδια κατάσταση επικρατούσε και στο Βουλευτικό. Ο δε Σπυρομήλιος αποδίδει ευθύνες στον Αλ. Μαυτοκορδάτο., αρχηγό της αγγλικής φατρίας, ισχυριζόμενος ότι η πτώση του Μεσολογγίου και στη συνέχεια της Στερεάς θα ωφελούσε το Φαναριώτη πολιτικό, που επιθυμούσε τη δημιουργία πριγκιπάτου στην Πελοπόννησο και τον εαυτό του πρίγκιπα.

Ενώ το Μεσολόγγι περνούσε τις πιο δύσκολες ώρες του και οι κάτοικοι και η Φρουρά του Μεσολογγίου στην κυριολεξία λιμοκτονούσαν, η κυβέρνηση έπειτα από ισχυρή πίεση των Μεσολογγιτών απεσταλμένων αποφάσισε να διενεργήσει έρανο, από τον οποίο δεν μαζεύτηκαν πολλά χρήματα και μετά προχώρησε στον αντισυνταγματικό και αμφιβόλου αποτελέσματος σχέδιο της εκποίησης των εθνικών κτημάτων. Και από τη δεύτερη λύση τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα, αφού έγιναν πολλές καταχρήσεις κυβερνητικών υπαλλήλων.

Οι απεσταλμένοι του Μεσολογγίου αγανακτισμένοι από την κατάσταση αυτή ζήτησαν διά της βίας έκτακτη συνέλευση του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού και έρανο των μελών τους, από τον οποίο συγκεντρώθηκε το ποσό των σχεδόν 200.000 γροσίων. Με δική τους πρωτοβουλία διενεργήθηκαν έρανοι και στους πολίτες και έγινε δυνατή η συγκέντρωση ενός ποσού 400.000 γροσίων, ικανού όμως για την κάλυψη των εξόδων ενός μήνα. Στα μέσα Μαρτίου ξεκίνησαν για το Μεσολόγγι, αλλά ήταν πολύ αργά, γιατί η πόλη είχε πλέον αποκλειστεί και από τη θάλασσα.

Η πολιτική κατάσταση όμως επηρέαζε και τον ελληνικό στόλο, ο οποίος είχε αναλάβει τον από θάλασσα ανεφοδιασμό σε τρόφιμα και πολεμοφόδια. Για το συγκεκριμένο θέμα χρήσιμες είναι οι αναφορές του Υδραίου ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη, ο οποίος έχοντας βρεθεί αρκετές φορές στο Μεσολόγγι για τον ανεφοδιασμό του, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει «από πρώτο χέρι» την κατάσταση που επικρατούσε.

Τον Ιανουάριο του 1826, ο Μιαούλης βρισκόταν για άλλη μια φορά έξω από το Μεσολόγγι, συγκινημένος από την άθλια εικόνα της πόλης, αγανακτισμένος γιατί ο στόλος έπρεπε να αναχωρήσει «βιαζόμενος από την έλλειψιν τροφών». Η αναχώρηση όμως του στόλου εκείνη τη χρονική στιγμή αποτελούσε «μεγάλην συμφοράν του Έθνους» και απέδιδε την ευθύνη στην κυβέρνηση που δεν φρόντισε «οπωσούν και διά τούτο το άθλιον ναυτικόν της Πατρίδος». Από την άλλη πλευρά οι αποστολές της Επιτροπής της Ζακύνθου δεν επαρκούσαν: «Ιδού η κατάστασις μας! Ιδού ο ελληνικός στόλος, από τον οποίον ζητείτε τα πάντα, και όλον το Έθνος προσμένει την σωτηρίαν του!». Αργότερα μάλιστα ο ίδιος θα τονίσει ότι «τα περισσότερα και μεγαλύτερα δεινά μας προήλθαν από την συνήθη αδράνειαν και απροβλεψίαν εις τα πράγματα».

Πολύ σοβαρό επίσης ήταν το θέμα της απειθαρχίας και αταξίας που επικρατούσε στον ελληνικό στόλο που κινδύνευε να τον οδηγήσει σε διάλυση. Η έλλειψη οικονομικών πόρων για τη συντήρηση του στόλου συχνά προκαλούσε τη δυσαρέσκεια των πληρωμάτων και δεν ήταν λίγες οι φορές που τα τσούρμα των πλοίων εγκατέλειπαν τις θέσεις τους λόγω καθυστέρησης της καταβολής των μισθών τους.

Η πολιορκία του Μεσολογγίου δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Στις παραμονές της Εξόδου, στις 5 Απριλίου, και ενώ ο ναύαρχος Μιαούλης αδυνατούσε λόγω της στενής πολιορκίας του εχθρού να μεταφέρει «καν προσώραν ολίγην τροφήν» στην ηρωική και πολύπαθη Φρουρά, «νηστική επί τέσσερας ημέρας», παρατηρούσε με αγανάκτηση και απελπισία συγχρόνως από τη ναυαρχίδα του Άρης, που ήταν αγκυροβολημένη στον Πεταλά: «Ο στόλος αφού περάση το μηνιαίον τούτο δε στέκεται, καθώς γνωρίζετε, και ενεργήσετε ευθύς την απαιτούμενην οικονομίαν. Μη λείψετε, παρακαλούμεν, να κοινοποιήσετε και εις την Σεβαστήν Διοίκησιν όλα ταύτα, διά να συλλογισθούν όλοι καλύτερα το μέλλον».

Τα πληρώματα δημιουργούσαν επίσης προβλήματα με αφορμή τις εχθρικές λείες που τις οικειοποιούνταν ανεξέλεγκτα και τις διανέμονταν καταχρηστικά. Πολλοί δε πλοίαρχοι ξεκινούσαν «αυτοκεφάλως» με σκοπό την καταδρομή και λαφυραγωγία των ξένων πλοίων. Κατά το Μιαούλη οι ευθύνες για την κατάσταση αυτή του στόλου βάρυναν την κεντρική διοίκηση που δεν έδινε την δέουσα προσοχή για τις ανάγκες του πολέμου.

Μέσα σε αυτή την έλλειψη σύμπνοιας και ορθού σχεδιασμού εγγράφεται και η μη αξιοποίηση όλων των στρατιωτικών δυνάμεων της πατρίδας. Στην τελευταία φάση της πολιορκίας, στην ώρα της μεγάλης δοκιμασίας, έγινε η άσκοπη και δευτερευούσης σημασίας αποτυχημένη εκστρατεία του Τακτικού Σώματος υπό τον Φαβιέρο στην Εύβοια, που ακόμα και να στεφόταν με επιτυχία η σημασία της θα ήταν τοπική. Τη συντήρηση του Τακτικού Σώματος είχε αναλάβει η κυβέρνηση από τα χρήματα του αγγλικού δανείου, αλλά όταν «τα τελευταία λείψανα αυτού εξέλιπον» ο Φαβιέρος σκέφτηκε την εκστρατεία αυτή, την οποία αποδέχτηκε η κυβέρνηση αποστερώντας από τη πολιορκημένη πόλη του Μεσολογγίου από επιπλέον στρατιωτική υποστήριξη. Μια άλλη επίσης άσκοπη αλλά και τυχοδιωκτική εκστρατεία διοργανώθηκε με ιδιωτική πρωτοβουλία στο Λίβανο, αποτέλεσμα της έλλειψης οικονομικού προγράμματος της κεντρικής διοίκησης για την απασχόληση του ναυτικού κόσμου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η πτώση του Μεσολογγίου ήταν αναπόφευκτη, η δε θυσία του αναζωπύρωσε το φιλελληνικό κίνημα και κινητοποίησε το ενδιαφέρον των Δυνάμεων: «Η πόλις, η δοξάσασα την Ελλάδα ζώσα, έμελλε να την αναστήση και πεσούσα», κατά τον Σπ. Τρικούπη. Η απελευθέρωση της πόλης ήρθε τρία χρόνια αργότερα, επί Καποδίστρια.

Ο Άγγλος ιστορικός George Finley σημειώνει: «Η δεύτερη πολιορκία χαρακτηρίζει σαφέστατα την ηθική και πολιτική κατάσταση του έθνους, γιατί αποκαλύπτει την ακαταμάχητη ενεργητικότητα του λαού σε αντίθεση με την τεράστια ανεπάρκεια των στρατιωτικών ηγετών και την ολιγωρία και την άγνοια των μελών της κυβέρνησης. Σε καμία άλλη περίπτωση ως τότε ο πληθυσμός μιας πολιορκημένης πολιτείας δεν έδειξε πιο πολύ θάρρος και μεγαλύτερη εμμονή. Λες και όλος ο πατριωτισμός είχε συγκεντρωθεί μέσα στα τείχη του Μεσολογγίου».

Πηγή: http://www.enet.gr

Η Φρουρά του Μεσολογγίου

Μέσα στην πολιορκημένη πόλη βρισκόταν η Φρουρά του Μεσολογγίου που αποτελούνταν από περίπου 3.600 άνδρες, πολίτες περίπου 1.500 και γυναικόπαιδα περίπου 5.500, συνολικά 10.600 άτομα. Επικεφαλής της Φρουράς ήταν οι οπλαρχηγοί: Νότης Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλας, Δημήτριος Μακρής, Γεώργιος Κίτσος, Γεώργιος Βαλτινός, Νικόλαος Στορνάρας, Μήτρος Δεληγεώργης, Χρήστος Φωτομάρας.

Η Φρουρά του Μεσολογγίου

Ο Νότης Μπότσαρης, γεννήθηκε στο Σούλι το 1756. Μετά τον θάνατο του αδελφού του Κίτσου ανέλαβε την αρχηγία της φάρας των Μποτσαραίων. Κατά τη διάρκεια συμπλοκών με μουσουλμάνους Αλβανούς στα Άγραφα τραυματίστηκε και αιχμαλωτίστηκε, αλλά κατάφερε μετά από έξι μήνες να αποδράσει από το φρούριο της Κλεισούρας όπου ήταν φυλακισμένος. Μετά από μεσολάβηση του άρχοντα του Μπερατίου Ιμπραήμ, συγγενή του Αλή Πασά, δέχτηκε να μπει στην υπηρεσία του Αλή Πασά, υπό τον όρο ότι θα μένει στον Κακόλακο. Ο Αλή Πασάς τον προσκάλεσε στα Γιάννενα και τον έστειλε δήθεν αποστολή στην Λάρισα, με το σκεπτικό να του στήσει ενέδρα για να τον σκοτώσει καθοδόν ευκολότερα. Τον προειδοποίησε όμως ο Βελής, γιος του Αλή Πασά και έτσι ο Μπότσαρης κατέφυγε στην Κέρκυρα. Εκεί συνάθροισε τους ντόπιους Σουλιώτες και τους ξεσήκωσε να κατευθυνθούν στην Πάργα και από εκεί στην Πρέβεζα να πολεμήσουν με τα στρατεύματα του Σουλτάνου. Όταν μετά την πτώση της Πρέβεζας (1820) αποφασίστηκε να πολιορκηθούν τα Γιάννενα, ο Μπότσαρης με τους Σουλιώτες πήραν και αυτοί μέρος ως εκδίκηση προς τον Αλή Πασά. Ο Αρχιστράτηγος του Σουλτάνου όμως δεν τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει στον Μπότσαρη, και αντί να δώσει γη στους Σουλιώτες, συνθηκολόγησε με τον Αλή Πασά, στρέφοντας τα όπλα προς τον βασιλικό στρατό και πορεύοντας για το Σούλι.Στην Πρέβεζα σωζόταν, μέχρι το 1970, το σπίτι το Νότη Μπότσαρη που είχε αποκτήσει το 1806. Ο Νότης Μπότσαρης τιμήθηκε από τον Όθωνα με τον βαθμό του Υποστράτηγου. Πέθανε στην Ναύπακτο το 1841.

Ο Κίτσος Τζαβέλας ήταν αγωνιστής του 1821 και πρωθυπουργός, δευτερότοκος γιος του Φώτου Τζαβέλα. Γεννήθηκε στο Σούλι, μεγάλωσε στην Κέρκυρα και μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης έλαβε μέρος σε πολλές μάχες: Βραχώρι, Πλάκα, Μεσολόγγι, Καρπενήσι, Καλιακούδα, Άμπλιανη και Δίστομο. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822 πολέμησε στο πλευρό του Μάρκου Μπότσαρη μαζί με 35 Σουλιώτες. Στις 7 Αυγούστου 1825 ο Τζαβέλας έσπευσε με λίγους άνδρες μα ενισχύσει την άμυνα του. Πρωταγωνίστησε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου επικεφαλής 2.500 ανδρών, από τους οποίους σώθηκαν μόνο 1.300. Υπήρξε πιστός στον Καποδίστρια. Διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη το 1843 και πρωθυπουργός το 1847-48. Το 1853 πήρε τον τίτλο του αντιστρατήγου. Ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο κατά τον αγώνα των αλύτρωτων περιοχών το 1854 και πέθανε τον επόμενο χρόνο στην Αθήνα.

Ο Δημήτριος Μακρής γεννήθηκε το 1772 στη Γαβαλού της σημερινής περιφερειακής ενότητας Αιτωλοακαρνανίας. Πατέρας του ήταν ο Ευάγγελος Μακρής που είχε πάρει μέρος στην Ελληνική εξέγερση το 1770. Ήταν αρχικά κλέφτης στο σώμα του καπετάνιου Γιώργου Σφαλτού και ανέλαβε μετά τον θάνατό του της αρχηγία του σώματος. Διορίστηκε αρματολός του Ζυγού και δεν συνεργάστηκε ποτέ με τον Αλή Πασά, τον οποίο πάντα εχθρευόταν. Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση και έδωσε το έναυσμα στην δυτική Ελλάδα στις 5 Μαΐου 1821. Πρωταγωνίστησε στην πολιορκία του Μεσολογγίου, όπου στην έξοδο οδήγησε την αριστερή πτέρυγα της φρουράς. Διακρίθηκε επίσης σε μάχες στο Αγρίνιο και Αιτωλικό. Ακολούθησε αργότερα τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Το 1823 πήρε δίπλωμα στρατηγού.Έγινε πληρεξούσιος Ζυγού στην Συνέλευση του 1831. Προτίμησε αργότερα να παραμείνει έξω από τα πολιτικά και τις στρατιωτικές διακρίσεις. Απεβίωσε το 1841 στην ιδιαίτερη πατρίδα του.

Ο Γεώργιος Κίτσος γιος του Κίτσου Κονταξή, έγκριτου της κωμόπολης Πλεσίβιτσα Φιλιατών. Αδελφή του ήταν η περίφημη Κυρά Βασιλική τελευταία σύζυγος του Αλή Πασά.Μετά θάνατο του πατέρα του έγινε προύχοντας της κοινότητας Πλεσίβιτσα και είχε σημαντική θέση στην Αυλή του Πασά, ο οποίος όμως ζήλευε και μισούσε τον αδελφό της Βασιλικής, φοβούμενος όμως να τον καταδώσει στα φανερά, προσπαθούσε να τον φονεύσει με δόλο. Αποπειράθηκε να τον δηλητηριάσει, αλλά απέτυχε χάρη στην βοήθεια του ιατρού του Αλή Πασά Ιωάννη Κωλέττη. Αργότερα, σε κυνήγι που ο Αλή Πασάς είχε καλέσει τον Κίτσο, διέταξε δυο ανθρώπους του να πυροβολήσουν πάνω του. Ο Κίτσος τραυματίστηκε βαριά και θα πέθαινε, σώθηκε όμως χάρη της αδελφής του που απαίτησε την θεραπεία του, απειλώντας ότι θα αυτοκτονήσει η ίδια. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Αλή Πασάς είχε κάνει τον Κίτσο αρχηγό των Φιλιατών, αλλά ο Κίτσος κατηγορήθηκε από μερικούς Τούρκους ότι επιβλεπόταν την τιμή του Μουσουλμάνου. Ο Αλής τότε από την οργή του έστειλε δολοφόνο για να τον εξοντώσει. Ο Κίτσος τραυματίστηκε ελαφρά, και η αδελφή του τον μετέφερε στα Γιάννενα όπου ο χειρουργός τον θεράπευσε. Στην Επανάσταση του 1821 ο Κίτσος ήταν αρχηγός των Ηπειρωτών και πολέμησε στην πολιορκία του Μεσολογγίου. Ο ακουσμένος προμαχώνας της Λουνέτας ήταν η θέση του καπετάνιου σε όλη την διάρκεια της πολιορκίας. Συμμετείχε στην Έξοδο της Φρουράς, και κατόρθωσε να σωθεί. Πέθανε το 1840 στην Αθήνα.

Ο Γεώργιος Βαλτινός γεννήθηκε στους Χαλκιόπουλους του Βάλτου και καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών, πήραν μέρος σε πολλές μάχες τα αδέλφια του Κωνσταντίνος, Νικόλαος, Ιωάννης και Σωτήρης τα ανίψια του Σωτήρης και Θανασούλας κ.α.. Από μικρός βρέθηκε στην αυλή του Αλή πασά στα Γιάννενα όπου αργότερα έγινε αρματολός. Ήταν από τους πρωτεργάτες της επανάστασης στην Στερεά Ελλάδα αναφέρεται ότι έδιωξε τους Τούρκους από το Μεσολόγγι και κήρυξε την επανάσταση εκεί. Ήταν φίλος με τον Γ. Καραΐσκάκη και πήρε μαζί του μέρος σε πολλές μάχες, όπως στου Πέτα, στο Μακρυνόρος όπου με τον Ίσκο και τον Μπακόλα νίκησαν τον Ομέρ Βρυώνη, στο Νεόκαστρο, στα Σάλωνα, στη Πλάκα, στην Αθήνα, στο Ευηνοχώρι, στον Πειραιά και στα Τρίκαλα. Ήταν στο Μεσολόγγι στην Β΄πολιορκία και κατά την έξοδο των πολιορκημένων. Διετέλεσε πληρεξούσιος στις Β’ Εθνοσυνέλευση Άστρους , Γ’ Εθνοσυνέλευση Τροιζήνας και στην Δ’ Εθνοσυνέλευση Άργους, επί Καποδίστρια διετέλεσε σύμβουλος επικρατείας. Μετά το τέλος της επανάστασης του δόθηκε κτήμα στη Λυσιμαχία σαν αμοιβή για την προσφορά του στον αγώνα. Πέθανε στο κτήμα του στην Λυσιμαχία σε βαθιά γεράματα.

Ο Νικόλαος Στορνάρας, αγωνιστής της Επανάστασης του 1821, οπλαρχηγός στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας και υπερασπιστής του Μεσολογγίου. Το αρματολίκι του ήταν κοντά στην περιοχή του Ασπροποτάμου και ήταν στην εποχή του Αλή πασά ονομαστό κέντρο ενόπλων σωμάτων. Έδρασε στη Δυτική Στερεά. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και συμμετείχε στη σύσκεψη των οπλαρχηγών της Στερεάς στη Λευκάδα στις αρχές του 1821. Μετά την καταστολή της Επανάστασης στον Όλυμπο το 1822 συγκέντρωσε δίπλα του όσους επαναστάτες και φιλέλληνες διέφυγαν. Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη την άνοιξη του 1823 στην αντίσταση εναντίον των Τούρκων που επεδίωκαν το προσκύνημα των αρματολών στη Στερεά και τη Θεσσαλία και συμμετείχε στις μάχες εναντίον του Ομέρ Βρυώνη στα 1823 και 1824 στη Στερεά, διακριθείς ιδιαίτερα στο Βουλγαρέλι το 1824. Πήρε ενεργό μέρος στην άμυνα του Μεσολογγίου και έγινε ονομαστός για τον πατριωτισμό του και την ανδρεία του. Σκοτώθηκε ηρωικά κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου.

Ο Δημήτριος Δεληγεώργης ή Μήτρος, ήταν πολιτικός και στρατιωτικός με συμμετοχή στην ελληνική επανάσταση του 1821. Προεπαναστατικώς ήταν γραμματέας του Αλή Πασά ενώ σε έγγραφα της εποχής συναντάται και ως Δελιγεωργόπουλος ή Δελιγιοργόπουλος. Όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1821 βρισκόταν στην Πρέβεζα και λίγο καιρό αργότερα προσκλήθηκε από τη διοίκηση ως Μεσολογγίτης για να συμμετάσχει στη στελέχωση της κεντρικής διοίκησης. Κατά την επανάσταση συγκρότησε δικό του στρατιωτικό σώμα ξοδεύοντας μεγάλο μέρος της προσωπικής του περιουσίας και ανέλαβε διοικητής μοίρας πυροβολικού κατά τη πολιορκία του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια διορίστηκε φρούραρχος του Μεσολογγίου ενώ φρόντισε να διατηρήσει καλές σχέσεις με την κεντρική εξουσία. Συμμετείχε στην Έξοδο του Μεσολογγίου, στην οποία κατόρθωσε να σωθεί διαφεύγοντας στο Ναύπλιο. Μετά την επανάσταση και την εγκαθίδρυση της βασιλείας, ο Δημήτριος Δεληγεώργης ανέπτυξε στενές επαφές με την αυλή και συγκεκριμένα με τον βασιλιά Όθωνα, ο οποίος τον εκτιμούσε αρκετά. Το 1833 ήταν από τα πρώτα στελέχη της νεοσυσταθείσας Ελληνικής Χωροφυλακής.Το 1847 εκλέχτηκε βουλευτής Μεσολογγίου και θα αναλάμβανε και υπουργείο αν ο γιος του, Επαμεινώνδας, δεν διαχώριζε την στάση του από τον πατέρα του παίρνοντας καθαρά αντιοθωνική θέση. Όσο αφορά τη στρατιωτική του σταδιοδρομία έφτασε μέχρι τον βαθμό του συνταγματάρχη της Φάλαγγας. Είχε διατελέσει φρούραρχος στο Μπούρτζι (Ναυπλίου) και το 1854 διοικητής της χωροφυλακής. Είχε αρκετά σημαντική κτηματική περιουσία, την οποία είτε είχε ως προίκα από την περιουσία της γυναίκας του, είτε του είχε παραχωρηθεί από το κράτος για τις υπηρεσίες του στον αγώνα του 1821.Ήταν παντρεμένος με την Χρυσάιδω Μπενεδέτου (1785-1860), κόρη εύπορης οικογένειας, και είχαν αποκτήσει μαζί πέντε παιδιά, την Πηνελόπη, μετέπειτα σύζυγο του Μεσολογγίτη ιατρού Αθανασίου Δροσίνη, την Μαρία, μετέπειτα σύζυγο του Φιλάρετου, τον Θεμιστοκλή, που ασχολιόταν με την πατρική περιουσία, τον Λεωνίδα, πολιτικό και τον Επαμεινώνδα, πρωθυπουργό.

Ο Χρήστος Φωτομάρας ήταν Σουλιώτης καπετάνιος γιος του Νάσου Φωτομάρα. Πήρε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις και στις 7 Αυγούστου 1825 μαζί με τον ξάδερφό του Κίτσο Τζαβέλα μπήκαν στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. Είχε υπό τις διαταγές του σώμα αγωνιστών. Πήρε μέρος στην έξοδο και κατάφερε να σωθεί, αναγκαζόμενος όμως να πετάξει τα άρματά του. Η εγκατάλειψη ρούχων ακόμη και όπλων κατά την Έξοδο ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Κατόπιν πήγε στο Ναύπλιο όπου ο πατέρας του ήταν φρούραρχος του Παλαμηδίου και αργότερα της Ακροναυπλίας. Τον Αύγουστο του 1826 πήρε μέρος στη μάχη της Καρικαργιάς των Καλαβρύτων με σώμα Σουλιωτών υπό τις διαταγές του Δ. Πλαπούτα του οποίου την κόρη είχε παντρευτεί.

Πηγή: https://el.wikipedia.org

Πηγή: http://www.enet.gr