Χρήματα

Το να αγγίζει κανείς χρήματα ή η απλή σκέψη της κατοχής τους μπορούν να ανακουφίσουν τον φυσικό πόνο και το άγχος της κοινωνικής απόρριψης. Αντίθετα, η ανάμνηση της δαπάνης χρημάτων μπορεί να επιδεινώσει τόσο τον πόνο όσο και το άγχος, σύμφωνα με μελέτη. Με πειράματα σε εθελοντές, οι ερευνητές ενός κινεζικού και δύο αμερικανικών πανεπιστημίων έδειξαν ότι η σκέψη ή αφή του χρήματος ενισχύει όχι μόνο την ψυχική αλλά και τη σωματική δύναμη κάποιου.

Χρήματα

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι σύγχρονοι στοχαστές επιδίδονται σ’ ένα κυνήγι συλλογής αποδείξεων του προφανούς, ότι «όταν υπάρχουν αρκετά χρήματα, η ζωή γίνεται λιγότερο δύσκολη». Ωστόσο, αυτή τη φορά δεν πρόκειται για την απλή επιστημονική επιβεβαίωση μιας αυταπόδεικτης καθημερινής αλήθειας, αλλά για την αναβίβαση του χρήματος σε μεταφυσική αξία, σε μαγικό γιατρικό – το ακουμπάς και ανυψώνεσαι. Δεν είναι αστείο. Στο αντικείμενο και τα αποτελέσματα της παραπάνω μελέτης καθρεφτίζεται το πόσο πολύ η κοινωνία είναι δέσμια της ύλης, χωρίς άλλη αξία. «Σκέφτεσαι τα χρήματα και αποκτάς ψυχική δύναμη και φυσική ρώμη». Ο ένας και μοναδικός θεός είναι πολύ καλά στρογγυλοκαθισμένος στον θρόνο του.

Και οι πιστοί του, ακούραστοι είλωτες, περιορισμένοι στον ρόλο του παραγωγού, δεμένοι στο άρμα της κατανάλωσης, αναλώσιμη ύλη οι ίδιοι, αλληλοσπαράσσονται, άνισοι, πλήρως υποταγμένοι.

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια που οι άνθρωποι, κυρίως οι μη έχοντες, παρηγορούνταν με τη στερεοτυπική δοξασία ότι το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία. Μάλιστα προ 35ετίας είχε αποδειχθεί και επιστημονικά αυτό που από την εποχή του Διαφωτισμού πρέσβευαν στοχαστές: «Πιο σοφή είναι η ενασχόληση με την ευτυχία, παρά με το χρήμα» ισχυριζόταν ο Βρετανός φιλόσοφος Τζέρεμι Μπένθαμ. Ο Αμερικανός οικονομολόγος Ρίτσαρντ Ιστερλιν το 1974 έγινε διάσημος όταν με μελέτη απέδειξε ότι αν και οι πλούσιοι είναι γενικά πιο ευτυχισμένοι από τους φτωχούς, η αιφνίδια απόκτηση χρήματος δεν κάνει τον άνθρωπο πιο ευτυχισμένο, πρώτον διότι συνηθίζει πολύ γρήγορα στα νέα δεδομένα και δεύτερον διότι τείνει να συγκρίνει τα πλούτη του όχι με εκείνα που διέθετε παλαιότερα, αλλά με αυτά (περισσότερα) που διαθέτουν οι άλλοι.

«Δεν έχει υπάρξει μεγαλύτερο κακό για τους ανθρώπους από το χρήμα. Καταστρέφει ψυχές και πολιτείες, ωθεί τους ανθρώπους στην τυχοδιωκτική ζωή, δελεάζει και διαφθείρει τους τίμιους, τους παρασύρει σε ανήθικες πράξεις. Το χρήμα δίδαξε στους ανθρώπους τον δόλο» έλεγε ο Σοφοκλής.

Σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία που διεκπεραιώνει τα προβλήματα για να κυκλοφορήσει χρήμα.

Κάποτε η κρατούσα ηθική, υποκριτικά έστω, υπερασπιζόταν την αρετή, το ήθος, τη χρηστότητα. Σήμερα, η θεοποίηση του χρήματος διατυπώνεται επισήμως.

Το ξήλωμα στην πλέξη του μέτρου, της αναλογίας. Διότι η ευτυχία δεν σχετίζεται με την τρέχουσα καταναλωτική ευδαιμονία. Είναι το κύμα που αναβλύζει αβίαστα και «σφραγίζει» την κάθε μικρή ολοκλήρωση, την κάθε μικρή νίκη της σκέψης πάνω στους αδιάλειπτους ανομολόγητους ή ασυνείδητους «θανάτους».

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/714629/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/xrhma-h-nea-filosofikh-li8os

Η Λαμία ή το Ζητούνι (426π.Χ.-…)

Η Λαμία (αναφερόμενη από τον 8ο μέχρι το 19ο αιώνα με το όνομα  Ζητούνι) είναι πόλη και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Φθιώτιδας. Έχει πληθυσμό 52.006 κατοίκους. Η Λαμία μέχρι το 1950 ήταν χτισμένη πάνω σε δύο λόφους, που είναι οι απολήξεις της ‘Οθρυος. Σήμερα, όμως, σκεπάζει όχι μονάχα τούτους τους λόφους, μα έχει ξεχυθεί, όπως η λάβα του ηφαιστείου, σ’ όλες τις πλαγιές, τις ρεματιές, τις γόνιμες και άγονες περιοχές μέχρι τον κάμπο του Σπερχειού. Αποτελεί κέντρο εύφορης αγροτικής και κτηνοτροφικής περιοχής. Με την εφαρμογή, την 1η Ιανουαρίου του 2011, του αυτοδιοικητικού Προγράμματος «Καλλικράτης», η Λαμία παρέμεινε ως έδρα του διευρυμένου Δήμου Λαμιέων, ο οποίος έχει πληθυσμό 75.315 κατοίκους (επίσημη Απογραφή 2011). Επίσης, παρέμεινε έδρα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, συσσωρεύοντας όλες τις προβλεπόμενες υπηρεσίες.

Η Λαμία
Το Κάστρο της Λαμίας

Το όνομα της Λαμίας

Το πώς, από ποιους, πότε και με ποια αιτιολόγηση η πόλη βαφτίστηκε, δεν το γνωρίζουμε με ακρίβεια. Ξέρουμε μονάχα, πως τούτο ήτανε το αρχικό της όνομα και πως στη συνέχεια το έχασε μία δύο φορές, μα το ξαναπέκτησε. Κατά τη μυθολογία, η Λαμία χτίστηκε απ’ το Λάμο, το γιο του Ηρακλή και της Ομφάλης, της ακόλαστης χήρας – βασίλισσας της Λυδίας, που αγόρασε απ’ τον Ερμή, τον Ηρακλή. Μαζί της ο Ηρακλής έκανε κι άλλους δύο γιους: τον Αγέλαο και τον ‘Υλλο.

Μια άλλη εκδοχή, παρμένη απ’ τη μυθολογία και πάλι, είναι ότι χτίστηκε απ’ τη Λαμία, τη Βασίλισσα των Τραχινίων, θυγατέρα του Ποσειδώνα. Τούτο το συμπέρασμα βγαίνει απ’ τα Φωκικά του Παυσανία:

«Την δε πρότερον γενομένη Σίβυλλαν, ταύτη ταις μάλιστα ομοίως ούσαν αρχαίαν εύρισκον, ην θυγατέρα ‘Ελληνες Διός και Λαμίας της Ποσειδώνος φασίν είναι, και χρησμούς τε αυτήν γυναικών πρώτης άσαι και υπό των Λιβύων Σίβυλλαν λέγουσιν ονομασθήναι».

Η λέξη Λαμία ετυμολογικά συγγενεύει με το λαιμός ή λάμος, που σημαίνει χάσμα, βάραθρο ή και αχόρταγος, λαίμαργος. Γνωστό, πως μέσα από την πόλη περνούσε μεγάλο και βαθύ ρέμα. Στη Βορειανατολική πλευρά της Πλατείας Λαού, σε πρόσφατη ανασκαφή για ανοικοδόμηση, αποκαλύφθηκε ένα βαθύ φαράγγι με μπόλικο τρεχούμενο νερό. ‘Αλλωστε και τα πλατάνια της είναι αδιάψευστοι μάρτυρες. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, η Λαμία να ονομάστηκε έτσι από τούτο το ρέμα και τις πολλές της λάμιες, που ζούσαν εκείνα τα χρόνια στην πυκνή της βλάστηση.

Υπάρχει κι άλλη μια θεωρία. ίσως πιο αξιόπιστη. Ο Αριστοτέλης αναφέρει, ότι η λέξη Λαμία είναι γένους θηλυκού, ονόματος επιθέτου και σημαίνει την περιοχή, τη χώρα, την πόλη που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο λόφους. Και μιας και τούτο όντως συμβαίνει, μπορούμε να λάβουμε τούτη την εκδοχή σαν την πιο σωστή. Γύρω στο 19 μ.Χ. η Λαμία για πρώτη φορά χάνει τ’ όνομά της και λέγεται Σεβαστή. Μάρτυρας η ακόλουθη περιγραφή:

«Η πόλις σεβαστή ων Λαμιέων Μνασιλαϊδα παρά μόνον, φύσει δε Ξενοφάντου αρετής ένεκεν και ευνοίας της εις αυτήν».

Πότε ξαναπήρε το όνομα Λαμία δε γνωρίζουμε, όπως επίσης δε γνωρίζουμε πότε και από ποιούς μετονομάστηκε Ζητούνι. ‘Ισως τούτο να έγινε στους χρόνους του Ιουστινιανού. Την πρωτοσυντάμε σαν Ζητούνι στην 8η Οικουμενική Σύνοδο, στα 869. Εμφανίζεται δε με μια ποικιλία παραλλαγών, όπως: Ζητούνιον, Ζηρτούνιον, Ζητόνιον, Gipton (κατά του βυζαντινούς χρόνους), Situn (κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας), El Sito (κατά την σύντομη κατοχή των Καταλανών) και Ιzντίν κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας. Πολλοί ιστορικοί προσπάθησαν να δώσουν κάποια εξήγηση, όσον αφορά την προέλευση της λέξης. Μερικοί πιστεύουν, πως προέρχεται απ’ το τούρκικο ή αραβικό Zeitun, που σημαίνει ελιά. ‘Αλλοι λένε, πως προέρχεται απ’ τη σλαβική λέξη σιτόνιον, που σημαίνει η σιτοβόλος περιοχή ή «πέραν του ποταμού κειμένη χώρα». ‘Ολα, όμως, είναι εικασίες. Τίποτα σίγουρο.

Η Λαμία κατά την αρχαιότητα

Το πότε ακριβώς χτίστηκε δεν το γνωρίζουμε, γιατί ούτε ο Ηρόδοτος, που περιγράφει την πορεία του Ξέρξη, την αναφέρει και τούτο ίσως γιατί δεν υπήρχε, ίσως γιατί ήταν μικρή και ασήμαντη ή ίσως γιατί δεν ήταν στο δρόμο του, μα ούτε και ο Θουκυδίδης, που περιγράφει την εκστρατεία του Βρασίδα στα 424 π.Χ. προς τη Θράκη, αν και πέρασε μέσα απ’ την Ηράκλεια για τη Μελιταία, αναφέρει τίποτα για τη Λαμία. Μνημονεύεται για πρώτη φορά απ’ το Δημήτριο Καλλατιανό στα 427 π.Χ., εξ’ αιτίας του τρομακτικού και καταστρεπτικού σεισμού της περιοχής:

«Δημήτριος δ’ ο Καλλατιανός τους καθ’ όλην την Ελλάδα γενομένους ποτέ σεισμούς διηγούμενος των τε Λιχάδων νήσων και του Κηναίου τα πολλά καταδύναι φήσι, τα τε θερμά τα εν Αιδηψώ και Θερμοπύλαις επί τρείς ημέρας επισχεθέντα πάλιν ρυήναι, τα δ’ εν Αιδηψώ και καθ’ ετέρας αναρραγήναι πηγάς. Ωρεών δε το προς θαλάττη τείχος και των οικίων ερί επτακοσίας συμπεσείν, Εχίνον τε και Φαλάρων και Ηρακλείας της Τραχίνος, των μεν πολύ μέρος πεσείν, Φαλάρων δε και εξ’ εδάφους ανατραπήναι το κτίσμα, παραπλησία δε συμβήναι και Λαμιεύσι και Λαρισσαίοις…». Στράβων, Α’ 60).

Σχετικά με την ίδρυση της πόλης λέγεται, ότι χτίστηκε στα 426 π.Χ. απ’ τους Μαλιείς σαν αντίβαρο και για λόγους στρατιωτικούς, επειδή εκείνη τη χρονιά οι Σπαρτιάτες έχτισαν την Ηράκλεια στη θέση της παλιάς Τραχίνας.

Στο ότι είναι μάλλον έργο των Μαλιαίων, συνηγορεί και το γεγονός ότι το δυτικό μέρος του Φρουρίου της πόλης είναι πολυγωνικό, δηλαδή τρόπος δόμησης του τέλους του 6ου και των αρχών του 5ου αιώνα. Ίσως όμως και να χτίστηκε και από κάποιους άλλους και να κατακτήθηκε απ’ τους Μαλιείς στα 413 π.Χ.. Κανείς δε γνωρίζει τον ιδρυτή της επακριβώς.

Εξ αιτίας της γεωγραφικής της θέσης, επειδή δηλαδή είναι στο πέρασμα από Βορρά για Νότο και από Νότο για Βορρά, σύντομα έγινε γνωστή και απέκτησε μια περίοπτη θέση, γι’ αυτό σχεδόν απ’ την ίδρυσή της ξεκινάει και η τρανή της ιστορία. Διοικείται από τρεις άρχοντες, από ένα στρατηγό, από έναν ίππαρχο καθώς επίσης και από Βουλή.

Στα μέσα του 4ου αιώνα με ποσό 600 μνων οι Λαμιώτες συνέβαλαν στο χτίσιμο Ναού στους Δελφούς. Πολλές φορές επιφανείς και διακεκριμένοι κάτοικοι της πόλης ορίστηκαν σαν δικαστές ή διαιτητές για τη διαλεύκανση σοβαρών και αμφισβητήσιμων υποθέσεων. Παράδειγμα η διαφορά μεταξύ Αθηναίων και Βοιωτών, που προέκυψε από την οριοθέτηση των συνόρων τους, κατά τους χρόνους του Δημητρίου του Πολιορκητού.

Πρέπει να αγαπούσανε το δίκιο, γιατί από επιγραφή μαθαίνουμε ότι: 

«επήνεσαν και χρυσώ στέφανω εστεφάνωσαν τους δικαστάς ένεκα δικαιοσύνης…». (Αρχαιολογική εφημερίς Αθηνών, 1846, αρ. 1056).

Από άλλη επιγραφή γίνεται γνωστό, ότι οι ιερομνήμονες του Αμφικτυονικού Συνεδρίου στα 246 π.Χ. έδωσαν κάποια προνόμια σε δύο Λαμιώτες, γιατί διακόσμησαν το Ναό της Προνάου Αθηνάς. Στα 395 π.Χ., οι Λαμιώτες μαζί με τους Μαλιείς με αρχηγό τους το Λύσανδρο, πολέμησαν στη μάχη του Αλίαρτου ενάντια στους Αθηναίους και τους συμμάχους τους Θηβαίους, Κορινθίους και Αργείους. Στα 326 π.Χ. μαζί με τους Θηβαίους πολέμησαν στη μάχη της Μαντινείας, το δε 371 π.Χ. ακολούθησαν το Θεσσαλό για να πολεμήσουν τους Πέρσες.

Στη διάρκεια της πολιτικής και οικονομικής ανόδου του Μακεδονικού Κράτους, η Λαμία βρέθηκε κάτω απ’ την κυριαρχία των Μακεδόνων και μετατράπηκε σε μακεδονικό φρούριο στα 344 π.Χ. ‘Ενας μεγάλος αριθμός Λαμιωτών πολέμησε εναντίον των Περσών και έφτασε μέχρι και τα Γαυγάμηλα ακόμα.

Οι θρησκείες της Λαμίας

Οι θεοί που λατρεύτηκαν στη Λαμία και την ευρύτερη περιοχή ήταν πολλοί. Και πρώτα απ’ όλους ο Ζευς, ο «πατήρ ανδρών τε θεών τε», κατά τον ‘Ομηρο. ‘Ητανε ο θεός – προστάτης της φυλής των Αχαιών. Στην περιοχή της Λαμίας ονομαζόταν Πελασγικός ή Δωδωναίος. Σε τούτον το γενάρχη προσεύχεται ο Αχιλλέας, όταν λέει: 

«Ζευ, άναξ, Δωδωναίε, Πελεσγικέ, τήλόθι ναίων, Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου» (Ιλιάδα, Β’, στ. 233)

Μας είναι ιστορικά γνωστό, πως στην αρχαία Ανθήλη, κωμόπολη κοντά στις Θερμοπύλες, υπήρχε Ναός προς τιμή της θεάς Δήμητρας. Επίσης, στη διάρκεια των Αμφικτυονιών, που γίνονταν εδώ και μάλιστα δύο φορές το χρόνο, όλοι οι περίοικοι του Μαλιακού Κόλπου έστελναν αντιπροσώπους, που προσέφεραν πανηγυρικές θυσίες σε τούτη τη θεά. Σε ανασκαφή που έγινε στα 1876, βρέθηκαν τρία αγάλματα και το ένα από αυτά παρίστανε τη Δήμητρα.

Στα 1888 βρέθηκε στη Λαμία άγαλμα της θεάς Αθηνάς και ήταν έργο του σπουδαίου γλύπτη Πραξιτέλη. Ο Ποσειδώνας, επίσης, λατρευόταν στη Λαμία. Τούτη η λατρεία μαρτυρείται από το Ναό, που βρέθηκε κοντά στο χωριό Λυγαριά, που ήταν αφιερωμένος στο όνομά του, καθώς επίσης και απ’ το ότι στη μυθολογία αναφέρεται, πως η πόλη χτίστηκε από τη Λαμία, κόρη του Ολύμπιου θεού, γι’ αυτό και η ιδιαίτερη λατρεία στον πατέρα της.

Άλλες θεότητες, που λατρεύτηκαν στη Λαμία, ήταν ο Διόνυσος – βρέθηκε Ναός του – και η Αφροδίτη, της οποίας βρέθηκαν δύο αγάλματα στις ανασκαφές του 1876, τα οποία χρονολογούνται απ’ την 3η π.Χ. εκατονταετηρίδα. 

Είναι γνωστό, ότι οι Λαμιώτες ασπάστηκαν το Χριστιανισμό πολύ νωρίς, πιθανά ανάμεσα στα 50 και 52 μ.Χ., δηλαδή την εποχή που και οι γείτονές μας Υπατιαίοι άκουσαν το Ευαγγέλιο για πρώτη φορά από τον Ηρωδίωνα, έναν από τους εβδομήντα Αποστόλους. Δεν είναι όμως γνωστό, αν ο Ηρωδίωνας ήταν εκείνος, που πρωτομύησε τους Λαμιώτες στο Χριστιανισμό ή κάποιος άλλος. Ένα άλλο γεγονός, που συνέβη κατά την περίοδο της διάδοσης του Χριστιανισμού είναι το πέρασμα απ’ τη Λαμία των Αποστόλων Παύλου και Λούκα στο ταξίδι τους απ’ την Κόρινθο για τη Μακεδονία. Μερικοί απ’ τους ιστορικούς το αμφισβητούν. Πιστεύουν, πως η πορεία που ακολούθησαν ήταν απ’ τη Στυλίδα στην Πελασγία και κατόπιν στον Αλμυρό. ‘Αλλοι πιστεύουν, πως πέρασαν απ’ τη Λαμία για το Δομοκό κι από εκεί στα Φάρσαλα. Το πιθανότερο είναι να ακολούθησαν τη δεύτερη πορεία, μιας και η Λαμία ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων ξακουστή, αφού υπήρξε κάποτε πρωτεύουσα και τόπος πολλών πολέμων.

Η Λαμία κατά τη Βυζαντινή περίοδο

Στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Λαμία μνημονεύεται για πρώτη φορά στα πρακτικά της 3ης Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε το 431 μ.Χ. στην Έφεσο και στην οποία πήρε μέρος ο επίσκοπός της ο Σεκουδιανός. Τη συναντάμε ξανά σε γραπτό κείμενο το 531 μ.Χ., όταν ένας απ’ τους ιερείς της ο Πατρίκιος, ταξίδεψε στη Ρώμη για να συναντήσει τον Πάπα και να του επιδώσει επιστολή του Μητροπολίτη της Λάρισας, στην οποία παραπονιόταν, γιατί ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης τον είχε καθαιρέσει.

Αναφέρεται άλλη μια φορά ακόμα το όνομά της. Αυτό συμβαίνει το 551μ.Χ., στην εποχή του Ιουστινιανού, όταν ένας φοβερά μεγάλος και καταστρεπτικός σεισμός αφάνισε όχι μονάχα τη Λαμία, αλλά και ολόκληρη την τριγύρω περιοχή. Από τούτη τη χρονιά και για αιώνες η Λαμία πέφτει σε παρακμή. Χάνεται.

Ανάμεσα στο 551 μ.Χ. και στο 869 μ.Χ. που ξαναμνημονεύεται, πολλά γεγονότα έγιναν, όπως για παράδειγμα τα δεινά, που υπέστη με τον ερχομό των Οστρογότθων, των Σλάβων και των Βουλγάρων, καθώς επίσης και η απόκτηση καινούριου ονόματος, με το οποίο τη γνωρίζουμε στην 8η Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη στα 869 μ.Χ. και στην οποία πήρε μέρος ο εκπρόσωπός της, ο Γεώργιος, Επίσκοπος Ζητουνίου, όνομα που θα κρατήσει μέχρι το 1836.

Η οικονομία και η ανάπτυξη της Λαμίας

Η ίδρυση της εμποροπανήγυρης (1855) και του Τελωνείου (1839) συνέβαλαν στην κίνηση του εμπορίου και έδωσαν την ώθηση στην εμφάνιση των πρώτων αστικών επαγγελμάτων. Πριν το 1875 καταφθάνουν από την Αθήνα οι πρώτοι θεατρικοί θίασοι. Λειτουργεί συγχρόνως στρατιωτικό και πολιτικό νοσοκομείο και το 1836 ιδρύεται φαρμακείο. Μεταφέρεται το Πρωτοδικείο από την ‘Αμφισσα στη Λαμία και ιδρύεται το Ειρηνοδικείο. Λειτουργεί έκτακτο Στρατοδικείο και Κακουργιοδικείο, που εκδίδει πολλές αποφάσεις, μερικές από τις οποίες προβλέπουν θανατικές ποινές λόγω εξάρσεως της ληστείας.

Το 1860 ιδρύεται στη Λαμία υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Το 1858 αλλάζουν οι δρόμοι, τα τουρκικά ονόματα και κτίζονται τα πρώτα νεοκλασσικά σπίτια. Εδώ εδρεύουν μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις και λειτουργούν το Λοιμοκαθαρτήριο και οι Καζάρμες (υγειονομικοί σταθμοί). Εδώ έχουν κάνει από το 1875 την εμφάνισή τους οι πρώτες σοσιαλιστικές και προοδευτικές ιδέες.

Στις 8.1.1833 ιδρύθηκε ο Δήμος Λαμιέων, με έδρα τη Λαμία, πλαισιωμένος από τα χωριά: Ζητούνι, Ταράτσα, Μακρολείβαδο, Δερβέν Φούρκα, Τσοπανλάτες, Λαϊτσά, Μπεκή, Καλύβια, Ιμίρμπεη, Αλαμάνα, Μεγάλη Βρύση, Σαρμπουσακλή και Κόμμα. Το 1836, μετά την κατάργηση του Δήμου Κορωνείας, υπάχθησαν στο Δήμο Λαμιέων και τα χωριά Δίβρη, Παληοχώρι και Λιμογάρδι. Την εκτελεστική εξουσία κατά τα χρόνια 1833-1836 ασκούσαν ο έπαρχος και δύο δημογέροντες, οι Αθ. Τσίγγας και Α. Παπαλεξίου. Πρώτος επίσκοπος του μεταπελευθερωτίκου Ζητουνίου ήταν ο Ιάκωβος Μητρόπουλος.

Οι μεγαλοαστοί αρχίζουν να χτίζουν μεγάλα νεοκλασικά σπίτια, ενώ κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, υπήρχαν ακόμη πολλά τουρκικά σπίτια, τζαμιά κ.λ.π. και παράλληλα να ρυθμίζουν την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κατάσταση της περιοχής. Την κατάσταση επηρέασαν κατά πολύ, οι εγκατασταθέντες στη Λαμία:

  • Χριστοφ. Περραιβός,
  • Αναγνώστης Ζητουνιάτης,
  • Γ. Τζαχείλας,
  • Αινιάνες,
  • Παπακώστας,
  • Τζαμάλας,
  • Κυριάκος Τασίκας, απ’ την Αίγυπτο,
  • Γρ. Πέρβελης,
  • Γ. Ζορμπάς κι αμέτρητοι άλλοι.

Στα 1879 ο Δήμος Λαμιέων είχε 2.186 ψηφοφόρους, μαζί με 14 χωριά της περιοχής του. Μόνη η Λαμία είχε 1.389. Στα 1840 είχε 4.000 κατοίκους. Κατά το 1879 είχε 6.000. Μέχρι το 1881 είχαν συρρεύσει στη Λαμία Θεσσαλοί, Ηπειρώτες, Μακεδόνες, Στερεοελλαδίτες, Αιγυπτιώτες, Κρητικοί, Ασπροποταμίτες, Επτανησιώτες, Βαυαροί, Τούρκοι κ.α.

Οι «Εφτά Βρύσες» και 3-4 πηγές, που βρισκόντουσαν μέσα στην πόλη, έλυναν το πρόβλημα υδρεύσεως και αρδεύσεως, μέχρι την εποχή αυτή και αργότερα, με την ενίσχυση και δια των πηγών Αγίου Γεωργίου (κοντά στο φρούριο) των Πηγαδουλίων, της Ταράτσας και του Αγίου Λουκά μέχρι το 1928, οπότε το θέμα υδρεύσεως της πόλης έλυσε ο Γοργοπόταμος.

Ο φωτισμός στην αρχή αποτελούσε ιδιωτικό πρόβλημα και μονάχα στα κεντρικά σημεία είχε τοποθετήσει ο Δήμος μερικούς φανοστάτες. Στα κεντρικά σημεία υπήρχε μικρό δίκτυο αποχετεύσεως από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης.

Από το 1852 μέχρι το 1877 επίσκοπος Φθιώτιδας ήταν ο Καλλίνικος Καστόρχης, ο οποίος ονομάστηκε αρχιεπίσκοπος, η δε Φθιώτιδα έγινε αρχιεπισκοπή μέχρι το 1899.

Η κατοχική Λαμία

Την περίοδο 1940-1950 σημάδεψαν, όχι μονάχα τη Λαμία και τη Φθιώτιδα, αλλά ολόκληρη την Ελλάδα, η εχθρική κατοχή 1941-1944 και ο Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949. Κατά την Κατοχή, υπήρξαν στερήσεις, ταλαιπωρίες, πείνα, εκτελέσεις αλλά και σθεναρή και αποτελεσματική αντίσταση των κατοίκων. Κατά τον Εμφύλιο υπήρξαν άπειρα θύματα και από το μέρος του εθνικού στρατού και από το μέρος των κομμουνιστών και εκτός αυτών υπήρξε αφάνταστα οπισθοδρόμηση όλης της χώρας σ’όλους τους τομείς της Κρατικής δραστηριότητας. Εκτός αυτού, ηχΧώρα έχασε πολλές από τις διεκδικήσεις της, που είχε σε βάρος των υπαίτιων της καταστροφής της, λόγω των επιθέσεων και της δράσης τους κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Τόσο στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, στον Ελληνογερμανικό, στην Κατοχή και στον Εμφύλιο η Λαμία και ολόκληρη η Φθιώτιδα, έδωσαν το παρόν και πολλοί από εκείνους διακινδύνευσαν τη σωματική τους ακεραιότητα και έδωσαν και τη ζωή τους ακόμη.

Στις 18-4-1941, ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, η Λαμία βομβαρδίστηκε ανελέητα από τους Γερμανούς και στις 20, ημέρα του Πάσχα, γερμανικά στρατεύματα μπήκαν στην πόλη και σε όλη την περιοχή για να μείνουν μέχρι της 17ης Οκτωβρίου 1944. Κατά την περίοδο αυτή οι κάτοικοι, παρ’ όλες τις κακουχίες, την πείνα και τη δυστυχία, τις συλλήψεις, τις φυλακίσεις, τις εκτελέσεις, τις λεηλασίες, τις δημεύσεις και τις επιτάξεις, δεν σταμάτησαν την εθνική τους αντίσταση κατά του κατακτητή, με επικεφαλής το ΕΑΜ και τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις.

Ο εμφύλιος πρωταγωνιστεί στη Λαμία

Κατά τα χρόνια 1946-1949 λειτούργησε στη Λαμία έκτακτο στρατοδικείο, το οποίο καταδίκασε πολλούς κομμουνιστές και σε θάνατο ακόμη, μερικοί από τους οποίους και εκτελέστηκαν. Εκ παραλλήλου, στην ύπαιθρο Χώρα επικρατούσαν οι κομμουνιστές αντάρτες, οι οποίοι είχαν ιδρύσει τα δικά τους λαϊκά δικαστήρια. Η Λαμία είχε γεμίσει από πολλούς ανταρτόπληκτους. Όλα αυτά τα δεινά οφείλονται στις συνέπειες του πολέμου και στις ιδεολογικές και πολιτικές αντιθέσεις των πάντα ανυπόμονων και θερμόαιμων συνανθρώπων μας.

Μετά τον εμφύλιο, οι ιθύνοντες της Λαμίας προσπάθησαν να ανορθώσουν τα ερείπια και να βάλουν κάποια τάξη στα πράγματα. Η πολιτική ηγεσία από την άλλη πλευρά προσπάθησε να βοηθήσει, η κάθε μια με τις δικές της δυνάμεις και τη δική της νοοτροπία.

Σιγά σιγά, πάντως, η ζωή έπαιρνε το δρόμο της και η κάθε οικονομική, πολιτιστική, κοινωνική και πνευματική δραστηριότητα τη δική της. Όμως από ανάγκη, πολλοί κάτοικοι της περιοχής, έπαιρναν το δρόμο προς τη Γερμανία κι άλλες χώρες προς εύρεση εργασίας.

Η Λαμία σήμερα

Το 1981 η Λαμία αριθμούσε 41.667 κατοίκους. Η πόλη μεγάλωσε παρά πολύ. Τα Καλύβια, η Νέα Μαγνησία, το Παγκράτι και η Νέα Άμπλιανη, συνοικισμοί της Λαμίας, όπως τα Γαλανέικα και οι εργατικές κατοικίες, ενώ σχεδόν έχουν ουσιαστικά ενωθεί με το μεγάλο κορμό της πόλης, μοιάζουν με ξεχωριστές μεγάλες πόλεις. Από τριακονταετίας και μέχρι σήμερα, έχουν χτιστεί αμέτρητες πολυκατοικίες και στο κέντρο και στις άκρες και έχουν στοιβαχτεί εκεί μέσα άνθρωποι από τα περίχωρα και από άλλα διαμερίσματα της χώρας, διαφόρων κοινωνικών τάξεων.

Η Λαμία είναι μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της χώρας μας και μια από τις σπουδαιότερες από απόψης θέσεως, οικονομικής δραστηριότητας και πνευματικού επιπέδου.

Πηγή: https://www.lamia.gr/el/content/i-istoria-o-politismos-tis-lamias

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Λαμία

Ο Άγιος Κύριλλος (375-444)

Ο Άγιος Κύριλλος, μετά τον Άγιο Αθανάσιο, υπήρξε ο ασυμβίβαστος υπερασπιστής του ομοουσίου. Η Εκκλησία της Αλεξανδρείας υπήρξε για την οικουμένη φάρος της Ορθοδοξίας χάρις στον Άγιο Κύριλλο, τον υπέρμαχο της Θεοτόκου, του θεμελίου λίθου του δόγματος της Ενανθρωπήσεως.

Ο Άγιος Κύριλλος
Ο Άγιος Κύριλλος

Ο Άγιος Κύριλλος και ο θείος του Θεόφιλος

Ο Άγιος Κύριλλος γεννήθηκε περί το 375 και από πολύ νωρίς τέθηκε υπό την προστασία του θείου του Θεοφίλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, ο οποίος του εξασφάλισε ολοκληρωμένη μόρφωση στην ρητορική και στην φιλοσοφία, πρωτίστως όμως στην Αγία Γραφή, την οποία ο Κύριλλος γνώριζε σχεδόν απέξω και ήταν σε θέση να χρησιμοποιεί με θαυμαστό τρόπο. Σε ηλικία περίπου 18 ετών, ο θείος του τον έστειλε στην έρημο της Νιτρίας για να συμπληρώσει την μόρφωσή του με την ασκητική επιστήμη. Όταν μετά πέντε χρόνια (περί το 399) επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, έθεσε την μεγάλη του παιδεία στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Ο Θεόφιλος του εμπιστεύθηκε την διδασκαλία της Αγίας Γραφής, τον ενέταξε στον κλήρο και τον προάλειφε για διάδοχό του. Ο Κύριλλος τον συνόδευσε στην Βασιλεύουσα και παρευρέθη στην παράνομη σύνοδο της Δρυός (403), η οποία καταδίκασε αδίκως τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Έκτοτε αρνιόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα να μνημονεύσει το όνομα του αγίου ιεράρχη στα δίπτυχα – περισσότερο λόγω της προσήλωσής του στην μνήμη του θείου του, παρά εξαιτίας δογματικής αντίθεσης προς τον Χρυσόστομο –και μόνο μετά από επίμονες παροτρύνσεις του οσίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτου (4 Φεβρ.) και, καθώς λέγεται, από όραμα της Θεοτόκου, η οποία είχε στο πλευρό της τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, συναίνεσε να αποκαταστήσει το όνομά του και έγινε μάλιστα ένθερμος υποστηρικτής της τιμής του (417).

Ο Άγιος Κύριλλος αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας

Όταν εκοιμήθη ο Θεόφιλος (412), ο Κύριλλος χειροτονήθηκε αμέσως αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, παρά την βίαιη αντίθεση των υποστηρικτών του αρχιδιακόνου Τιμοθέου. Με τον ενεργητικό χαρακτήρα του και τον φλογερό ζήλο για την υπεράσπιση της αληθείας, που τον διέκρινε, ο Άγιος Κύριλλος επιδόθηκε στην στερέωση της ενότητας της Εκκλησίας του, που βρισκόταν τους χρόνους εκείνους σε πλήρη άνθιση, αλλά απειλούνταν από ποικίλα διαιρετικά στοιχεία. Κήρυττε στο πλήρωμα την αγάπη της αληθινής Πίστεως, την οποία διέσωσαν οι άγιοι Πατέρες χάρις σε τόσους αγώνες κατά των αιρετικών και έλαβε αυστηρά μέτρα εναντίον των σχισματικών νοβατιανών, οι οποίοι προσείλκυαν πολλούς Ορθοδόξους εξαιτίας της αυστηρότητας του βίου τους και του ακάμπτου ήθους τους. Έκλεισε τους ναούς τους και απαγόρευσε στον επίσκοπό τους να ασκεί το αξίωμά του. Για να καταπολεμήσει τα υπολείμματα της ειδωλολατρίας και τις δεισιδαιμονίες, που παρέμεναν ανεκρίζωτες στους κόλπους του λαού, μετέφερε τα λείψανα των Αγίων Κύρου και Ιωάννου (28 Ιουν.) από την Αλεξάνδρεια στο ειδωλολατρικό τέμενος στην Μένουθη, κοντά στην Κανώπη, το οποίο ήταν περιβόητο για τους χρησμούς, που έδιναν οι δαίμονες, και μπήκε ο ίδιος επικεφαλής της λιτάνευσης, που διήρκεσε μία ολόκληρη εβδομάδα (414).

Παρά το γεγονός ότι ήταν χριστιανική, η πόλη της Αλεξάνδρειας συμπεριελάμβανε σημαντική εβραϊκή μειονότητα, η οποία διετάρασσε συχνά την ειρήνη με στάσεις και επιθέσεις κατά των χριστιανών. Μετά από κάποια συμβάντα, ο επίσκοπος κάλεσε τους Εβραίους ηγέτες και τους επετίμησε απειλώντας τους. Αυτοί για να εκδικηθούν, διέδωσαν ψευδείς φήμες για πυρκαγιά στον ναό του Αγίου Αλεξάνδρου, όπου συγκεντρώθηκε πλήθος χριστιανών και εσφάγησαν πολλοί. Μπροστά στην αδράνεια του επάρχου Ορέστη, ο οποίος φοβούμενος την αυξανομένη ανάμειξη του επισκόπου στα πράγματα της πόλεως διέκειτο μάλλον ευνοϊκά προς τους Εβραίους, ο Άγιος Κύριλλος προέβη στην απέλασή τους και μετέτρεψε τις συναγωγές τους σε ναούς του Κυρίου. Έτσι, η εβραϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας, ονομαστή από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έπαψε να υπάρχει. Τα γεγονότα αυτά, όμως, δηλητηρίασαν τις σχέσεις του αρχιεπισκόπου με τον έπαρχο. Πεντακόσιοι μοναχοί της Νιτρίας, αφοσιωμένοι στον Κύριλλο, έκλεισαν μία ημέρα τον δρόμο στον άρχοντα και τον ονόμασαν ειδωλολάτρη. Ένας δε εξ αυτών, ονόματι Αμμώνιος, αρπάζοντας μία πέτρα την πέταξε στο κεφάλι του επάρχου. Συνελήφθη αμέσως και βασανίσθηκε τόσο βίαια, που πέθανε. Νέες ταραχές, επίσης, στάθηκαν η αφορμή για τον επονείδιστο φόνο της Υπατίας, γυναίκας ενάρετης, μεγάλου κύρους σε θέματα φιλοσοφίας, την οποία όλος ο κόσμος τιμούσε, από ανεξέλεγκτη ομάδα φανατικών χριστιανών, που υποπτευόμενοι ότι μεσολαβούσε μεταξύ του επισκόπου και του επάρχου Ορέστη ήθελαν να αποτρέψουν την συμφιλίωσή τους. Μπροστά στις αιματηρές αυτές ταραχές ο Άγιος Κύριλλος αγωνίσθηκε, για να γίνει σεβαστή η δικαιοσύνη και τελικά κατόρθωσε να εξασφαλίσει την αυθεντία της Εκκλησίας σε όλους τους τομείς του βίου της πόλεως.

Κληρονόμος των παραδόσεων της περίφημης Σχολής Αλεξανδρείας και πιθανώς μαθητής του Διδύμου του Τυφλού, ο άγιος επίσκοπος αφιέρωνε μεγάλο μέρος του χρόνου του στην συγγραφή ερμηνευτικών έργων, τα οποία σχολίαζαν συστηματικά, σύμφωνα με τον αλληγορικό και ηθικό τρόπο, όλες τις λεπτομέρειες της Παλαιάς Διαθήκης, στην οποία διέκρινε το «Μυστήριο του Χριστού φανερωμένο εν αινίγμασι». Αυτή η αντίληψις του Ενός Χριστού, τέλους του Νόμου και των Προφητών, επρόκειτο να καθοδηγεί όλο τον βίο του και σύντομα η θεία Πρόνοια θα απαιτούσε να την εφαρμόσει τόσο σε θεολογικό επίπεδο, όσο και σε κείνο της εκκλησιαστικής δράσεως.

Ο Άγιος Κύριλλος και ο Νεστόριος

Το 428 εκλήθη από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη, με σκοπό να ανέλθει στον πατριαρχικό θρόνο ο πρεσβύτερος Νεστόριος, περίφημος για την ευγλωττία του και την αυστηρότητα του βίου του. Η εκλογή αυτή χαιρετίσθηκε με μεγάλη χαρά, όχι μόνο από τον λαό της Βασιλεύουσας, ο οποίος ήλπιζε να δεχθεί ένα νέο Χρυσόστο μο, αλλά και από το σύνολο των επισκόπων, συμπεριλαμβανομένου και του Κυρίλλου. Ωστόσο, μόλις χειροτονήθηκε, ο Νεστόριος έβγαλε την μάσκα της ευσεβείας και επέδει ξε ασυγκράτητο ζήλο στην καταπολέμηση των αιρετικών, δηλώνοντας έτοιμος να αναστατώσει τις πόλεις για να τους εκδιώξει. Σύντομα κατέστη μισητός για τις βιαιότητές του και την αλαζονεία του και άρχισε να κάνει απερίσκεπτες δηλώσεις στο ζήτημα της Ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού. Ωθώντας ως τις έσχατες συνέπειές της την θεολογία της Σχολής της Αντιοχείας – η οποία αρεσκόταν να διακρίνει στις ενέργειες του Κυρίου εκείνες, που απέρρεαν από την θεία φύση και εκείνες που ανήκαν στην ανθρωπίνη φύση Του – ο Νεστόριος επεχείρησε να δώσει μία αφηρημένη και λογοκρατική ερμηνεία της Ενανθρωπήσεως, χωρίς ωστόσο να διαθέτει τις κατάλληλες έννοιες, για να εξηγήσει τον τρόπο της ενώσεως των δύο φύσεων. Εισάγοντας την διττότητα υποκειμένου μεταξύ του Λόγου του Θεού και του Χριστού, «του προσληφθέντος ανθρώπου», ισχυριζόταν ότι έπρεπε κανείς να αποδίδει στο ένα ή στο άλλο τους χαρακτήρες της θείας φύσεως και της ανθρωπίνης φύσεως αντίστοιχα. Οδηγήθηκε κατά συνέπεια στην θεωρία ότι ο Λόγος προσέλαβε την ανθρωπότητα μόνο ως σκηνή, ως όργανο, και ότι η Παρθένος Μαρία δεν ήταν «Θεοτόκος» – έναν όρο, που η παράδοση της Εκκλησίας είχε καθιερώσει προ πολλού – αλλά μόνο «Χριστοτόκος». Διακηρύσσοντας ότι δεν μπορεί να λέει κανείς ότι «ο Θεός γεννήθηκε από την Παρθένο, αλλά ότι ενώθηκε μόνο με εκείνον (τον άνθρωπο), που γεννήθηκε και πέθανε», δεν έβλεπε κατά βάθος στον Χριστό παρά μόνο έναν υποδειγματικό άνθρωπο, θεοφόρο, «θεωμένο», με εξέχοντα τρόπο λόγω των αρετών του, στον οποίο ενοικούσε ο Θεός κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον, που ενέπνεε τους προφήτες και τους αγίους, και επ  οὐδενὶ τον Θεάνθρωπο, που αποτελεί για τους ανθρώπους την πηγή της Σωτηρίας, της ζωής και της θεοποιού χάριτος. Χωρίς ο ίδιος να κάνει λόγο για δύο «πρόσωπα» στον Χριστό, δεν έπαυε να επιτίθεται στην έκφραση «Θεοτόκος» και ένας από τους μαθητές του, ο επίσκοπος Δωρόθεος, διακήρυξε μία ημέρα σε μία ομιλία, παρουσία του Νεστορίου: «ο λέγων την Μαρίαν Θεοτόκον, ανάθεμα έστω!». Τούτο ισοδυναμούσε με τον αναθεματισμό όλων των θεοφόρων Πατέρων, που είχαν χρησιμοποιήσει τον όρο αυτό καθώς και των επισκόπων όλης της οικουμένης, που ομολογούσαν την Θεομήτορα.

Πληροφορούμενος την νέα αυτή αίρεση, ο Άγιος Κύριλλος εξέθεσε επισήμως στην πασχάλιο επιστολή του τον επόμενο χρόνο (429) ότι όντως η Παρθένος γέννησε τον Ενανθρωπήσαντα Υιό του Θεού και ότι πρέπει συνεπώς να ονομάζεται δικαίως Θεοτόκος. Έγραψε στον Νεστόριο μία αδελφική επιστολή νουθεσίας, για να του ζητήσει να δεχθεί τον όρο αυτό, πάνω στον οποίο βασιζόταν το δόγμα της εν Χριστώ Σωτηρίας μας. Κατόπιν, μετά την αλαζονική και περιφρονητική άρνηση του Νεστορίου, ο οποίος επιστρέφοντας τις κατηγορίες κατά του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας διέδιδε συκοφαντίες εις βάρος του και ισχυριζόταν ότι θα τον εγκαλούσε στην δικαιοσύνη, ο Κύριλλος αποφάσισε να πάρει τα όπλα, για να υπερασπισθεί την αλήθεια και δήλωσε «έτοιμος να υποφέρει τα πάντα, μέχρι θανάτου, παρά να εγκαταλείψει την Πίστη». Απηύθυνε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β´, στην σύζυγό του και στις αδελφές του μία πραγματεία περί ορθής πίστεως, και απέστειλε στον πάπα Ρώμης, Κελεστίνο (8 Απρ.), μία έκθεση για τις πλάνες του Νεστορίου. Ο πάπας συνεκάλεσε Σύνοδο στην Ρώμη, η οποία τις καταδίκασε και ανέθεσε στον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας να εκτελέσει την απόφαση κατά του αιρετικού, αν αρνιόταν να τις ανακαλέσει μέσα σε δέκα ημέρες (430). Εν τω μεταξύ ο Άγιος Κύριλλος είχε συγκαλέσει Σύνοδο των επισκόπων της Αιγύπτου, η οποία συνέταξε έκθεση του χριστολογικού δόγματος, ακολουθούμενη από τους δώδεκα Αναθεματισμούς των προτάσεων του Νεστορίου, τους οποίους ο Κύριλλος είχε απευθύνει στον αιρετικό στην Τρίτη Επιστολή του.

Στα απολογητικά αυτά συγγράμματα κατά του Νεστορίου, πιστός στην διδασκαλία της Αγίας Γραφής για τον Λόγο, που σαρξ εγένετο (Ιω. 1, 14) και στους Πατέρες της Συνόδου της Νικαίας, οι οποίοι είχαν ομολογήσει ότι ο ίδιος ο Υιός του Θεού, παραμένοντας στους κόλπους του Πατρός, έγινε άνθρωπος, πέθανε και ανεστήθη, ο Άγιος Κύριλλος υπογράμμιζε την ενότητα του μυστηρίου του Χριστού. Επιδιώκει να δείξει ότι από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς Του ο Κύριος ένωσε οριστικά την ανθρωπίνη και την θεία φύση· και στην μυστηριώδη αυτή ένωση – και όχι συνάφεια, όπως ισχυριζόταν ο Νεστόριος, – βλέπει την αντίδοση των ιδιωμάτων της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως στην ενιαία κράση του Σωτήρος, ο Οποίος άνοιξε στον άνθρωπο την δυνατότητα μιας πραγματικής μετοχής στο θείο, μιας θεώσεώς του, της οποίας πρότυπο και υπόδειγμα είναι η Θεομήτωρ. Με αυτόν τον τρόπο ο Κύριος έχοντας εγκαινιάσει καινόν τρόπον υπάρξεως, θεανθρώπινο, στο Σώμα του, την Εκκλησία, λαμβάνουμε ζωή από την σάρκα Του, που έγινε αληθινά «σάρκα του Λόγου». Ο «εις Χριστός» του Αγίου Κυρίλλου είναι, λοιπόν, Εκείνος της θείας Ευχαριστίας και του πνευματικού βιώματος, που μέσα από μακρές και επώδυνες έριδες η Εκκλησία έμελλε να διασαφηνίσει στις επόμενες γενιές.

Η Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο

Εν τω μεταξύ, ο Νεστόριος με την υποστήριξη της αυτοκρατορικής εξουσίας και των φίλων του στο παλάτι επεδίωξε να επιβάλει τις ιδέες του στην Βασιλεύουσα με απειλές, διαφθορά, αφορισμούς και διώξεις εναντίον όσων τολμούσαν να του αντισταθούν. Η κατάσταση έφθασε σε σημείο, ώστε ο Ορθόδοξος κλήρος παρακάλεσε τον Θεοδόσιο να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο, για να θέσει τέρμα στο «οικουμενικό σκάνδαλο» του επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά με ένα επιδέξιο τέχνασμα, ο αιρεσιάρχης έπεισε τον αυτοκράτορα να συγκληθεί Σύνοδος στην Έφεσο για την Πεντηκοστή του επομένου έτους (431), προκειμένου να κρίνει τον Άγιο Κύριλλο για τους Αναθεματισμούς του, με τους οποίους κατηγορήθηκαν ως αιρετικοί.

Ο Κύριλλος και ο Νεστόριος έφθασαν στην Έφεσο επι κεφαλής των επιβλητικών συνοδειών τους και ανέμεναν την άφιξη του αρχιεπισκόπου Αντιοχείας, Ιωάννη, και των επισκόπων της Ανατολής, τους οποίους ο Νεστόριος είχε κερδίσει με το μέρος του, όχι με βάση την απόρριψη του «Θεοτόκος», αλλά αποστέλλοντας τους Αναθεματισμούς του Κυρίλλου, οι οποίοι αποκομμένοι από τα συμφραζόμενά τους ήταν αναπόφευκτο να διαβασθούν ως παλινόρθωση της αιρέσεως του Απολλιναρίου. Καθώς ο Ιωάννης και η συνοδεία του αργούσαν, αποφασίσθηκε να ανοίξει δίχως αυτούς η πρώτη συνεδρίαση στις 22 Ιουνίου 431. Προήδρευε ο Άγιος Κύριλλος, ως αναπληρωτής του πάπα Ρώμης, οι λεγάτοι του οποίου είχαν επίσης καθυστερήσει. Μετά την ανάγνωση του Συμβόλου της Νικαίας, της Επιστολής του Κυρίλλου προς Νεστόριο και της απαντήσεως του τελευταίου, οι διακόσιοι περίπου παρόντες Πατέρες διακήρυξαν την νομιμότητα του «Θεοτόκος» και καθαίρεσαν τον Νεστόριο, ο οποίος είχε αρνηθεί τρεις φορές να παρευρεθεί. Βγαίνοντας από τον ναό τους υποδέχθηκαν οι επευφημίες πλήθους πιστών υπερμάχων της τιμής της Θεομήτορος, ενώ γυναίκες θυμιάτιζαν στο πέρασμά τους.

Μόλις έφθασαν στην Έφεσο πέντε ημέρες αργότερα, ο Ιωάννης και η συνοδεία του, προσβεβλημένοι από το γεγονός ότι δεν τους περίμεναν, συγκρότησαν σύνοδο με σαράντα τρεις επισκόπους και, κατηγορώντας τον Κύριλλο ότι ανανεώνει την αίρεση του Απολλιναρίου, αποφάσισαν την καθαίρεσή του, χωρίς άλλη διαδικασία, καθώς και εκείνη του Μέμνονος Εφέσου. Η Οικουμενική Σύνοδος μετατράπηκε έτσι σε ένα βίαιο και εμπαθή αγώνα ανάμεσα στα δύο μέρη, που προσπαθούσαν να προσελκύσουν την προστασία του αυτοκράτορα. Ευρισκόμενος μακριά και λάθος πληροφορημένος, ο Θεοδόσιος, μετά από μάταιες προσπάθειες για συμφιλίωση, διέταξε να συλληφθούν ο Κύριλλος και ο Μέμνων, κηρύσσοντας ταυτόχρονα τον Νεστόριο αιρετικό, και έδωσε εντολή να διαλυθεί η Σύνοδος. Το μόνο αποτέλεσμα της Συνόδου ήταν ότι είχε διακηρύξει το βάσιμο του όρου «Θεοτόκος» και ότι είχε προχωρήσει στην καθαίρεση του Νεστορίου, ο οποίος εστάλη στην μονή του στην Αντιόχεια και κατόπιν εξορίσθηκε στην Λιβύη (435), όπου και πέθανε οικτρά.

Εν τούτοις είχε προκύψει μία νέα και σκληρή διαίρεση. Την στιγμή που η Αυτοκρατορία απειλούμενη από τους βαρβάρους είχε ανάγκη μεγαλύτερης συνοχής, το μόνο που έβλεπε κανείς με το πρόσχημα της προσήλωσης στην αλήθεια ήταν έριδες, αμοιβαίοι αναθεματισμοί και ταραχές, που εξέθεταν την αγιότητα της Εκκλησίας στην χλεύη των εχθρών της. Κατά την διάρκεια των επιπόνων διαπραγματεύσεων, που ακολούθησαν, ο Άγιος Κύριλλος που είχε επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, όπου ο λαός τον υποδέχθηκε θριαμβευτικά, φανέρωσε όχι μόνο την ορθοδοξία του, αλλά και την ταπεινοφροσύνη του και την περίσσεια της αρετής του. Παραιτούμενος από κάθε απαίτηση δικαίωσης για την κακομεταχείριση που υπέστη στην Έφεσο κατά την φυλάκισή του, έδωσε στους επισκόπους της Ανατολής εξηγήσεις για τους Αναθεματισμούς, ένα θέμα που τους άγγιζε όλως ιδιαιτέρως, διευκρινίζοντας ότι δεν είχαν στόχο παρά τα αιρετικά δόγματα του Νεστορίου, και δήλωσε έτοιμος να τους διορθώσει, με τον όρο ο Ιωάννης και οι συν αυτώ να συναινέσουν στην καταδίκη του Νεστορίου. Τελικά κατέληξαν σε συμφωνία και οι ανατολικοί έστειλαν στον Κύριλλο ομολογία Πίστεως, την οποία εκείνος έκανε δεκτή με επιστολή, που δεν έκρυβε την μεγάλη χαρά του. Με ειρηνικό πνεύμα, δίχως όμως να εγκαταλείπει τις θεμελιώδεις θέσεις του, έκανε δίκαιες παραχωρήσεις στην ορολογία της αντιοχειανής παραδόσεως και προσυπέγραφε την διάκριση, που γινόταν εκεί των δύο φύσεων, που βρίσκονταν ασυγχύτως και αμίκτως ενωμένες στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτή η Έκθεσις των Διαλλαγών (Απρ. 433), παρά το γεγονός ότι δεν ήταν απόφαση Συνόδου, θεωρείται ωστόσο ως η ομολογία Πίστεως της Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου και ο Κανόνας της Ορθοδοξίας. Απέρριπτε εκ των προτέρων τις αιρετικές προτάσεις του Ευτυχούς και των μονοφυσιτών, οι οποίοι θα επικαλούνταν τα συγγράμματα του Αγίου Κυρίλλου, για να υποστηρίξουν ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν τρόπον τινά «απορροφημένη» από την θεότητα· και η Σύνοδος της Χαλκηδόνος (451) ουσιαστικά δεν έκανε άλλο από το να διευκρινίσει τους βασικούς όρους της.

Τα τελευταία χρόνια του Αγίου Κυρίλλου

Αφού αποκαταστάθηκε μία εύθραυστη ειρήνη, ο Άγιος Κύριλλος πέρασε τα τελευταία χρόνια της επισκοπείας του στερεώνοντας την ενότητα της Εκκλησίας και μετριάζοντας τις εκδηλώσεις άμετρου ζήλου των οπαδών του, οι οποίοι τον κατηγορούσαν ότι είχε προδώσει την υπόθεσή τους προωθώντας την ένωση με τους ανατολικούς. Έχοντας διδαχθεί από τις εμπειρίες του στα εκκλησιαστικά πράγματα και τα ανθρώπινα πάθη, αποδείχθηκε στις περιστάσεις αυτές υπόδειγμα μετριοπαθείας και ποιμαντικής συγκαταβάσεως. Έτσι, ενώ ανασκεύασε τα συγγράμματα του Θεοδώρου Μοψουεστίας, του μεγάλου θεολόγου της Σχολής της Αντιοχείας, ο οποίος είχε πεθάνει εν ειρήνη (428), απέφυγε να ζητήσει την καταδίκη του, για να μην προκαλέσει εκ νέου τις ευαισθησίες των ανατολικών και θέσει σε κίνδυνο την ενότητα της Εκκλησίας.

Έχοντας ολοκληρώσει το έργο, που του ανέθεσε ο Θεός για την οικοδομή της Εκκλησίας του, ο Άγιος Κύριλλος εκοιμήθη εν ειρήνη στις 9 Ιουνίου 444, για να συγκαταριθμηθεί στον χορό των Αγίων Πατέρων και να παρακαθήσει μαζί με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο στο πλευρό της Θεοτόκου. Τιμήθηκε σύντομα ως άγιος και εγκωμιάσθηκε ως «φωστήρας του κόσμου», «ανίκητος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας» και «Σφραγίς των Πατέρων».

Πηγή: https://www.pemptousia.gr/2014/06/vios-ke-politia-tou-agiou-kirillou-a/

Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας (298-373)

Ο Άγιος Αθανάσιος ή Μέγας Αθανάσιος ή Αθανάσιος Αλεξανδρείας (περ. 298 – 373) ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Τιμάται ως άγιος από την Ανατολική Ορθόδοξη, την Κοπτική Ορθόδοξη, την Ρωμαιοκαθολική, τις Λουθηρανικές και τις Αγγλικανικές εκκλησίες. Αποτελεί έναν από τους τέσσερις Πατέρες της Ανατολικής εκκλησίας που φέρουν τον τίτλο «Μέγας» μαζί με τούς Βασίλειο, Φώτιο, και Αντώνιο, και ένας από τους 33 Πατέρες της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας.

Από πολύ νέος έδειξε την πνευματική κλίση του. Σε ηλικία 25 ετών χειροτονήθηκε διάκονος από τον επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο, τον οποίο ακολούθησε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325, στη Νίκαια της Βιθυνίας. Εκεί αναδείχθηκε πρωτεργάτης στην καταδίκη της διδασκαλίας του Αρείου που χαρακτηρίστηκε αιρετική. Το 328 και σε ηλικία 33 ετών εξελέγη πατριάρχης Αλεξανδρείας.

Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας
Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας

Τα θρησκευτικά παιχνίδια του Αγίου Αθανασίου

Τους γονείς του Μ. Αθανασίου ακριβώς δεν τους γνωρίζουμε. Δεν έχουμε πληροφορίες για αυτούς. Πρέπει να ήταν ευσεβείς άνθρωποι, γιατί την ευσέβεια δίδαξαν στο παιδί τους. Από μικρό παιδί, τον πότισαν με τα νάματα της χριστιανικής θρησκείας, από μικρό τον έθρεψαν με το μάννα της θεϊκής τροφής.

Και τούτο το καταλαβαίνουμε, γιατί βρίσκουμε τον Αθανάσιο από μικρό παιδί να ζει με τον Θεό. Και έζησε όχι μονάχα έτσι αφηρημένα και γενικά τα του Θεού, μα έμπρακτα και εφηρμοσμένα και στην αρετή και στα μυστήρια τής Εκκλησίας μας. Δεν έπαιζε άλλα παιχνίδια, τα παιχνίδια του ήταν θρησκευτικά. Παίζανε με τα άλλα συνομήλικα παιδιά του, αναπαράσταση τής Θ. Λειτουργίας και των άλλων μυστηρίων της Εκκλησίας μας.

Μια φορά μάλιστα, κάποια μέρα, που οι χριστιανοί της Αλεξανδρείας, είχαν μεγάλη γιορτή εις μνήμην του επισκόπου Πέτρου, που μαρτύρησε κατά τον διωγμό του Μαξιμίνου, ο Αθανάσιος με άλλα παιδιά παίζανε στην ακροθαλασσιά διάφορα εκκλησιαστικά παιχνίδια. Εκεί κοντά βρισκόταν και το σπίτι του Πατριάρχου Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρου. Ο Πατριάρχης εκείνη την ήμερα είχε καλέσει και μερικούς άλλους κληρικούς να φάνε μαζί του το μεσημέρι. Εκεί λοιπόν που τους περίμενε, κοιτάζει για μια στιγμή από το παράθυρο και βλέπει τα παιδιά να παίζουν ένα παιχνίδι. Του τράβηξε την προσοχή ιδιαίτερα τούτο το παιχνίδι. Παρατηρεί, ότι τα παιδιά έπαιρνε το κάθε ένα και ένα ρόλο, θα έλεγε κανείς, των αξιωματούχων της Εκκλησίας. Το ένα ήταν αναγνώστης, το άλλο διάκονος, άλλο ιερέας και το άλλο επίσκοπος.

Τον Αθανάσιο τον χειροτονήσανε Πατριάρχη και στο τέλος παρατηρεί με κατάπληξη, μα και με ιερή συγκίνηση, ότι βαφτίζανε ένα παιδάκι. Η έκπληξη και η χαρά του Πατριάρχη ήταν απερίγραπτη. Τα παιδιά κάνανε τη βάπτιση ακριβώς κατά την τάξιν της Εκκλησίας. Όλα τα παιδιά βοηθήσανε, προΐστατο δε ο Αθανάσιος.

Αυτός καθοδηγούσε όλα τα άλλα τα παιδάκια πώς και τι να κάνουν. Κατασυγκινημένος ο Πατριάρχης Αλέξανδρος, κάλεσε τα παιδάκια και ήλθανε κοντά του. Τα αγκάλιασε, τα ασπάσθηκε, τα ευλόγησε, τους έδωσε τις ευχές του. Η παράδοση λέγει ότι ύστερα, όταν ο Πατριάρχης έμαθε, ότι το παιδάκι που βαπτίσανε, ο Αθανάσιος και οι περί αυτόν, ήταν αβάπτιστο πραγματικά, ανεγνώρισε την βάπτιση που έκανε ο Αθανάσιος και τα άλλα παιδιά. Απλώς όμως συμπλήρωσε ο ίδιος, με το μυστήριο του Χρίσματος που γίνεται πάντα μετά το βάπτισμα. Εν πάση περίπτωση ο Πατριάρχης, φωτισμένος και από τον Θεό, πρόσεξε ιδιαίτερα τον Αθανάσιο. Κάλεσε τους γονείς του, τους παίνεψε για το παιδί τους και για την ανατροφή που του δώσανε και τους συμβούλεψε για το πως να το καθοδηγήσουν στον δρόμο του Θεού, πως να διαφυλαχθεί ανέγγιχτο από τις παγίδες του σατανά, πως να διατηρηθεί αγνό και αμόλυντο από την απατηλή και προκλητική γλυκύτητα της αμαρτίας. Τους είπε ακόμη, ότι έπρεπε να μορφώσουν τον Αθανάσιο, να μάθει γράμματα, και πιο πολύ εκείνα, που είναι αναγκαία και απαραίτητα για να γνωρίσει πιο καλά τον Θεό και τα του Θεού. Και έτσι να εφαρμόζει το άγιο θέλημα Του και να ζήσει πιο ενάρετα και πιο άγια.

Ο Πατριάρχης διείδε στη ψυχή, στην παιδική ψυχή του Αθανασίου, ότι αυτός προωριζότανε να γίνει μεγάλος μεγάλος. Μεγάλος για τη δόξα του Χριστού, για την πίστη των Χριστιανών. Για τούτο, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τον Αθανάσιο. Τον παρακολουθούσε στο μεγάλωμα και στην ανάπτυξή του. Είπε μάλιστα στους γονείς του, σαν γίνει δεκαοκτώ χρονών, να τον φέρουνε κοντά του. Και έτσι έγινε.

Η μόρφωση του Αγίου Αθανασίου

Για την μόρφωση που πήρε ο άγιος δεν γνωρίζουμε και πάλι πολλά πράγματα. Τότε στην Αλεξάνδρεια υπήρχαν φημισμένες σχολές ανωτέρας μορφώσεως και ξακουστοί διδάσκαλοι. Ο Αθανάσιος, σίγουρα, θα παρακολούθησε τέτοιες σχολές, θα πήρε τέτοια μαθήματα, όχι όμως πολλά. Δεν ενέσκυψε στη βαθειά φιλολογία, φιλοσοφία, νομική κτλ. σαν τον Άγιο Βασίλειο ή τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Ο Θεός όμως τον φώτισε και σπούδασε, μελέτησε όλα εκείνα που του ήσαν ύστερα απαραίτητα και αναγκαία για το μεγάλο του έργο. Για την υποστήριξη και σταθεροποίηση της Ορθοδοξίας. Λέγει ο άγιος Γρηγόριος στο εγκώμιο του, ότι «ολίγα των εγκυκλίων εφιλοσόφησεν του μη δοκείν πάντα πάσι των τοιούτων των απείρως έχειν» (Φιλοσόφησε λίγο από τα εγκυκλοπαιδικά και τούτο για να μη φαίνεται σ’ αυτά ότι δεν έχει καμία πείρα, καμία γνώση).

Εκεί πού ενέσκυψε πιό πλατειά και πιό βαθειά ήταν στην Αγ. Γραφή, την Π. και Κ. Διαθήκην. Αυτήν την έμαθε απ’ έξω. Και για τούτο συνδιάζοντας την των δύο ειδών μόρφωσιν διέπρεψε στην όλη ενάρετον ζωήν του, όπως επίσης και στους αγώνες του, υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως. Με τα παρακάτω πάλι λόγια, ο άγιος Γρηγόριος τον χαρακτηρίζει «όρον μεν επισκοπής είναι τον εκείνου βίον και τρόπον, νόμον δε Ορθοδοξίας τα εκείνου δόγματα» (Ο βίος του ήτανε όρος, δόγμα και τρόπος, παράδειγμα για την επισκοπική ζωή κάθε ιεράρχου και νόμος οι εντολές και οι αποφάσεις του). Λοιπόν, ο Αθανάσιος πατέρας της Ορθοδοξίας, στύλος της Ορθοδοξίας. Παράδειγμα προς μίμησιν, από κάθε ορθόδοξον χριστιανόν, μα προ πάντων, κάθε κληρικού και μάλιστα αυτού που κατέχει τον ανώτατον βαθμόν του Επισκόπου, πρότυπον ή μάλλον «τύπον Χριστού», όπως θέλει κάθε επίσκοπον και ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος.

Ο Άγιος Αθανάσιος στο Πατριαρχείο

Όταν έγινε δεκαοκτώ χρονών οι γονείς τον Αθανασίου τον πήγανε στον Πατριάρχη, όπως εκείνος τους είχε ζητήσει, τότε που τους κάλεσε και τους μίλησε για τον Αθανάσιο, τότε που ήτανε παιδί και που με τα άλλα παιδιά κάνανε εκείνη τη βάπτιση.

Ο Πατριάρχης ήτανε ένας πολύ καλός και άγιος ποιμενάρχης. Είχε πολλές καλοσύνες και αρετές. Ήτανε «φιλόθεος, φιλάνθρωπος, φιλόπτωχος, καταδεκτικός, πράος, επιεικής», μα και αυστηρός στην αλήθεια και την αγιότητα. Ήτανε ένας άγιος.

Βρήκε λοιπόν εκεί και καλό παράδειγμα ο Αθανάσιος. Ακόμη, εκεί στο Πατριαρχείο έβλεπε να περνάνε λαϊκοί, κληρικοί και επίσκοποι επίσης, που πολλοί φέρανε στο σώμα τους, τα στίγματα των παθημάτων του Χριστού, από τα μαρτύρια και τα βασανιστήρια που υφίσταντο κατά τους διωγμούς. Είδε άλλους να κουτσαίνουν, άλλους να μην βλέπουνε, άλλους να τους λείπει ένα χέρι, ένα αυτί ή και τα δύο, ή γενικά κάτι από τα μέλη του σώματος τους. Ναι, πολλοί ήσαν οι ακρωτηριασμένοι, οι άρρωστοι, οι ταλαιπωρημένοι από τις φυλακίσεις, τα φρικτά βασανιστήρια, από τις κακουχίες γενικά, που υπέστησαν για την χάριν και την δόξαν του Χριστού μας. Με ένα λόγο ο Αθανάσιος μπορούσε να δει και να διδαχθεί τα μέγιστα, από το παράδειγμα των αγωνιστών και των ηρώων της πίστεως μας. Και πραγματικά αυτοί, όχι μονάχα του εμπνεύσανε την αγωνιστικότητα και το ηρωικό φρόνημα στην ψυχήν, μα και του την γεμίσανε, του την πληρώσανε μέχρις επάνω. Και έτσι, όπως είπαμε και πιο πάνω, ξεπέρασε όλους τους άλλους και ανεδείχθει «ο ηρωικότερος των αγίων και ο αγιότερος των ηρώων». Τον βοήθησε τα μέγιστα και ο Πατριάρχης. Και με τις συμβουλές και με το παράδειγμα του.

Λίγο αργότερα ο Αθανάσιος, έτσι νεαρός στην ηλικία, επισκέφθηκε και ήλθε σε στενή επαφή με τους μοναχούς της ερήμου της Αιγύπτου. Τότε η διψώσα έρημος εποτίζετο, τότε η άγονος έρημος εκαρποφορούσε. Την ποτίζανε οι μοναχοί με τα δάκρυα της μετανοίας τους, οι ίδιοι την καρποφορούσανε με τους αγώνες και τις αγωνίες τους, με την εις την βάθος καλλιέργειαν της ψυχής τους. Ναι, οι μοναχοί τότε φθάσανε σε ύψη αρετής, σε σφαίρες αγιότητος, θαυματουργούσανε, επιτελούντες θαύματα μεγάλα και εξαίσια.

Όλα τα είδε, τα άκουσε, τα έζησε ο Αθανάσιος. Συνεδέθη με μεγάλους ασκητές της ερήμου, με τον καθηγητή της ερήμου τον Άγιο Αντώνιο. Και από αυτούς πήρε ιδιαίτερα μαθήματα. Μαθήματα αγωνιστικότητας, μαθήματα νηστείας, αγρυπνίας, προσευχής, μαθήματα αρετής και αγιότητας. Και για τούτο αργότερα δεν υστέρησε καθόλου από αυτούς. Αντίθετα και πολλούς τους ξεπέρασε. Και για τούτο υπήρξε Μέγας. Σε όλα Μέγας.

Η χειροτονία του Αγίου Αθανασίου

Πατριάρχης, βλέποντας όλα αυτά τα προσόντα και τα χαρίσματα, μα και τις αρετές του Αθανασίου, τον έκρινε άξιο για κληρικό. Και το έτος 312 τον χειροτόνησε αναγνώστη και τον προσέλαβε για γραμματέα του. Ύστερα από επτά χρόνια τον χειροτόνησε διάκονό του.

Και ενώ ήτανε διάκονος ο Αθανάσιος είχε καταστεί σύμβουλος του Πατριάρχου Αλεξάνδρου. Ο Πατριάρχης τον πήρε μαζί του στη Νίκαια και έλαβε μέρος στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 325 μ.Χ. Εδώ ο Αθανάσιος θριάμβευσε, ανεδείχθει ανώτερος όχι μονάχα του πατριάρχου του, μα και όλων των άλλων που λάβανε μέρος στην μεγάλη αυτήν Σύνοδον.

Ο Άγιος Αθανάσιος στην Α’ οικομενική Σύνοδο

Ο Άρειος που καταγόταν από τη Λιβύη και που χειροτονήθηκε στην Αλεξάνδρεια σαν ιερέας και αργότερα πήρε και το οφφίκιο του πρωθιερέα, θέλησε να ανατρέψει την τάξη της Εκκλησίας που είχε και πίστευε μέχρι τότε. Παραδεχόταν και δίδασκε πράγματα αιρετικά, βλάσφημα για τον Χριστό μας. Ισχυριζόταν ότι ο Χριστός δεν ήταν Θεός, αλλά το πρώτον κτίσμα, δημιούργημα του Θεού. Ότι δεν είναι ίσιος με τον Θεό Πατέρα, μα είναι δεύτερο και κατώτερο δημιούργημα του, πλάσμα του Θεού. Και μάλιστα έλεγε «ην ποτέ ότε ουκ ην». Ήταν κάποτε, υπήρξε καιρός προηγουμένως που δεν ήταν ο Χριστός. Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος δεν ήταν, δεν υπήρχε.
 
Με την ύπουλη, είπαμε, αυτή του διδασκαλία και με την γλαφυρότητα της γλώσσας του, μα και με κάποια ποιήματα του, δίδασκε την λανθασμένη αυτή διδασκαλία του. Και επειδή φαινόταν εξωτερικά πως ήταν και ευσεβής, τον ακολούθησαν πολλοί άνθρωποι. Άνθρωποι που δεν γνώριζαν την αλήθεια και την ορθότητα της πίστεώς μας.

Ανάμεσα σ’ αυτούς και 700 νεαρές παρθένες και μερικοί κληρικοί που είχαν μεγάλη θέση και φαινόντουσαν σοβαροί και μυαλωμένοι. Έτσι άρχισε το κακό. Ο Πατριάρχης έβλεπε την ανάπτυξή του και ανησυχούσε. Για τούτο και ευθύς αμέσως παίρνει μέτρα για την καταστολή του.

Να λοιπόν, αγαπητοί μου, γιατί ο Λυτρωτής έπρεπε να είναι Θεός και άνθρωπος μαζί. Να γιατί, ή διδασκαλία του Αρείου ήταν λανθασμένη. Και σαν λανθασμένη, σαν ψεύτικη, δεν θα μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο. Όμως ο αρχηγός της Άρειος και οι ομόφρονές του επέμεναν στην πλάνη τους και παράσυραν και πολλούς άλλους. Μεγάλο λοιπόν κακό ξέσπασε, μεγάλη σύγχυσις δημιουργήθηκε, μεγάλος σκανδαλισμός επεκράτησε. Η ειρήνη διώχθηκε και από την Εκκλησία και από την πολιτεία.

Ο πατριάρχης Αλέξανδρος, δεν χάνει καιρό. Λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα. Καλεί όλους τους επισκόπους της Αλεξάνδρειας και της Μαρεώτιδος και τους δίνει να υπογράψουν επιστολή με την οποία ο πατριάρχης καλούσε τον Άρειο και τους ομόφρονές του να μετανοήσουν και να αποκηρύξουν την αίρεση τους.

Εν τω μεταξύ, κάλεσε Σύνοδο των επισκόπων της δικαιοδοσίας του, το 321 μ.Χ. Στη Σύνοδο έρχονται 100 περίπου επίσκοποι. Αφού μελέτησαν το θέμα, αναθεμάτισαν τον Άρειο, την αίρεση του και τους οπαδούς της.
Ο Άρειος έπειτα φεύγει για την Παλαιστίνη και εκεί συνεχίζει το ανόσιο έργο του.
Ο Αθανάσιος κοντά στον επίσκοπο του είναι όχι μονάχα το δεξί του χέρι, μα ακόμη και περισσότερο. Αυτός πιο πολύ σκέπτεται, μελετά και εργάζεται για το σταμάτημα του μεγάλου αυτού κακού.

Εν τω μεταξύ, επέρχεται σύγχυσις, ταραχή και τα πνεύματα όλο και εξάπτονται πιο πολύ. Ο Μ. Κωνσταντίνος που αντελήφθη ότι, αν άφηνε έτσι τα πράγματα μόνα τους σύντομα θα ξέσπαγε θύελλα, ανέλαβε πρωτοβουλίες. Συνεκάλεσε στη Νίκαια της Βυθηνίας Σύνοδο. Ήταν ή Α’ Οικουμενική Σύνοδος.

Σε αυτήν πήραν μέρος έξοχοι ιεράρχες και μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας μας. Όπως ο άγιος Νικόλαος, επίσκοπος Μύρων της Λυκίας, ο όσιος Κορδούης, ο άγιος Σπυρίδωνας, Τριμυθούντος της Κύπρου, ο όσιος Πανφούτιος, ο Μάρκελλος Αγγύρας κ.ά. Ανάμεσα στους παρευρισκομένους ήταν και μάρτυρες και ομολογητές της Εκκλησίας μας. Όπως και πιο μπροστά είπαμε, πολλοί φέρνανε και τα σημάδια του μαρτυρίου πάνω τους.

Αυτή η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, είπαμε, έλαβε χώραν τον Ιούλιον του 325 μ.Χ. Μαζεύτηκαν περί τους 318 θεοφόροι Πατέρες. Στην πρώτη συνεδρίαση τους πήρε μέρος και ο αυτοκράτορας Μ. Κωνσταντίνος. Με το χαιρετισμό του εξέφρασε και την ευχή του για ειρήνευση της Εκκλησίας.

Άρχισε η συζήτηση. Αναπτύχθηκε γιατί είναι αίρεση η διδασκαλία του Αρείου. Ύστερα κλήθηκε ο Άρειος να απαντήσει. Μα στα ερωτήματα που του τέθηκαν, εκείνος δεν απάντησε. Απλώς ξαναεπανέλαβε την αίρεση του. Ενώ δε, έλεγε τις βλάσφημες δοξασίες του, πολλοί άγιοι πατέρες τόσο στεναχωρήθηκαν που έκλεισαν τα αυτιά τους για να μην τον ακούνε. Λέγεται ότι ο άγιος Νικόλαος, τόσο στεναχωρήθηκε πού σηκώθηκε από τη θέση του και ράπισε τον Άρειο. Μίλησαν πολλοί και διάφοροι άγιοι πατέρες. Ο άγιος Σπυρίδωνας έκανε και το θαύμα του. Πήρε ένα κεραμίδι και στάθηκε στο μέσον. Το κράτησε στη χούφτα του, το ψήλωσε λιγάκι για να το βλέπουν όλοι και είπε: «Εις το όνομα του Πατρός» και βλέπουν όλοι ότι φωτιά έφυγε τότε από το κεραμίδι προς τα πάνω. Ύστερα συνέχισε: «Και του Υιού» και ευθύς νερό έτρεξε στη γη. Και μετά είπε: «Και του Αγίου Πνεύματος» και είδαν όλοι ότι στο χέρι του έμεινε χώμα. Και έτσι με το θαύμα αυτό κατη-σχύνθησαν οι αιρετικοί. Απεδείχθη το δόγμα τής Αγίας Τριάδος.

Στο τέλος, καταδικάστηκε ο Άρειος με την αίρεση του και τους οπαδούς του. Τα ονόματα τους διαγράφτηκαν από τα δίπτυχα τής Εκκλησίας. Ψηφίστηκαν τότε και τα επτά άρθρα του συμβόλου τής πίστεως. Ακόμη, δογμάτισε η Σύνοδος ότι, ο Χριστός είναι Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, ομοούσιος με τον Πατέρα. Στη Σύνοδο ανεδείχθη, θριάμβευσε ο τότε διάκονος Αθανάσιος. Αυτός με τις σκέψεις του, με τα δυνατά του λόγια, με τα ακαταμάχητα επιχειρήματα του κατετρόπωσε τον Άρειο και τους οπαδούς του. Έκανε τους ορθόδοξους να κατανοήσουν καλύτερα και πιο ξεκάθαρα τις αλήθειες τής πίστεως μας και να αποφανθούν ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήταν όχι μονάχα άνθρωπος, αλλά και Θεός μαζί. Θεάνθρωπος.
Ο Άρειος, μετά την καταδίκη του, ανεχώρησε στα μέρη της Παλαιστίνης όπου είχε ισχυρούς προστάτες. Πρώτος και καλύτερος ο Ευσέβιος Νικομήδειας πού μάλιστα συνδεόταν και με τον αυτοκράτορα.

Ο Άγιος Αθανάσιος επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια

Ο Αλέξανδρος και ο Αθανάσιος γύρισαν ύστερα στην Αλεξάνδρεια και εργάζονται. Εργάζονται πυρετωδώς και ακούραστα για το ποίμνιον. Ο Αθανάσιος και εδώ αναδεικνύεται κορυφαίος. Ο Πατριάρχης τον αναγνωρίζει και πιο πολύ τον αγαπά. Μα περισσότερο ο Διάκονος Αθανάσιος κερδίζει την εκτίμηση και την αγάπη του λαού του Θεού. Κλήρος και λαός τον σέβεται και τον εκτιμά.
Εκτός της ορθοδόξου διδασκαλίας του, ο Αθανάσιος είχε την αληθινή ορθόδοξο ζωή. Είχε αγιότητα βίου. Δεν φάνηκε σκληρός απέναντι του Αρείου. Αυστηρός υπήρξε απέναντι στη διδασκαλία του Αιρεσιάρχη.

Ο Άγιος Αθανάσιος Πατριάρχης

Τον επόμενο χρόνο, τον Φεβρουάριο του 326, ο Πατριάρχης Αλέξανδρος αρρωστά. Είναι και ηλικιωμένος. Κατάλαβε ότι θα φύγει από τον κόσμο αυτό. Ο Αθανάσιος απομακρύνεται από  τον Πατριάρχη. Δεν θέλει να ανακατευθεί στη διαδοχή. Μα ο πατριάρχης καταλαβαίνει γιατί έφυγε ο Αθανάσιος και του διαμηνύει: «Αθανάσιε νομίζεις ότι θα ξεφύγεις από του να γίνεις Πατριάρχης. Όμως δεν θα μπορέσεις».

Ο Πατριάρχης πέθανε στα τέλη του μηνός. Και ζητάνε τώρα πατριάρχη. Οι επίσκοποι συνέρχονται, συσκέπτονται και συζητούν. Μα δεν καταλήγουν σε απόφαση. Η απόφαση όμως του λαού είναι εκπεφρασμένη. Μόνος υποψήφιος, μόνος εκλεγμένος είναι ο Αθανάσιος. Με χίλιες δυό εκδηλώσεις εκφράζει ο λαός την αγάπη του και την απόφαση του για τον Αθανάσιο. Αυτός να γίνει πατριάρχης.

Έτσι και γίνεται. Χειροτονείται πατριάρχης. Λέγει δια την εκλογή του Αθανασίου ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος: «ούτω μεν και δια ταύτα ψηφώ του λαού παντός ου κατά τον ύστερον νικήσαντα πονηρόν τύπον ουδέ φονικώς τε και τυραννικώς, άλλ’ άποστολικώς τε και πνευματικώς επί τον Μάρκου θρόνον ανάγεται». (Έτσι λοιπόν και δι’ όλα αυτά, με ψήφον όλου του λαού, όχι κατά τον μετέπειτα πονηρόν τρόπον, ούτε με φόνους και τυρρανικόν τρόπον, αλλά με αποστολικόν και πνευματικόν τρόπον αναβιβάζεται στον θρόνον του Αγ. Μάρκου).

Τώρα γίνεται πιο αυστηρός στη πνευματικήν ζωήν του, στα όσα αφορούν τον ίδιον. Τώρα γίνεται περισσότερο χειροπιαστή η αγάπη του για το ποίμνιό του και πιο πυρακτωμένη για τον Θεόν. Όλους τους αγκαλιάζει, όλους τους εξυπηρετεί. Και όλοι μαζί προχωρούνε στην κατά Χριστόν ζωή, στα χριστιανικά βιώματα. Αγωνίζεται, ακόμη πιο πολύ τώρα, για την Ορθοδοξία. Και γίνεται για όλους θυσία, ολοκαύτωμα για το Θεό και για τα πνευματικά παιδιά του. Είναι ο βοηθός, ο υπερασπιστής, ο προστάτης και ο καθοδηγητής.

Το συγγραφικό έργο του Αγίου Αθανασίου

Ο Άγιος Αθανάσιος τα χρόνια που διακομούσε τον Πατριάρχη Αλέξανδρο εξέδωσε και τα πρώτα συγγράματά του, «Λόγος κατά Ελλήνων» και «Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου». Με το πρώτο έδωσε απάντηση στους ειδωλολάτρες που υποστήριζαν την πολυθεΐαν. Τους απέδειξε με τούτη τη μελέτη του, ότι ένας είναι ο Θεός. Συγκεκριμένα εκείνοι υποστήριζαν ότι υπάρχει και θεός του κακού. Μα ο Αθανάσιος τους απέδειξε, ότι ένας και μοναδικός είναι ο Θεός. Το κακό υπάρχει ανεξάρτητα από τον Θεό. Γιατί, τι Θεός θα ήταν, αν αυτός ο Θεός θέλησε και έφτιαξε το κακό; Σίγουρα, Θεός δεν θα μπορούσε να είναι. Δαίμονας ναι, όχι όμως Θεός, Θεός αγαθός αληθινός. Έτσι όπως το λέγει και η Αγ. Γραφή, «Κύριος ο Θεός ένας είναι».

Έγραψε και άλλα σπουδαία συγγράμματα ο Άγιος Αθανάσιος. Και δογματικά και διδακτικά. Έγραψε επίσης και τον βίο του αγίου Αντωνίου.
Ο Άγιος Αθανάσιος, ο Μέγας υπήρξε «ο ηρωικότερος των αγίων και αγιότερος των ηρώων».

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αθανάσιος_Αλεξανδρείας

Πηγή: https://www.impantokratoros.gr/93B58196.el.aspx