Τα μέτρα του Καποδίστρια

Πολύς θόρυβος έχει γίνει τον τελευταίο καιρό για το κλείσιμο των εκκλησιών, για να αποφευχθεί μια πιθανή μόλυνση των πιστών από τον κορωνοϊό COVID-19. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που κλείνουν οι εκκλησίες. Έκλεισαν και τον 19ο αιώνα για παρόμοιο λόγο. Ήταν ένα από τα μέτρα του Καποδίστρια για να αντιμετωπιστεί μια επιδημία που ξέσπασε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του.

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Είναι γνωστό ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν πολύ πιστός Χριστιανός. Ορισμένοι τον χαρακτηρίζουν ακόμα και θρησκόληπτο. Πολλές από τις πράξεις του μπορούν να εξηγηθούν μόνο μέσα από αυτό το πρίσμα. Θεωρούσε τον εαυτό του υπερασπιστή της Ορθοδοξίας και ήρθε σε σύγκρουση με όποιον θεωρούσε ότι την απειλούσε. Όμως ο Καποδίστριας ήταν επίσης ένας υπεύθυνος ηγέτης που ήταν έτοιμος να λάβει δύσκολες αποφάσεις και μάλιστα από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Ελλάδα.

Τα μέτρα του Καποδίστρια

Δεν είχαν περάσει ούτε τρεις μήνες από την άφιξή του στην Ελλάδα. Ο άνθρωπος είχε απελπιστεί με την κατάσταση που ανέλαβε. Ήταν χειρότερη απ’ ό,τι φοβόταν. Ο Ιμπραήμ βρισκόταν ακόμα στην Πελοπόννησο και η Ελληνική Κυβέρνηση δεν είχε κανένα σταθερό έσοδο. Οι Έλληνες ζούσαν από την γενναιόδωρη αμερικανική βοήθεια (ιδιωτική, όχι κρατική). Δεν θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι χειρότερα όταν ξέσπασε και η επιδημία πανώλης.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας θεωρούσε ότι τα πρώτα δύο μέτρα που έπρεπε να λάβει μια κυβέρνηση αμέσως μετά την εμφάνιση επιδημίας σε μια περιοχή είναι ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στις οικίες όλων των κατοίκων και το κλείσιμο των εκκλησιών. Οι εκκλησίες έκλεισαν για αόριστο χρονικό διάστημα και οι αντιδράσεις ήταν ελάχιστες. Οι Έλληνες τον σέβονταν, τον θαύμαζαν και κυρίως τον εμπιστεύονταν. Διότι ο Καποδίστριας ήταν επίσης και ένας πολύ καλός γιατρός και μάλιστα με αξιόλογη πρακτική πείρα που απέκτησε πολύ πριν ασχοληθεί πλήρως με την πολιτική.

Στις 20 Αυγούστου του 1828 εξέδωσε Ψήφισμα «Περί υγειονομικών διατάξεων» (Ψηφ. 15/20.8.1828). Εκεί προβλέπεται το εξής στο άρθρο 285, εδ. 3. «Εμποδίζεται πάσα θρησκευτική τελετή. Δεν σημαίνονται οι κώδωνες.» Οι δε κάτοικοι υποχρεώνονται να μείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Ψηφίσματος, τα προληπτικά μέτρα εφαρμόζονται ΑΜΕΣΩΣ μόλις εμφανιστεί επιδημία στην Ελλάδα ή στα σύνορα της Ελλάδας. Το ψήφισμα υπογράφει ο ίδιος ο Κυβερνήτης («Ι.Α. Καποδίστριας»), καθώς και ο Γραμματέας της Επικράτειας («Σ. Τρικούπης»).

Δεν είναι βέβαιο από πού μεταδόθηκε η πανώλη, οι Έλληνες κατηγορούσαν τους Αιγύπτιους. Επιπλέον είχαν παρουσιαστεί τα πρώτα κρούσματα πανώλης στην Εύβοια και στην Κέα από τα τέλη Ιανουαρίου του 1828. Πάντως η επιδημία χτύπησε σχεδόν ταυτόχρονα Έλληνες (στην Ύδρα πρώτα) και Αιγύπτιους (στο κάστρο της Μεθώνης) στις αρχές Απριλίου. Ο Καποδίστριας έστειλε στις 17 Απριλίου 1828 τον γιατρό Σπυρίδωνα Καλογερόπουλο στην Ύδρα και τις Σπέτσες. Ο Καλογερόπουλος κατάλαβε αμέσως ότι η κατάσταση ήταν κρίσιμη και έλαβε ο ίδιος τα πρώτα αυστηρά μέτρα με εξουσιοδότηση της κυβέρνησης. Ένα από αυτά ήταν το κλείσιμο των Εκκλησιών.

Ο Καλογερόπουλος ενημέρωσε την Κυβέρνηση και ο Καποδίστριας, χωρίς να διστάσει, ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά να αντιμετωπίσει την επιδημία. Έστειλε στις 18 Απριλίου στα δύο νησιά τον Γενικό Έφορο Υγείας Αναστάσιο Λόντο και τον γιατρό Νικόλαο Καλογερόπουλο για να κάνουν την πρώτη επιθεώρηση. Στις 21 Απριλίου έδωσε εντολή στον συνταγματάρχη Κάρολο Φαβιέρο να οργανώσει μια θαλάσσια υγειονομική αλυσίδα γύρω από τα δύο νησιά, χρησιμοποιώντας μια γολέτα και πέντε ένοπλες λέμβους. Κανονικός ναυτικός αποκλεισμός δηλαδή.

Ακόμη, έστειλε ειδικούς απεσταλμένους σε όλες τις επαρχίες της ηπειρωτικής Ελλάδας και όλα τα νησιά, ενημερώνοντας τις τοπικές διοικήσεις για τα μέτρα που ελήφθησαν και παρέχοντας αναλυτικές οδηγίες για τα μέτρα που θα πρέπει να υιοθετηθούν σε τοπικό επίπεδο για να δημιουργηθούν υγειονομικές ζώνες. Διόρισε έκτακτους επιτρόπους στην Πελοπόννησο και τους ζήτησε να αναχωρήσουν αυθημερόν για τις επαρχίες ευθύνης τους.

Στις 22 Απριλίου ο Κυβερνήτης εξέδωσε διάγγελμα στο οποίο τόνιζε: «Νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος για να εκπληρώσω το καθήκον μου είναι να επισκεφτώ ο ίδιος τους τόπους που έχουν πληγεί και να λάβω αυστηρά μέτρα για να προφυλάξω από την επιδημία την υπόλοιπη Ελλάδα». Αμέσως μετά αναχώρησε για να επισκεφτεί τα δύο νησιά, χρησιμοποιώντας τη ρωσική φρεγάτα «Ελένη». Στις 24 Απριλίου επισκέφτηκε τις Σπέτσες. Εκεί συσκέφθηκε με τους δημογέροντες και τους τοπικούς γιατρούς. Διόρισε τον Ιωάννη Κωλέττη, Έκτακτο Επίτροπο της Υγείας για τις Σπέτσες. Τον εφοδίασε με στρατιωτικές δυνάμεις και αναλυτικές οδηγίες. Στις 25 Απριλίου έφτασε στην Ύδρα ο Ολλανδός ναύαρχος του ρωσικού στόλου Λογγίνος Χέυδεν (ένας από τους τρεις ναυάρχους στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου) με δύο δίκροτα και ένα μπρίκι και συναντήθηκε με τη φρεγάτα «Ελένη» στα ανοικτά της Ύδρας. Ο Κυβερνήτης συνάντησε τον Ναύαρχο, τηρώντας όλες τις υγειονομικές προφυλάξεις και ζήτησε τη βοήθειά του στον έλεγχο της θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης.

Στις 26 Απριλίου ο Κυβερνήτης μετέβη στην Ύδρα. Συσκέφτηκε με τους προκρίτους εκεί και άκουσε τις αναφορές των γιατρών. Διαβεβαίωσε τους Υδραίους ότι θα τους δώσει το ταχύτερο ό,τι βοήθεια ήταν αναγκαία, με κάθε μέσο. Ο Κυβερνήτης επέστρεψε στην Αίγινα στις 29 Απριλίου αλλά παρέμεινε πάνω στη ρωσική φρεγάτα. Από εκεί έστελνε εντολές με μεγάλο αριθμό πλοιαρίων στους διοικητές και τις κοινότητες της ελληνικής επικράτειας. Γαλλικά και βρετανικά πλοία βοήθησαν στην αυστηρή εφαρμογή της θαλάσσιας υγειονομικής ζώνης. Ο Κυβερνήτης αποβιβάστηκε στην Αίγινα την 1η Μαΐου και κατέλυσε στην αγροικία του Δημητρίου Βούλγαρη στον κόλπο της Περιβόλας, μια τοποθεσία με ιδιαίτερα υγιεινό κλίμα. Την ίδια ημέρα έστειλε στις Σπέτσες και την Ύδρα δύο πλοία με τρόφιμα και χρήματα για να εξασφαλιστεί η βασική διατροφή για τους φτωχότερους κατοίκους των δύο νησιών. Διόρισε τον αδελφό του, Βιάρο Καποδίστρια, Έκτακτο Επίτροπο της Υγείας για την Ύδρα. Ο Βιάρος αναχώρησε αμέσως μαζί με τον γιατρό Νικόλαο Καλογερόπουλο. Έλαβε πολύ αυστηρά μέτρα που παρέλυσαν το εμπόριο και οδήγησαν στην πρώτη σύγκρουση Υδραίων-Καποδίστρια.

Στις 3 Μαΐου η Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι στην Πελοπόννησο, στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και τη Σύρο δεν έχει εμφανιστεί κανένα κρούσμα. Την ίδια ημέρα η κυβέρνηση έλαβε επιστολή των προκρίτων της Ύδρας σύμφωνα με την οποία από τις 23 Απριλίου και έπειτα κανένα νέο κρούσμα δεν εμφανίστηκε, κανείς ασθενής δεν πέθανε, επιβίωσαν όλοι όσοι νοσηλεύτηκαν σε καραντίνα. Στις 4 Μαΐου επέστρεψε ο Βιάρος Καποδίστριας από την Ύδρα επιβεβαιώνοντας τα παραπάνω. Κανένα νέο κρούσμα, κανένας θάνατος στην Ύδρα από 23 Απριλίου μέχρι 3 Μαΐου. Το ίδιο και στις Σπέτσες, σύμφωνα με επιστολές του Ιωάννη Κωλέττη από εκεί. Στις 5 Μαΐου η Κυβέρνηση αποφάσισε να διατηρήσει τα υγειονομικά μέτρα προφύλαξης για αόριστο χρόνο, τηρώντας τα με μεγάλη αυστηρότητα, ιδιαίτερα στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των δύο νησιών και της Πελοποννήσου.

Όμως η αρρώστια έπληξε μετά τη Μεθώνη και άλλα μέρη που βρίσκονταν ακόμα υπό αιγυπτιακό έλεγχο (όπως ο Πύργος Ηλείας). Ταυτόχρονα παρουσιάστηκαν κρούσματα στη Σαλαμίνα, τα Μέγαρα, τον Πόρο και την Χαλκίδα αλλά με αυστηρά μέτρα περιορίστηκαν αμέσως. Στις αρχές Αυγούστου ο Κυβερνήτης ανακοίνωσε την άρση των μέτρων και πέρασε το Ψήφισμα 15. Στα μέσα Δεκεμβρίου, όμως, η ασθένεια έπληξε την Αχαΐα, ξεκινώντας από τα Καλάβρυτα. Τον αποκλεισμό της περιοχής επέβαλε ο Κυβερνήτης με τη βοήθεια του γαλλικού στρατιωτικού σώματος, υπό τον στρατηγό Νικόλαο-Ιωσήφ Μαιζών. Τον επόμενο χρόνο, το 1829, τα κρούσματα ήταν ελάχιστα και περιορίστηκαν ακαριαία. Στον περιορισμό της επιδημίας συνέβαλλε καθοριστικά ένας φιλελεύθερος φιλέλληνας που είχε φτάσει ένα χρόνο νωρίτερα στην Ελλάδα, o ελβετός γιατρός Louis-André Gosse (1791-1873) από τη Γενεύη.

Πηγή: Protagon.gr

Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως

Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» έγραψε ένα σημαντικό κεφάλαιο στη νεότερη ελληνική ιστορία κατά τα έτη 1908-1914. Ήταν μια μυστική πολιτική εταιρεία, η οποία διαδραμάτισε σπουδαιότατο ρόλο στο πολιτικό συντονισμό των Ελλήνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στις επαφές με τα πολιτικά και στρατιωτικά στοιχεία που δεν επιδοκίμαζαν την πολιτική των Νεοτούρκων και στη συνεννόηση των βαλκανικών εθνοτήτων. Η άξια ηγεσία της συνεργάστηκε επιτυχώς με τον Ελληνισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως
Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης

Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης

Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα ένας υπολοχαγός του ελληνικού στρατού επρόκειτο να καταστεί η ψυχή και ο πολιτικός οργανωτής του Ελληνισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης ίδρυσε το 1908 την «Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως» μαζί με τον Ίωνα Δραγούμη και διηύθυνε με τη βαθύτατη κρίση του και την αλάθητη γνώμη του τους αγώνες των Ελλήνων της Τουρκίας, από τα ελληνικά χωριά μέχρι την Οθωμανική Βουλή. Γνωρίζοντας όσο λίγοι τα εθνικά μας δίκαια, συνέδραμε στο έργο τους στην Κωνσταντινούπολη τους κορυφαίους του Γένους, τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τους μητροπολίτες, τους αξιωματικούς, τους βουλευτές, τους επιχειρηματίες κι απλούς πολίτες.

Ως αρχηγός της Οργάνωσης Θεσσαλονίκης κατά τα έτη 1906-1908 και αμέσως μετά στην Κωνσταντινούπολη, ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης καταπολέμησε τον βουλγαρισμό στη Μακεδονία και τη Θράκη. Αυτός, όμως, ήταν ο πρώτος που κατάλαβε, ότι για να νικηθεί ο νεοτουρκικός σωβινισμός έπρεπε να συνεννοηθούν οι Έλληνες και οι Βούλγαροι. Υπήρξε ο πρωτεργάτης αυτής της συμμαχίας. Τα σχέδια του ήταν ακόμη πιο μεγαλεπήβολα. Τον απασχολούσε το ενδεχόμενο, κατά τη διεξαγωγή ενός μελλοντικού πολέμου, η Ελλάδα να απελευθερώσει μόνο λίγες περιοχές και ο μεγαλύτερο όγκος του Ελληνισμού να παραμείνει σε τουρκικό έδαφος, ή σε περίπτωση διαμελισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, να περιέλθουν ελληνικά τμήματα σε άλλα κράτη.

Η μεταπολίτευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1908 ήταν η ευκαιρία του Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαϊδη και του Ελληνισμού γενικότερα. Ο Σουλιώτης επεσήμανε την εκπολιτιστική δύναμη του ελληνικού πνεύματος, την ανικανότητα των περισσότερων Τούρκων για εμπορική ή πολιτιστική εργασία και το ενδεχόμενο της απομάκρυνσης των Ευρωπαίων. Έτσι, υπογράμμισε την ανάγκη να ενθαρρυνθεί η αποκάλυψη της ελληνικής καταγωγής πολλών τουρκικών οικογενειών και εθίμων και να καταστεί σταδιακά η ελληνική γλώσσα ως δεύτερη επίσημη γλώσσα του κράτους. Επιπλέον, προώθησε την εισαγωγή αυξανόμενου αριθμού Ελλήνων σε όλους τους κλάδους και την εκλογή όσο το δυνατόν περισσότερων Ελλήνων βουλευτών στην Οθωμανική Βουλή. Παρόμοιες ενέργειες πίστευε θα οδηγούσαν στο εξελληνισμό του τουρκικού κράτους

Η διάψευση των προσδοκιών του από το νεοτουρκικό κίνημα ενίσχυσε τις προθέσεις του Σουλιώτη να συνεννοηθεί με άλλους λαούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το σχέδιο του Σουλιώτη μπορεί σήμερα να φαίνεται ουτοπικό, αλλά την εποχή εκείνη ο υπόδουλος Ελληνισμός ξεπερνούσε τα 5.000.000. Η δε ακμή του στον οικονομικά και πνευματικό τομέα είχε κορυφωθεί.

Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως»

Κατά την πρώτη φάση τς Οργανώσεως, έως την κήρυξη του οθωμανικού συντάγματος στα τέλη Ιουλίου 1908, η κύρια δραστηριότητα της ήταν η αντιμετώπιση της βουλγαρικής προπαγάνδας, της βουλγαρικής Εξαρχίας και των βουλγαρικών συμμοριών. Για το λόγο αυτό η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» συνέστησε έξι τμήματα (Δέρκος, Στράντζα, Πύργος, Βογάζικοϊ, Μέτρες, Σηλυβρία), άρχισε να μοιράζει όπλα στους ομογενείς, δημιούργησε εκτελεστικό τμήμα και αποφάσισε τη διακοπή των εμπορικών συναλλαγών με τους Βούλγαρους. Παράλληλα, ελήφθησαν μέτρα για την εξύψωση του εθνικού φρονήματος, την ισχυροποίηση του ελληνικού στοιχείου και την καταπολέμηση της ξενομανίας και των δυτικών προτύπων. Στα καταστήματα τοποθετήθηκαν και ελληνικές επιγραφές και έγιναν συστάσεις για τη χρήση μόνο της ελληνικής γλώσσας όπου δεν ήταν απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί κάποια ξένη. Η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» κατάφερε να αποσπάσει Έλληνες μαθητές από ξένα σχολεία, τα οποία συνήθως αποτελούσαν πυρήνες καθολικής προπαγάνδας. Ο Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, το Ζωγράφειο και το Λύκειο Χατζηχρήστου δέχτηκε μεγάλο αριθμό μαθητών από τα καθολικά σχολεία χωρίς την καταβολή διδάκτρων.

Έτσι, με την καθοδήγηση της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως» ο ελληνικός πληθυσμός άρχισε να οργανώνεται, να πειθαρχεί, να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις, να ομονοεί και να εμφανίζει ενιαία στάση απέναντι στην τουρκική κυβέρνηση και τις άλλες εθνότητες.

Τον Ιανουάριο του 1911 ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαϊδης με υπόμνημα του προς την ελληνική κυβέρνηση, υποδείκνυε μεταξύ άλλων ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναλάβει πρωτοβουλία για συνεννόηση με τους Σέρβους και τους Βούλγαρους η οποία θα οδηγούσε σε κοινή στρατιωτική πίεση προς την Τουρκία.

Η πρώτη κίνηση μιας σειράς επαφών έγινε με αφορμή την κοπή της βασιλόπιτας όπου προσκλήθηκαν και Βούλγαροι, Αρμένιοι και Άραβες βουλευτές. Τότε συμφωνήθηκε η τήρηση κοινής στάσης απέναντι των Νεοτούρκων. Το σχέδιο του Σουλιώτη στέφθηκε με επιτυχία. Ο Οικουμενικός πατριάρχης, ο πατριάρχης των Αρμενιοκαθολικών και οι αντιπρόσωποι των τριών πατριαρχείων των Συροχαλδαίων απηύθυναν ταυτόσημα υπομνήματα διαμαρτυρίας για τις αυθαιρεσίες των Τούρκων. Το κείμενο αυτών υπομνημάτων υπήρξε αποτέλεσμα εργασίας της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως», όπως και το συνέδριο των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, τον Αύγουστο του 1911.

Το σχέδιο του Σουλιώτη συνεχίστηκε με απόπειρα προσέγγισης των δυσαρεστημένων Τούρκων. Μάλιστα το αντίπαλο των Νεοτούρκων κόμμα κατήγγειλε τις ενέργειες των τελευταίων κατά των Ελλήνων και άλλων εθνοτήτων.

Στις 18 Οκτωβρίου 1912 η Αθήνα, η Σόφια και το Βελιγράδι κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία. Ο Σουλιώτης έσπευσε να πολεμήσει με το βαθμό του λοχαγού στην πρώτη γραμμή και αποσπάστηκε στο επιτελείο του Βούλγαρου στρατηγού ως σύνδεσμός . Από τη θέση αυτή κατόρθωσε να ειδοποιήσει εγκαίρως το ελληνικό επιτελείο για την κίνηση της βουλγαρικής μεραρχίας προς τη Θεσσαλονίκη. Ο ελληνικός στρατός πρόλαβε να ελευθερώσει την πόλη και ο Ίων Δραγούμης ύψωσε την πρώτη ελληνική σημαία στη Μητρόπολη. Οι πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει η «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως» αποδείχθηκαν πολύτιμες για τις επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού και του στόλου.

Το τέλος της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως»

Το 1913 η κυβέρνηση των Νεότουρκων έλαβε μέτρα κατά των Ελλήνων. Απέλασε τους Έλληνες βουλευτές -μέλη της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως». Στη Θράκη και τη Μικρά Ασία άρχισαν διωγμοί των Ελλήνων από τις προαιώνιες εστίες τους. Η δράση της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως» περιοριζόταν, οι αρχηγοί της απουσίαζαν, οι επιτελείς της είχαν διασκορπιστεί και η διαλλακτική πολιτική του πατριάρχη Γερμανού Ε’ έναντι των Νεοτούρκων δεν ωφελούσε σε τίποτα. Λόγω της αδράνειας του σε σχέση με τους διωγμούς των Ελλήνων, ο πατριάρχης δέχτηκε ισχυρή πίεση από τους μητροπολίτες Γερμανό Καραβαγγέλη, Προύσης Δωρόθεο και Αίνου Ιωακείμ, να κηρύξει το ελληνικό έθνος «εν διωγμώ» και να κλείσει τις εκκλησίες. Η έναρξη, όμως, του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έθεσε τέλος στον Αγώνα του πατριαρχείου και της «Οργάνωσης Κωνσταντινουπόλεως», της οποίας η προσφορά προς το έθνος υπήρξε ανεκτίμητη.