Θυμός

Η κατάθλιψη μπορεί να μην είναι επί της ουσίας θλίψη, αλλά θυμός που δεν μπόρεσε να βρει έκφραση και μας κάνει να νιώθουμε λυπημένοι για όλα και για όλους, όταν στην πραγματικότητα είμαστε θυμωμένοι μόνο για συγκεκριμένα πράγματα και συγκεκριμένους ανθρώπους.

Θυμός

Το συναίσθημα της θλίψης

Μερικές φορές παρασυρόμαστε από το συναίσθημα της θλίψης, χωρίς να υπάρχει κάποια προφανή αιτία. Ξυπνάμε το πρωί απογοητευμένοι και αδιάφοροι για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Νιώθουμε να μην έχουμε ενέργεια ούτε κάποιο σκοπό στη ζωή μας. Τα πάντα έχουν χάσει τη γεύση τους και οι μικρές καθημερινές προκλήσεις μοιάζουν ένα ασήκωτο βάρος στους ώμους μας. Προσπαθούμε να βρούμε ένα νόημα στη ζωή μας, αλλά όλα μοιάζουν ασήμαντα. Βρισκόμαστε, σύμφωνα με τη διάγνωση των γιατρών σε μία κατάσταση βαριάς κατάθλιψης.

Μια από τις πιο περίεργες αλλά ανατρεπτικές ιδέες σχετικά με την κατάθλιψη εντοπίζεται στην ψυχανάλυση, η οποία υποστηρίζει ότι η κατάθλιψη μπορεί να μην είναι επί της ουσίας θλίψη, αλλά ένα είδος θυμού που δεν μπόρεσε να βρει έκφραση και μας κάνει να νιώθουμε λυπημένοι για όλα και για όλους, όταν στην πραγματικότητα είμαστε θυμωμένοι μόνο για συγκεκριμένα πράγματα και συγκεκριμένους ανθρώπους.

Αν μπορούσαμε μόνο να κατανοήσουμε την απογοήτευση και την οργή μας σε ένα πιο βαθύ επίπεδο, θα μπορούσαμε να ανακτήσουμε τη διάθεσή μας. Δεν είναι η ίδια μας η ύπαρξη αυτή καθαυτή που μας έχει απογοητεύσει, αλλά συγκεκριμένα γεγονότα και παράγοντες που μας έχουν κάνει να χάσουμε τη ταυτότητα μας.

Η θεωρία αυτή προκαλεί διάφορα ερωτήματα. Πώς είναι δυνατόν να είμαστε τόσο έντονα θυμωμένοι χωρίς να γνωρίζουμε τα αίτια της ενόχλησής μας;

Ωστόσο, αυτή η έλλειψη αυτογνωσίας, από την άποψη της συνολικής ψυχικής μας λειτουργίας, δεν φαίνεται να είναι εξ ολοκλήρου ανέλπιστη ή αφύσικη. Δεν είμαστε καλοί στο να παρατηρούμε στενά την προέλευση και τη φύση πολλών συναισθημάτων μας. Μπορεί να γελάμε μέσα μας και παρόλα αυτά να δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε τι έχει πυροδοτήσει αυτό το γέλιο.

Μπορεί να θεωρούμε ένα τοπίο ως πανέμορφο, ένα πρόσωπο ως γοητευτικό ή μια ταινία ως νοσταλγική, χωρίς να γνωρίζουμε τους ακριβείς μηχανισμούς των αποκρίσεων μας. Η κατανόηση ακολουθεί με καθυστέρηση το συναίσθημα που βιώνουμε. Δεν είναι μόνο η θλίψη και η απελπισία που μας αποξενώνει από τον εαυτό μας.

Υπάρχει όμως και ένας άλλος πιο σοβαρός λόγος για τον οποίο χάνουμε την επαφή με το θυμό μας. Ίσως να έχουμε μάθει από την παιδική ηλικία μας, ότι δεν είναι πολύ ωραίο να είμαστε θυμωμένοι. Να έχουμε μάθει ότι ο θυμός διαστρεβλώνει την εικόνα του ευγενικού και συμπαθητικού εαυτού μας. Μπορεί να είναι πάρα πολύ οδυνηρό και ενοχικό να αναγνωρίσουμε ότι νιώθουμε εξοργισμένοι και εκδικητικοί, ακόμα και απέναντι στους ανθρώπους που αγαπάμε και οι οποίοι μπορεί να έχουν κάνει μεγάλες θυσίες για εμάς.

Τα «ασήμαντα« που μας προκαλούν θυμό

Επίσης, καμιά φορά μπορεί να είμαστε θυμωμένοι με κάτι που ίσως ακούγεται παράλογο. Ίσως έχουμε πληγωθεί από πράγματα που μπορεί να απορρίπτουμε ως «ασήμαντα» και για τα οποία έχουμε διδαχτεί να μην δίνουμε σημασία, γιατί θεωρούμε τους εαυτούς μας ισχυρούς και ότι δεν θιγόμαστε από μικρά τραύματα, τα οποία όμως μπορεί να μας πληγώνουν βαθιά.

Τέλος, ίσως να μην είμαστε καλοί στην έκφραση του θυμού μας, γιατί δεν έχουμε δει παραδείγματα επιτυχημένων εκφράσεων θυμού γύρω μας. Μπορεί όταν ακούμε τη λέξη θυμός να τη συσχετίσουμε με ηφαιστειακή καταστροφή, που είναι εξίσου επικίνδυνη και αντιπαραγωγική. Ή μπορεί και να έχουμε ζήσει πολύ καιρό περιτριγυρισμένοι από ανθρώπους που ποτέ δεν τολμούσαν να υψώσουν τις φωνές τους και κατάπιναν με πικρία κάθε προσβολή που δέχονταν. Δεν έχουμε μάθει την τέχνη μιας ελεγχόμενης και καθαρτικής συζήτησης.

Το «πένθος»

Η έξοδος από αυτή την κατάσταση κατάθλιψης δεν είναι η επιδίωξη της καλής διάθεσης, αλλά η έκφραση της στεναχώριας ή αλλιώς του «πένθους» μας. Η λέξη πένθος είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στη συγκεκριμένη περίπτωση γιατί υποδεικνύει ένα είδος θλίψης επικεντρωμένο σε ένα αναγνωρίσιμο είδος απώλειας. Όταν «θρηνούμε», μετατρέπουμε την απεριόριστη, άγνωστη θλίψη μας σε κάτι πιο συγκεκριμένο: σε μια θλίψη για τον γονέα που δεν ήταν εκεί για μας, σε μια θλίψη για τον αδελφό που μας κορόιδεψε, σε μια θλίψη για ​​τον σύντροφο που μας πρόδωσε, σε μια θλίψη για τον φίλο που μας είπε ψέματα.

Πώς αντιμετωπίζουμε το θυμό

Η ιδέα δεν είναι να έρθουμε αντιμέτωποι με αυτούς τους ανθρώπους, αλλά να εξετάσουμε τι έχει συμβεί και να συνειδητοποιήσουμε την έκταση της οργής και του συναισθηματικού φορτίου που έχουμε απαρνηθεί, κάτι που μπορεί να βοηθήσει στο να αλλάξει η διάθεσή μας προς το καλύτερο. Ακόμη και όταν συγκεκριμένες σχέσεις και καταστάσεις φαίνονται περίπλοκες στο μυαλό μας, η ζωή ως σύνολο αρχίζει να φαίνεται πιο διαχειρίσιμη και ελπιδοφόρα. Ο εγκέφαλός μας δεν σταματά ποτέ να μας εκπλήσσει.

Πηγή: https://www.psychologynow.gr/arthra-psyxologias/prosopikotita/thymos/7289-pos-i-lypi-mas-klevei-to-dikaioma-tou-thymoy.html

Please follow and like us:
error0

Ολόγυρα στη Λίμνη

Η ζωοδότρα και επικίνδυνη θάλασσα, ο πόνος του ανεκπλήρωτου έρωτα, η παρηγοριά που χαρίζει η θρησκευτική λατρεία, η αγανάκτηση του απλοϊκού νησιώτη για την αδιαφορία και τη διαφθορά του κρατικού μηχανισμού. Η Σκιάθος του 19ου αιώνα, το νησί που γέννησε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – κι αυτός με τη σειρά του, το λάτρεψε – ζωντανεύει στις σελίδες του διηγήματος του: «Ολόγυρα στη λίμνη».

Ολόγυρα στη Λίμνη

Όταν επανήλθες μετά επτά έτη εις την ωραίαν τοποθεσία, την προσφιλή εις τας αναμνήσεις σου, δεν ήτο Φεβρουάριος ο μην και δεν υπήρχον πλέον ίτσια να μυρωνώσι την ατμόσφαιραν με τας μεθυστικάς ευωδίας των. Αλλά δεν ήτο πλέον και η Πολύμνια εκεί, αλλά έμψυχον ίον, η μεθύσκουσα ποτέ την παιδικήν φαντασίαν σου μόνον της λευκής λινομετάξου εσθήτος της τον θρούν. Δεν εσώζετο πλέον ούτε ο σικυών του αγαθού Παρρήση, ο περιβάλλων ποτέ με χλοερόν πλαίσιον την γαληνιώσαν λίμνην, την αντανακλώσαν εις τα νερά της το αίθριον κυανούν, ούτε καν η καλύβα του Λουκά του Θανασούλα, η βρεχόμενη από το κύμα, παρά το στόμιον της λίμνης, όπου ουδείς αλιεύς ετόλμα βολής να πλησιάση, διότι, και κοιμωμένου του Λουκά, η καραμπίνα ηγρύπνει παρά το πλευρόν του, και ήκουες τότε έξαφνα, εν τω μέσω της νυκτός, ξηρόν κρότον, ουδένα καλόν υποσχόμενον εις τον τολμητίαν, όστις θα εδοκίμαζε να πλησιάση ποτέ. Αν ηδύνατο τις να πιστεύση τα λεγόμενα, η καραμπίνα αυτή ήτον το αληθές ξυπνητήρι του ενοικιαστού της λίμνης, ειδοποιούσαν αυτόν μυστηριωδώς διά κτύπου εις τον δεξιόν ώμον περί της λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινός εκ του λιμένος διά νυκτός. Διότι οι όροι του συμβολαίου έλεγαν, ότι όλα τα κεφαλόπουλα και τα καβούρια, όσα επλησίαζαν εις την λίμνην, ήσαν της λίμνης, ενώ όσα ετόλμων να εξελθώσιν αυτής, δεν ήσαν του λιμένος. Εφηρμόζετο δ’ ενταύθα κατά πλάτος το αξίωμα «τα εμά εμά, και τα σά εμά».

Άλλοτε κατήρχετο εκεί βόσκων τας ολίγας αμνάδας και τα αρνία του. ο μπάρμπα-Γιώργος, Θεός σχωρέσ’τον, ο Κοψιδάκης , όστις δεν εφείδετο να διηγήται εις πάντας όσας οπτασίας έβλεπεν (αγίους, αγγέλους, δαίμονας, την κατάστασιν των ψυχών, και αυτήν την τελευταίαν κρίσιν, όλα τα έβλεπεν ο μακαρίτης) και άπαξ μάλιστα ηλήθευσε περιφανώς, όταν έπεισε τους πολίτας και τον δήμαρχο με όλη τη δωδεκάδα, ότι ήτο επάναγκες ν’ ανακαινίσωσιν εκ βάθρων τον ναΐσκον του Αγίου Γεωργίου. Και προείπεν αυτοίς, ότι, άμα ανέσκαπτον τα θεμέλια, ο Άγιος θα ήρχετο βοηθός. Και πράγματι, ως ήρχισεν η σκαπάνη να ξεκοιλιάζει μετά δούπου την γην και να στομούται, πλήττουσα λίθους και χαλίκας, προέκυψαν εις το φως δίδυμοι τάφοι μετά κιτρίνων σκελετών, τις οίδεν από ποιου λοιμού κατά τους παρελθόντας αιώνας εκεί θαμμένων, και μεταξύ αδελφωμένων κοκκάλων και χώματος ευρέθησαν περί τα εκατόν ενετικά φλωρία. Άλλοι επίστευσαν τότε το θαύμα και άλλοι εξεπλάγησαν διά την σύμπτωσιν, αλλά το ορατόν αποτέλεσμα είναι, ότι ο ναΐσκος, ευπρεπής οποσούν, εκτίσθη. Εις τον ναΐσκον εκείνον, όταν ήτον ακόμη παλαιός και στενός και μικρούτσικος, εκλείετο το πάλαι, όταν ήθελες να επικαλεσθής την βοήθειαν του Αγίου διά τους πρώιμους πόνους της καρδίας σου. Και δεν ηδύνατο τις να σε ονομάση βέβηλον, καθόσον δεν εζήτεις από τον Άγιον εγκόσμιον ευτυχίαν, αλλά παρηγορίαν διά τας θλίψεις σου. Και συ έπλεες τότε εις ψευδή ασφάλειαν, πεποιθώς, ότι κανείς άλλος δεν σε έβλεπε από τον Θεόν και από τον Άγιον-αλλ’ ο νέος εκείνος, όστις εφύλαγε τότε τα πρόβατα του μπάρμπα-Γιώργου, Θεός σχωρέσ’τον, του Κοψιδάκη, αν και δεν ήτο προικισμένος με το χάρισμα της προφητείας και των οπτασιών, ως ο αφέντης του, όταν σ’ έβλεπε αντίκρυ από το λόφον, κι έκλειες την θύραν, άμα έμβαινες εις το εξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργά-γοργά από τον λόφον, με τα τσαρουχάκια του, πατών εις την γην τόσο μαλακά, ως να ήτο ελαφρός ατμός διολισθαίνων επί της χλόης, και συνέχων την αναπνοήν του, επλησίαζε σιγά-σιγά εις την μικράν, μισοασβεστωμένην και λαδωμένην από την υπερβολικήν ευλάβειαν των προσκυνητριών υαλόφρακτον θυρίδα του ναΐσκου κι έβλεπε, χωρίς να τον βλέπης, τας μετανοίας και τας προσευχάς σου, και ήκουε, χωρίς να τον ακούης, τους ψιθυρισμούς σου και τους στεναγμούς σου. Ω! πόσα έτη παρήλθον έκτοτε!

…………………………………………………………………………………………..

Ολόγυρα στη Λίμνη, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Please follow and like us:
error0

Ο Σπύρος Λούης (1873-1940)

Ο Σπύρος Λούης (Μαρούσι Αττικής, 12 Ιανουαρίου 1873 – Μαρούσι Αττικής, 6 Μαρτίου 1940) ήταν Έλληνας μαραθωνοδρόμος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 και εθνικός ήρωας.

Ο Σπύρος Λούης γεννήθηκε στο Μαρούσι από φτωχή αγροτική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν νερουλάς τότε που ακόμη δεν υπήρχε κεντρική ύδρευση και ο Σπύρος τον βοηθούσε κουβαλώντας το νερό.

Ο Σπύρος Λούης
Ο Σπύρος Λούης

Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων

Όταν αποφασίστηκε να αναβιώσουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1894, άρχισαν οι προετοιμασίες για την διοργάνωση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα. Ένα από τα αγωνίσματα ήταν ο μαραθώνιος, άθλημα που δεν είχε διοργανωθεί ποτέ μέχρι τότε. Η πρόταση είχε γίνει από τον Γάλλο Μισέλ Μπρεάλ, ο οποίος είχε εμπνευστεί από τον άθλο του αγγελιοφόρου Φειδιππίδη, που είχε διανύσει την απόσταση ξεκινώντας από την πόλη του Μαραθώνα μέχρι στην Αθήνα για να αναγγείλει την νίκη των Αθηναίων στη μάχη του Μαραθώνα.

Οι Έλληνες ήταν κατενθουσιασμένοι για το νέο άθλημα και αποφάσισαν να οργανώσουν προκαταρκτικούς αγώνες για τους Έλληνες αθλητές που θα ήταν να δηλώσουν συμμετοχή. Διοργανωτής των προκαταρκτικών ήταν ο συνταγματάρχης του στρατού, Παπαδιαμαντόπουλος, ο οποίος ήταν διοικητής του Λούη κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας (1893-1895). Ο πρώτος προκαταρκτικός, που ήταν συγχρόνως και ο πρώτος Μαραθώνιος αγώνας, διοργανώθηκε στις 22 Μαρτίου. Νικητής ήταν ο Χαρίλαος Βασιλάκος με 3 ώρες, 18 λεπτά. Ο Λούης συμμετείχε στους δεύτερους προκαταρκτικούς, δύο εβδομάδες αργότερα. Ο Παπαδιαμαντόπουλος που θυμόταν τον Λούη για την αντοχή του στο τρέξιμο, τον είχε πείσει να δηλώσει συμμετοχή, και ο Λούης διέσχισε την τελική γραμμή στην πέμπτη θέση, πίσω από το νικητή Δημήτριο Δεληγιάννη.

Ο Μαραθώνιος ήταν να πραγματοποιηθεί στις 10 Απριλίου (ή στις 29 Μαρτίου σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που ήταν τότε σε χρήση στην Ελλάδα).

Ο Μαραθώνιος δρόμος

Η είσοδος του Λούη στο ολυμπιακό στάδιο,συνοδευόμενος στα τελευταία μέτρα από τον πρίγκηπα Κωνσταντίνο.
Η είσοδος του Λούη στο ολυμπιακό στάδιο,συνοδευόμενος στα τελευταία μέτρα από τον πρίγκηπα Κωνσταντίνο.

Ο Παπαδιαμαντόπουλος έδωσε το σήμα εκκίνησης στον Μαραθώνα. Δεκατρείς δρομείς από την Ελλάδα και τέσσερις αθλητές από άλλα έθνη έλαβαν μέρος. Ο Γάλλος Αλμπέν Λερμιζιό (Albin Lermusiaux) που είχε πάρει και χάλκινο στα 1500 μέτρα μπήκε νωρίς μπροστά και προηγείτο. Στο Πικέρμι ο Λούης σταμάτησε σε ένα καφενείο και ζήτησε να πιει ένα ποτήρι κρασί, λέγοντας ότι θα τους φτάσει και θα τους προσπεράσει όλους πριν από το τέλος.

Μετά το 32ο χιλιόμετρο, ο Λερμουζιό κατέρρευσε από την εξάντληση. Το προβάδισμα ανέλαβε τώρα ο Αυστραλός Έντγουϊν Φλακ που πρωτύτερα είχε πάρει μετάλλιο στα 800 και 1500 μέτρα. Ο Λούης άρχισε να ελαττώνει την απόσταση, μέχρι που και ο Αυστραλός, που δεν ήταν συνηθισμένος στις μεγάλες αποστάσεις, κατέρρευσε μερικά χιλιόμετρα αργότερα, αφήνοντας το τελικό προβάδισμα στον Λούη.

Εν τω μεταξύ, στο στάδιο, η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη, ειδικά όταν ένας αγγελιοφόρος με το ποδήλατο είχε βιαστεί να φέρει την είδηση ότι ο Αυστραλός προηγείτο. Ξαφνικά έφτασε και ένας άλλος αγγελιοφόρος που τον είχε στείλει κάποιος αστυνόμος μόλις ο Λούης μπήκε μπροστά, και ανήγγειλε ότι ένας Έλληνας ήταν πρώτος στον αγώνα δρόμου. Οι χιλιάδες θεατές άρχισαν να πανηγυρίζουν και να τον παροτρύνουν φωνάζοντας « Έλλην, Έλλην ! »

Ο Λούης μπήκε στο στάδιο, όπου τον υποδέχτηκε ο λαός μαζί με δυο πρίγκιπες, τον κατοπινό διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και τον πρίγκιπα Γεώργιο και τον κέρναγαν κρασί, γάλα, μπύρα, αυγά πασχαλινά, πορτοκαλάδα και άλλα δώρα. Πολλοί του έταζαν από κοσμήματα ως τζάμπα ξύρισμα στο κουρείο για πάντα. Δεν ξέρουμε αν τελικά τα πήρε όλα αυτά τα δώρα. Ο βασιλιάς Γεώργιος ρώτησε τον Λούη τι δώρο θα ήθελε να του προσφέρει, και εκείνος του απάντησε : «Ένα γαϊδουράκι να με βοηθάει να κουβαλάω το νερό».

Ο Λούης έτρεξε τον μαραθώνιο σε χρόνο 2 ώρες, 58 λεπτά και 50 δεύτερα. Μετά τους Ολυμπιακούς γύρισε στο χωριό του και δεν πήρε μέρος σε κανέναν άλλο αγώνα δρόμου. Έζησε μια ζωή ήρεμη, εργαζόμενος ως αγρότης, και αργότερα ως τοπικός αστυνομικός.

Ο Σπύρος Λούης μετά τους Ολυμπιακούς

Ο Σπύρος Λούης στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο.
Ο Σπύρος Λούης στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο.

Το 1926, ο Λούης κατηγορήθηκε για πλαστογράφηση στρατιωτικών εγγράφων και μπήκε στη φυλακή. Μετά από ένα χρόνο και παραπάνω στη φυλακή, αθωώθηκε και βγήκε, ενώ η υπόθεσή του προκάλεσε σάλο στον Τύπο.

Την τελευταία δημόσια εμφάνισή του έκανε το 1936, όταν προσκλήθηκε ως τιμητικός φιλοξενούμενος από τους διοργανωτές των θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 1936, που διοργανώθηκαν στο Βερολίνο. Στο ντοκιμαντέρ Ολυμπία – Η γιορτή των εθνών εμφανίζεται ο Λούης σε πρώτο πλάνο όταν πήρε μέρος στην εορταστική εναρκτήρια τελετή των αγώνων. Παρελαύνει κατά την είσοδο της ελληνικής ομάδας. Μπροστά πηγαίνει ένα αγοράκι που κρατάει την ταμπέλα με το όνομα της χώρας (γερμ. Griechenland), ακολουθούμενο από τον σημαιοφόρο που κρατάει την ελληνική σημαία. Αμέσως μετά έρχεται ο Λούης με άσπρη  φουστανέλα και σκούρο γιλέκο κρατώντας ένα φουντωτό κλαδί ελιάς στο δεξί του χέρι. Η φορεσιά αυτή, έχει δωρηθεί και φυλάσσεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας. Ο Λούης πέθανε λίγους μήνες πριν από την Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα. Πολλές αθλητικές λέσχες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό φέρουν το όνομά του, όπως το κύριο στάδιο στο Ολυμπιακό Αθλητικό Κέντρο Αθήνας, τον τόπο διεξαγωγής των θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, καθώς επίσης και η λεωφόρος που περνά απέξω. Στο Μόναχο, το όνομά του φέρει η λεωφόρος Spiridon-Louis-Ring που περνάει από το εκεί Ολυμπιακό πάρκο.

Ο Μαραθώνιος του Λούη παρουσιάζεται και στην κινηματογραφική ταινία Συνέβη στην Αθήνα (It Happened in Athens), με την Τζέιν Μάνσφιλντ.

Η έκφραση στα ελληνικά : «Έγινε Λούης» λέγεται για κάποιον που εξαφανίζεται τρέχοντας γρήγορα.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Σπύρος_Λούης

Please follow and like us:
error0

Ο Νικόλαος Πολίτης (1852-1921)

Ο Νικόλαος Πολίτης (Καλαμάτα, 3 Μαρτίου 1852 – Αθήνα, 12 Ιανουαρίου 1921) ήταν Έλληνας λαογράφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θεωρείται ως ο πρόδρομος της επιστήμης της λαογραφίας στην Ελλάδα.

Ο Νικόλαος Πολίτης
Ο Νικόλαος Πολίτης 

Ο Βίος του Νικολάου Πολίτη

Ο Νικόλαος Πολίτης γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1852 στο χωριό Γιάννιτσα (Ελαιοχώριον Καλαμάτας) και μεγάλωσε στην Καλαμάτα, όπου και τελείωσε το σχολείο. Παππούς του ήταν ο παπά-Νικόλαος Πολίτης συμμαχητής του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι, ενώ ο πατέρας του Γεώργιος καταγόταν από το χωριό Γιαννιτσάνικα της επαρχίας Καλαμών και ήταν δικαστικός. Από τα μαθητικά του χρόνια είχε αναπτύξει ενδιαφέρον για την παραδοσιακή ζωή και, ως μαθητής γυμνασίου ακόμα, άρχισε να συντάσσει μια χειρόγραφη εφημερίδα που λεγόταν Ο Φιλόπαις. Αρχίζει να δημοσιεύει λαογραφικές μελέτες σε περιοδικά, όπως η «Ευτέρπη», η «Πανδώρα», η «Εστία»«Χρυσαλλίς»«Φιλόστοργος μήτηρ». Το 1866 όταν ξεσπά η Κρητική επανάσταση επιχειρεί να καταταγεί εθελοντής σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, αλλά τελικά ανακαλύφθηκε από τους γονείς του και επέστρεψε σε αυτούς. Το 1868 με δική του πρωτοβουλία το Γυμνάσιο Καλαμάτας όπου φοιτούσε έδωσε παράσταση με τα έργα του Μολιέρου Ο Ακούσιος γάμος και Ο χαρτοπαίκτης σε δική του μετάφραση, προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα υπέρ των Κρητών προσφύγων που είχαν καταφύγει στη Μεσσηνία.

Σπούδασε φιλολογία (1868-1872) και νομική (1874-1878) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1870 έγινε μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Εξέδωσε από κοινού με τον Σπυρίδωνα Λάμπρο τα Νεοελληνικά Ανάλεκτα Παρνασσού. Απέκτησε τρεις γιους, μεταξύ τους τον πρωτότοκο φιλόλογο και κριτικό βιβλίου Γιώργο Πολίτη, τον σκηνοθέτη και θεατρικό κριτικό Φώτο Πολίτη και τον νεότερο, καθηγητή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ακαδημαϊκό Λίνο Πολίτη. Το 1871 βραβεύτηκε για τη μελέτη του  Νεοελληνική Μυθολογία. Στο διάστημα 1876-1880 παρακολούθησε σπουδές στο Μόναχο, ως υπότροφος της ελληνικής κυβέρνησης, τις οποίες ολοκλήρωσε στο Έρλανγκεν όπου έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον βυζαντινολόγο Καρλ Κρουμπάχερ.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εργάστηκε αρχικά στη Βιβλιοθήκη της Βουλής συμβάλλοντας στην κατάταξη του υλικού της. Το 1882 ονομάστηκε υφηγητής της ελληνικής μυθολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διετέλεσε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.

Ο Νικόλαος Πολίτης στο Υπουργείο Παιδείας

Από το 1884 κατέλαβε θέσεις στο Υπουργείο Παιδείας, αρχικά ως Τμηματάρχης Μέσης Εκπαίδευσης (Απρίλιος 1884-Απρίλιος 1885) και έπειτα Γενικός Επιθεωρητής της δημοτικής εκπαίδευσης (Μάιος 1886-Δεκέμβριος 1887). Από τη συνολική εκπαιδευτική κυβερνητική του θητεία θεωρούνται τομές στην ιστορία της εκπαίδευσης η εισαγωγή μαθημάτων των νέων ελληνικών στο λεγόμενο τότε ελληνικό σχολείο και αργότερα στο γυμνάσιο, η δραστική μείωση των ωρών διδασκαλίας των μαθημάτων της ιεράς ιστορίας και η μετωνυμία του μαθήματος σε  θρησκευτικά, η δημιουργία του Βαρβάκειου Πρακτικού Λυκείου (1886), και η αποστολή εγκυκλίου τον Δεκέμβριο του 1887 στο διδακτικό προσωπικό με την οποία προτρεπόταν να συγκεντρώσει λαογραφικό υλικό.

Ο ακαδημαϊκός Νικόλαος Πολίτης

Το 1883 επιθυμώντας να συμβάλει στη δημιουργία εθνικής λογοτεχνικής παραγωγής εισηγείται την προκήρυξη διαγωνισμού για τη συγγραφή ελληνικού διηγήματος στον διευθυντή του περιοδικού Εστία Γεώργιο Κασδόνη. Το 1890 έγινε καθηγητής Μυθολογίας και Ελληνικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, του οποίου διατέλεσε και πρύτανης. Ο Νικόλαος Πολίτης ήταν ο πρώτος που δίδαξε πολιτικές και σκηνικές αρχαιότητες και ιστορία θρησκευμάτων σε συγκριτική βάση πριν καθιερωθεί ως διδακτικό αντικείμενο στη θεολογική σχολή. Στο διάστημα 1889-1890 ήταν συνδιευθυντής του περιοδικού Εστία, μαζί με τον Γεώργιο Δροσίνη. Όταν δημοσίευε κείμενα στην Εστία απέφευγε να παραθέτει το όνομά του θεωρώντας πως δεν ήταν αντιπροσωπευτικά της όλης δημιουργίας του. Το 1908 ίδρυσε την Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία (ο ίδιος είχε εισηγηθεί τον όρο «λαογραφία» ως αντίστοιχο των ευρωπαϊκών όρων Folklore και Volkskunde), το 1909 ξεκίνησε την έκδοση του περιοδικού «Λαογραφία» και το 1918 ίδρυσε το Λαογραφικό Αρχείο.

Το τέλος του Νικολάου Πολίτη

Ο Πολίτης πέθανε στις 12 Ιανουαρίου 1921 «εκ στηθάγχης, ην επέτεινεν η μέχρι της τελευταίας του βίου στιγμής αδιάκοπος αυτού εργασία».

Αποτίμηση του έργου του

Ο Νικόλαος Πολίτης συστηματοποίησε το έργο της λαογραφίας, ώστε να καλύπτει όλο το φάσμα των εκδηλώσεων του παραδοσιακού βίου: μνημεία λόγου (τραγούδια, παροιμίες, ευχές, διηγήσεις κ.α.), κοινωνική οργάνωση, καθημερινή ζωή (ενδυμασία, τροφή, κατοικία), επαγγελματικό βίο (γεωργικό, ποιμενικό, ναυτικό), θρησκευτική ζωή, δίκαιο, λαϊκή φιλοσοφία και ιατρική, μαγεία και δεισιδαιμονικές συνήθειες, λαϊκή τέχνη, χορός και μουσική. Η ενθάρρυνση της μελέτης της παραδοσιακής ζωής αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη θεματική και την τεχνοτροπία των ποιητών της Γενιάς του 1880 και των εκπροσώπων της ηθογραφικής πεζογραφίας.

Η μεθοδολογία του Νικολάου Πολίτη

Στην εποχή του Νικόλαου Πολίτη στην Ελλάδα επικρατούσαν δύο μέθοδοι όσον αφορά τη λαογραφία, η εθνογραφική η οποία στηριζόταν στην συγκέντρωση περιγραφικών στοιχείων και η άλλη η συγκριτική με σκοπό τη μελέτη των ελληνικών εθίμων του παρόντος συγκριτικά με εκείνα της αρχαιότητας. Η δεύτερη ήταν απάντηση στις θεωρίες του Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ για τον αφελληνισμό των Ελλήνων. Η Νεοελληνική μυθολογία, το παλιότερο σημαντικό έργο του Πολίτη, υιοθετεί την θεωρία των επιβιωμάτων – διατυπωμένη από τον Ταίηλορ, κι αποδεκτή από τον Πολίτη – παλιότερα πολιτισμικά στοιχεία μπορούν να διατηρηθούν χωρίς όμως λειτουργικότητα στο σήμερα. Η σύγκριση δεν γινόταν με τους άλλους λαούς, αλλά απέβλεπε στο να αποδείξει συνέχειες. Ο Πολίτης όμως επιχειρεί σύγκριση με άλλους βαλκανικούς και αρχαίους ή σύγχρονους ευρωπαϊκούς λαούς. Γι’ αυτό και θα επικριθεί πιο πολύ, στα πλαίσια του Ροδοκανάκειου διαγωνισμού όπου υποβλήθηκε, η εργασία του αυτή, με την οποία προσδίδει στην σκέψη του πιο πολύ εθνολογική-ανθρωπολογική χροιά, ενώ έχει συλλάβει από τότε τη συνοχή τόσο του Βαλκανικού όσο και του ευρωπαϊκού πολιτισμού, καθώς όλοι αυτοί οι λαοί στην πλειοψηφία τους είναι Ινδοευρωπαϊκοί. Εγκαταλείπει αυτού του είδους τη συγκριτική μέθοδο, τη διαχρονική και της συνέχειας, και ακολουθεί τη σύγκριση μεταξύ των διαφόρων πολιτισμών: δεν βρίσκει ομοιότητες, παρά μόνο επιφανειακές ανάμεσα σε αρχαίους και νεοέλληνες,ενώ είναι οπαδός και της πολυγένεσης, δηλαδή της θεωρίας πως οι άνθρωποι υπό τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες δημιουργούν παρόμοια πολιτισμικά στοιχεία, αναγνωρίζοντας τον πανανθρώπινο πολιτισμό.

Γραπτά του Νικολάου Πολίτη

  • Μελέται επί του βίου των νεωτέρων Ελλήνων (2 τ., 1871-1874)
  • Σπυρίδων Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, επιμ. (1896). Die Olympischen Spiele 776 – 1896 (Τόμος Α’) (PDF) (στα Γερμανικά). Αθήνα, Λειψία, Λονδίνο: Καρλ Μπεκ, F. Volckmar, H. Grevel and co. σελ. 218. Ανακτήθηκε στις 14 Απριλίου 2010.
  • Παροιμίαι (4 τ., 1899-1902)
  • Παραδόσεις (1904)
  • Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού (1914)

https://el.wikipedia.org/wiki/Νικόλαος_Πολίτης

Please follow and like us:
error0