Ο Isaac Newton (1643-1727)

Ο Isaac Newton (Sir Isaac Newton, 4 Ιανουαρίου 1643 – 31 Μαρτίου 1727) ήταν Άγγλος φυσικός, μαθηματικός, αστρονόμος, φιλόσοφος, αλχημιστής και θεολόγος. Θεωρείται πατέρας της Κλασικής Φυσικής, καθώς ξεκινώντας από τις παρατηρήσεις του Γαλιλαίου αλλά και τους νόμους του Κέπλερ για την κίνηση των πλανητών διατύπωσε τους τρεις μνημειώδεις νόμους της κίνησης και τον περισπούδαστο «νόμο της  βαρύτητας» (που ο θρύλος αναφέρει πως αναζήτησε μετά από πτώση μήλου από μια μηλιά). Μεγάλης ιστορικής σημασίας υπήρξαν ακόμη οι μελέτες του σχετικά με τη φύση του φωτός καθώς επίσης και η καθοριστική συμβολή του στη θεμελίωση των σύγχρονων μαθηματικών  και συγκεκριμένα του διαφορικού και ολοκληρωτικού λογισμού. Δεν είχε κοινοπολιτειακή υπηκοότητα, αλλά είχε αποκτήσει τον τίτλο του Εταίρου της Βασιλικής Εταιρείας, που δίνονταν σε πολίτες ή μόνιμους κατοίκους της Κοινοπολιτείας των Εθνών. Είχε διατελέσει πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρίας.

Ο Isaac Newton
Ο Isaac Newton

Τα παιδικά χρόνια του Isaac Newton

Όταν γεννήθηκε ο Isaac Newton, ο πατέρας του είχε ήδη πεθάνει. Τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής του μένει μαζί με τη μητέρα και τη γιαγιά του. Κατόπιν η μητέρα του, Χάννα, παντρεύεται για δεύτερη φορά και φεύγει από το σπίτι, αφήνοντας το μικρό Isaac στα χέρια της μητέρας της. Όταν ο πατριός πεθαίνει επίσης, μετά από οκτώ χρόνια, η μητέρα γυρίζει στο χωριό με τα τρία ετεροθαλή αδέρφια του, δύο κορίτσια και ένα αγόρι. Είναι γνωστό ότι ο Isaac Newton, ως νεαρός, κρατούσε ένα «αμαρτιολόγιο», έναν κατάλογο δηλαδή όπου σημείωνε τις αμαρτίες που πίστευε ότι διέπραττε. Μέσα εκεί αναφέρεται στη μητέρα του και στον πατριό του και έτσι γνωρίζουμε ότι ένιωθε ζήλια και μνησικακία για το γεγονός ότι εκείνη τον άφησε από μικρό για να ξαναπαντρευτεί. Πιστεύεται γενικά ότι η προσωπικότητά του, που διαμορφώθηκε αργότερα σε στρυφνή και αντικοινωνική, αναμφισβήτητα επηρεάστηκε από το ότι δεν είχε γνωρίσει τον πατέρα του και το ότι η μητέρα του τον άφησε μόνο του στη μικρή εκείνη ηλικία.

Τις πρώτες σπουδές του τις ολοκλήρωσε στο κοντινό Γκράντχαμ . Όταν η μητέρα του πείστηκε ότι ο πρωτότοκος γιος της δεν επρόκειτο να αφοσιωθεί στο γεωργικό τρόπο ζωής για τον οποίο τον προόριζε, αποφάσισε να τον αφήσει να προετοιμαστεί για περαιτέρω σπουδές στο πανεπιστήμιο. Έτσι, στις 5 Ιουνίου του 1661, ο νεαρός Newton εισάγεται στο Κολλέγιο Τρίνιτι του Καίμπριτζ. Λαμβάνει το πρώτο πτυχίο του το 1665 και με υποτροφία, μετά από τρία χρόνια (1668) ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του. Στο μεταξύ εκλέγεται μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας και αρχίζει έτσι επίσημα την ερευνητική σταδιοδρομία του.

Ο Isaac Newton στο Κέμπριτζ και οι πρώτες έρευνες

Η παιδεία που έλαβε στο Γκράντχαμ, αν και βασιζόταν κυρίως στην αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, συνδυασμένη με το ανήσυχο εφηβικό του πνεύμα, τον ώθησε να ασχοληθεί, εκτός από το διάβασμα, και με την ευρεσιτεχνία. Ανάμεσα σε άλλα είχε κατασκευάσει ηλιακά ρολόγια, τα οποία είχε τοποθετήσει σε καίρια σημεία στο διαμέρισμά του και, επίσης, είχε καταφέρει να σηκώσει ένα χαρταετό στον οποίο είχε εφαρμόσει ένα αναμμένο φανάρι, ένα εγχείρημα που λέγεται ότι τρομοκράτησε τους ανθρώπους της περιοχής του. Οπωσδήποτε, τέτοιου είδους δραστηριότητες μαρτυρούσαν ότι τον μικρό Isaac διακατείχε οξεία ερευνητική διάθεση.

Για τον κοινωνικό κύκλο του Isaac Newton κατά την περίοδο της φοίτησής του στο Καίμπριτζ, λίγα πράγματα είναι γνωστά. Οπωσδήποτε, ένας φίλος του ήταν ο συγκάτοικός του Wickins (Γουίκινς), ο οποίος εκτέλεσε κάποτε και χρέη γραφέα του. Από αναφορές του ίδιου του Isaac Newton διαπιστώνουμε πως, πέρα από τη μελέτη, πολύ λίγα άλλα πράγματα τον ενδιέφεραν.

Ο καθηγητής Isaac Newton

Αντίγραφο του δεύτερου ανακλαστικού τηλεσκόπιου του Νεύτωνα, που παρουσίασε στη Βασιλική Εταιρεία το 1672.[2]
Αντίγραφο του δεύτερου ανακλαστικού τηλεσκόπιου του Newton, που παρουσίασε στη Βασιλική Εταιρεία το 1672.

Το 1669 διορίζεται στη Λουκασιανή Έδρα των Μαθηματικών στο Τρίνιτι, παίρνοντας τη θέση του καθηγητή του, Isaac Barrow (Ισαάκ Μπάροου). Ως καθηγητής γνωρίζουμε ότι δεν είχε την αναμενόμενη ίσως αναγνώριση, καθώς, όπως μάς πληροφορεί ο Hamfrey Newton, ανιψιός του Isaac, «…τόσο λίγοι πήγαιναν να τον ακούσουν, και ακόμη λιγότεροι τον καταλάβαιναν, που πολλές φορές, κατά κάποιο τρόπο ελλείψει ακροατηρίου, διάβαζε στους τοίχους». Στις παραδόσεις «έμενε συνήθως γύρω στη μισή ώρα· όταν δεν είχε ακροατήριο, επέστρεφε συνήθως σε επτά λεπτά ή λιγότερο.»

Το 1672 ο Isaac Newton εντάχθηκε στη Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου. Είχε έτσι την ευκαιρία να έρθει σε επαφή, προσωπικά ή αλληλογραφώντας και με άλλους επιστήμονες πέρα από τον Χουκ και τον Χάλεϊ, όπως ήταν ο χημικός Ρόμπερτ Μπόιλ (Boyle), ο αστρονόμος Τζον Φλάμστιντ (John Flamsteed), καθώς και οι Χόιχενς και Γουάλις. Πιο γνωστοί ίσως από όλους ήταν ο Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς (Gottfried Wilhelm Leibniz), με τον οποίο ο Νεύτων είχε μεγάλη διαμάχη για τη διεκδίκηση της πατρότητας του λογισμού, και ο γνωστός φιλόσοφος Τζον Λοκ (John Locke), ιδρυτής του εμπειρισμού, με τον οποίο είχε επικοινωνία επάνω σε θεολογικά ζητήματα.

Τα τελευταία χρόνια Isaac Newton

Από τη στιγμή που ο Newton έφυγε από το Καίμπριτζ, μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό και η επιστημονική του δραστηριότητα. Συνέχισε να ασχολείται με μαθηματικά προβλήματα αλλά κυρίως ασχολήθηκε με τις δημοσιεύσεις των εργασιών του. Ήταν τα χρόνια της διαμάχης με τον Λάιμπνιτς. Χρησιμοποιώντας κάθε δυνατό μέσο, προσπάθησε — αποτελεσματικά ως ένα βαθμό — να πείσει την επιστημονική κοινότητα ότι ο λογισμός ήταν δική του επινόηση και ότι ο Λάιμπντς δεν έκανε τίποτε άλλο από το να οικειοποιηθεί τις δικές του ιδέες. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να ξεπεράσει τις παλιές του επιφυλάξεις και να εκθέσει στην κρίση των συναδέλφων του τις παλιές ανακαλύψεις του, σε έναν αγώνα δρόμου να κατοχυρώσει τους ερευνητικούς του καρπούς.

Το Φεβρουάριο του 1699 η Ακαδημία των Επιστημών του Παρισιού  ονόμασε τον Isaac Newton αντεπιστέλλον μέλος, ενώ το Νοέμβριο του 1703 εκλέχθηκε πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρείας, όπου παρέμεινε μέχρι το θάνατό του. Στη θέση αυτή στάθηκε σκληρός και άτεγκτος, ενώ μάλιστα έχει δειχθεί ότι επωφελήθηκε της θέσης ώστε να ενεργήσει κατά του Λάιμπνιτς. Τέλος, αξιοσημείωτο είναι ότι στις 16 Απριλίου του 1705, σε τελετή που έγινε στο Κολέγιο του Τρίνιτι, η βασίλισσα Άννα έχρισε τον Isaac Newton ιππότη ως αναγνώριση των πολιτικών υπηρεσιών του προς την Αγγλία. Είκοσι δύο χρόνια μετά, στις 31 Μαρτίου του 1727, πέθανε άρρωστος από πάθηση των πνευμόνων σε ηλικία ογδόντα τεσσάρων ετών.

Η επιστημονική συνεισφορά του Isaac Newton

Εικόνα ενός πρίσματος που διαθλά το λευκό φως στα χρώματα του φάσματος, όπως ανακάλυψε ο Νεύτων.
Εικόνα ενός πρίσματος που διαθλά το λευκό φως στα χρώματα του φάσματος, όπως ανακάλυψε ο Νεύτων.

Με την θεωρία της παγκόσμιας έλξης, ο Isaac Newton αντιμετώπισε θεμελιώδη ερωτήματα που απασχολούσαν τη φυσική για καιρό και πρόσφερε μία σαφή και γόνιμη κοσμολογική αντίληψη, που γρήγορα υπερίσχυσε της αντίστοιχης καρτεσιανή. Ακόμη, συνεισέφερε με ουσιαστικό τρόπο στην οπτική και συγκεκριμένα στη θεωρία χρωμάτων, όπου απέδειξε πειραματικά ότι το ηλιακό φως αποτελείται από επιμέρους χρώματα παρέχοντας την πιο εναργή θεωρία του 17ου αιώνα στον κλάδο αυτό.

Με την επινόηση του διαφορικού και ολοκληρωτικού λογισμού εισήγαγε στα μαθηματικά ένα εργαλείο έτοιμο να δώσει άμεσες λύσεις σε πολλά μαθηματικά και φυσικά προβλήματα αλλά και με πλατιά περιθώρια βελτίωσης. Τις περισσότερες φορές χάρη σε απειροστικές μεθόδους, ο Isaac Newton εργάστηκε αποτελεσματικά επάνω σε προβλήματα που σήμερα φιλοξενούνται σε διακεκριμένα πεδία των μαθηματικών: τριγωνομετρικές σειρές, πεπερασμένες διαφορές, ταξινόμηση καμπυλών. Ασχολήθηκε ακόμη με την γεωμετρία, κλασική και αναλυτική, τη θεωρία αριθμών και την άλγεβρα, για την οποία μάλιστα συνέταξε το σημαντικό Arithmeticæ Universalis, ένα διδακτικό βιβλίο όπου γίνεται σαφής διαχωρισμός και μεθοδολογική αντιπαράθεση ανάμεσα στην (πρακτική) αριθμητική και την άλγεβρα και όπου αναπτύσσονται γενικές μέθοδοι επίλυσης βασικών αλγεβρικών προβλημάτων με σημαντική συνεισφορά στη θεωρία των εξισώσεων.

Η θρησκευτικότητα του Isaac Newton

Ο Isaac Newton ανατράφηκε ως Αγγλικανός, όμως δεν δεχόταν το δόγμα της Τριάδας, παρ’ όλο που αυτή η άποψη θεωρούνταν παράνομη εκείνη την εποχή.

Isaac Newton και Αλχημεία

Όμως υπάρχει και μια άλλη σχετικά άγνωστη, μυστηριώδης πλευρά αυτού του λαμπρού επιστήμονα, μια δραστηριότητά του που κράτησε περίπου τριάντα χρόνια, αν και την κράτησε επιμελώς κρυμμένη από τους συγχρόνους και τους συναδέλφους του: η συμμετοχή του Isaac Newton στην μαθητεία της αλχημείας, ή όπως αναφερόταν συχνά στα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα στην Αγγλία, της Χημείας. Ο Isaac Newton έγραψε και μετέγραψε περίπου ένα εκατομμύριο λέξεις σχετικά με το θέμα της αλχημείας, από τις οποίες μόνο ένα ελάχιστο τμήμα έχει δημοσιευθεί σήμερα. Τα αλχημικά χειρόγραφά του περιλαμβάνουν ένα πλούσιο σύνολο διάφορων τύπων εγγράφων, ανάμεσα στα οποία συμπεριλαμβάνονται σημειώσεις εργαστηρίων, περιγραφές των αλχημικών ουσιών και των διαδικασιών, μεταγραφές από άλλες πηγές, ακόμη και ποίηση.

https://el.wikipedia.org/wiki/Ισαάκ_Νεύτων

Η Λάρισα (6000π.Χ.-…)

Η Λάρισα είναι πόλη της Θεσσαλίας, έδρα του δήμου Λαρισαίων και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας. Επίσης, αποτελεί την έδρα της Περιφέρειας Θεσσαλίας καθώς και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, αριθμεί 144.651 μόνιμους κατοίκους, καταλαμβάνει έκταση περίπου 88 τ.χλμ. και έχει μέσο σταθμικό υψόμετρο 70 μέτρα. Αποτελεί σημαντικό εμπορικό κέντρο και κόμβο επικοινωνιών και συγκοινωνιών.

Λάρισα-Πηνειός και Άγιος Αχίλλειος
Λάρισα

Το όνομα της Λάρισας

Γύρω από το όνομα Λάρισα, έχουν δημιουργηθεί αρκετοί μύθοι με τους οποίους οι Θεσσαλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν την προέλευση της ονομασίας της και να υμνήσουν την πρωτεύουσά τους της οποίας η ίδρυση χάνονταν τόσο πίσω στο χρόνο που μόνον οι εικασίες μπορούσαν να προσεγγίσουν. Κατά την επικρατέστερη εκδοχή η Λάρισσα προήλθε από την Πελασγική λέξη λάας που σημαίνει βράχος, απ’ όπου και η λέξη λαός. Σύμφωνα με μία εκδοχή η νύμφη Λάρισα παίζοντας με το τόπι της δίπλα στον Πηνειό, γλίστρησε και πνίγηκε στα νερά του και από τότε πήρε το όνομά της η πόλη. Η Λάρισα, σύμφωνα με τον μύθο ήταν σύζυγος του Ποσειδώνα και μητέρα του Αχαιού, του Φθία και του Πελασγού. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Λάρισα κτίστηκε από το Λάρισο, γιο του Πελασγού πριν από 4.000 χρόνια περίπου. Το όνομά της είναι πελασγικό και σημαίνει φρούριο ή ακρόπολη.

Η ιστορία της Λάρισας

Οι προϊστορικοί οικισμοί που ήλθαν στο φως στα όρια της σύγχρονης πόλης της Λάρισας μαρτυρούν την κατοίκηση της σε αυτή από την Νεολιθική Εποχή (6η χιλιετία). Η θέση που καταλαμβάνει η σημερινή πόλη κατοικείται συνεχώς από την νεολιθική εποχή ως σήμερα και είναι ίσως από τις αρχαιότερες πόλεις στον κόσμο με συνεχή κατοίκηση τουλάχιστον 8.000 ετών. Από τους έξι προϊστορικούς οικισμούς που εντοπίζονται στα όρια της σύγχρονης πόλης, ο λόφος «Φρούριο», η αρχαία ακρόπολη, κατοικείται από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού (αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ.) συνεχώς, κατά τη διάρκεια όλων των επόμενων ιστορικών περιόδων. Στους αρχαϊκούς χρόνους (7ος-4ος αι. π.Χ.) διαμορφώνεται η ισχυρή πρωτεύουσα της Πελασγιώτιδας, η Λάρισα, πάνω στην ακρόπολη καθώς και στις ανατολικές και νότιες υπώρειες αυτής.

Το «Κοινό των Θεσσαλών»

Οι Θεσσαλοί αφού κυριάρχησαν των προθεσσαλικών Πελασγικών φύλων διασπάστηκαν σε τέσσερα φυλετικά κράτη που ονομάστηκαν «τετράδες ή μοίρες», την Πελασγιώτιδα, την Εστιαιώτιδα, τη Θεσσαλιώτιδα και τη Φθιώτιδα σε αντιστοιχία με τις σημερινές περιοχές της Λάρισας, των Τρικάλων, της Καρδίτσας και των Φαρσάλων. Η διαίρεση αυτή είχε κυρίως γεωγραφικό, οικονομικό και διοικητικό χαρακτήρα. Τον 4ο αι. οι θεσσαλικές πόλεις συγκροτούν ομόσπονδο κράτος με πολιτικό και οικονομικό χαρακτήρα, το λεγόμενο «Κοινό των Θεσσαλών», του οποίου ο ανώτατος άρχων ονομάζεται «ταγός». Ως πρώτος ταγός αναφέρεται ο Αλεύας ο Πυρρός, ιδρυτής του ηγεμονικού οίκου της Λάρισας, που κυβερνούσε τους Πελασγιώτες. Ο ίδιος οργάνωσε τη συμμαχία στρατιωτικά. Κάθε τετράδα ήταν διαιρεμένη κατά κλήρους, ο καθένας από τους οποίους έπρεπε να προσφέρει 40 ιππείς και 80 πελταστές (οπλίτες) στο Κοινό των Θεσσαλών. Η απουσία των πεζών είναι αποτέλεσμα της ικανότητας των Θεσσαλών να εκτρέφουν μεγάλο αριθμό αλόγων και να κινητοποιούν πολυάριθμους ιππείς.

Οι Αλευάδες, η αριστοκρατική οικογένεια που κυβερνούσε την Πελασγιώτιδα, φιλοξενούσε προσωπικότητες του πνεύματος όπως τους ποιητές Ανακρέωντα, Σιμωνίδη, Πίνδαρο, Βακχυλίδη, φιλοσόφους όπως το σοφιστή Γοργία και τον ιατρό Ιπποκράτη.

Η Λάρισα κατά τη Ρωμαϊκή εποχή

Τον 4ο περίπου αι. π.Χ., οι έριδες μεταξύ Λάρισας και Φαρσάλου, στην προσπάθεια της πρώτης να διατηρήσει τη δύναμη της και την πρωτοκαθεδρία της στο θεσμό της ταγείας, οδήγησαν τις δύο πόλεις σε συγκρούσεις από τις ο- ποίες η Λάρισα εξήλθε νικήτρια με τη βοήθεια δυνάμεων από την Κεντρική Ελλάδα. Η συνεχόμενη όμως διαμάχη την αποδυνάμωσαν με αποτέλεσμα να κατακτηθεί από τους Μακεδόνες, όταν ο Φίλιππος ο Β’ εισέβαλε στην περιοχή. Από το 344 π.Χ. έως το 196 π.Χ. η Λάρισα ήταν υποταγμένη στο όνομα ενός συνασπισμού στους βασιλείς της Μακεδονίας. Αργότερα όμως όταν οι Ρωμαίοι εισέβαλαν στην περιοχή, απελευθερώνοντας τη Λάρισα από τους Μακεδόνες, στην εξουσία επικράτησε η αντιμακεδονική παράταξη η οποία ευνοούνταν από τους Ρωμαίους κατακτητές. Κάτω από τη δική τους δημοκρατική διακυβέρνηση, η πόλη γνώρισε μια σύντομη αναλαμπή ακμής χωρίς να παραλείπονται και πολλές φάσεις παρακμής.

Μια από τις πιο λαμπρές στιγμές στην ιστορία της ήταν η θεσμοθέτηση των Ελευθέριων. Τα Ελευθέρια που θεσμοθετήθηκαν προς τιμήν του Ελευθερίου Διός, κατά το 2ο αιώνα π.Χ., ήταν μια μεγάλη πανθεσσαλική γιορτή με απήχηση σε όλο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, σε πόλεις της Μικράς Ασίας ακόμη και της Ιταλίας. Αυτά περιελάμβαναν μεγάλους ιππικούς, φιλολογικούς, χορευτικούς, γυμνικούς και μουσικούς αγώνες.

Η Λάρισα τη Βυζαντινή Περίοδο

Με την άνοδο του Μεγάλου Κωνσταντίνου στο θρόνο, τη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους στην Κωνσταντινούπολη και την εγκαθίδρυση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, η Θεσσαλία εξακολουθεί να αποτελεί διοικητική επαρχία, η οποία διοικητικά υπάγεται στο Ανατολικό Ιλλυρικό και εκκλησιαστικά στον πάπα της Ρώμης. Γύρω στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. αναφέρεται κατάληψη και λεηλασία της πόλης κατά την επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου, ενώ το 482 μ.Χ., οχυρώνεται από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό και ορίζεται τελεσίδικα έδρα της επαρχίας. Το σημαντικότερο νέο στοιχείο της περιόδου είναι η εξάπλωση του Χριστιανισμού. Όσον αφορά στην εξάπλωσή του στη Λάρισα, μεγάλη θεωρήθηκε κατά ορισμένες πηγές και η συμβολή του Αγίου Αχιλλείου, ίσως του πρώτου Επισκόπου της, για τον οποίο αναφέρεται ότι συμμετείχε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο (324 μ.Χ.) και υπήρξε ιδρυτής αρκετών κοινωφελών ιδρυμάτων στην πόλη, ενώ επιμελήθηκε ο ίδιος τον τάφο του στο λόφο του φρουρίου.
Την ακμάζουσα παλαιοχριστιανική περίοδο, έρχεται να διακόψει από τα τέλη του 6ου αιώνα μια μεγάλη περίοδος ταραχών και αναστατώσεων, κατά την οποία οι πόλεις της Θεσσαλίας παύουν να αναφέρονται στις πηγές. Σημαντική αναστάτωση δημιουργείται από τις επιδρομές των σλαβικών φύλων, μέρος των οποίων εγκαθίσταται μόνιμα σε περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.
Τον 10ο αιώνα σημειώνονται και άλλες καταστρεπτικές επιδρομές στη Θεσσαλία. Μία από αυτές, του 901 – 902 μ.Χ., σχετίζεται κατά πάσα πιθανότητα με Άραβες. Στη συνέχεια η Λάρισα έπειτα από τριετή πολιορκία, το 982 μ.Χ. κυριεύεται από το Βούλγαρο τσάρο Σαμουήλ, ο οποίος μετέφερε τα λείψανα του Αγίου Αχιλλείου στο ανάκτορό του, στη λίμνη Πρέσπα. Στο χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄ Κομνηνού (1081 – 1118 μ.Χ.) η Λάρισα μνημονεύεται μεταξύ των πόλεων εκείνων στις οποίες παραχωρούνται εμπορικά προνόμια και ελεύθερη άσκηση του εμπορίου με τους Βενετούς. Από τον 12ο αι., και κυρίως στην υστεροβυζαντινή περίοδο, αρχίζει να γίνεται φανερή η διάσπαση της κεντρικής οργάνωσης του κράτους και η εμφάνιση μικρών περιφερειών με διάφορες ονομασίες.

Η Λάρισα και οι Φράγκοι

Όταν το 1204 καταλύθηκε το βυζαντινό κράτος και η Κωνσταντινούπολη με το μεγαλύτερο μέρος της βυζαντινής επικράτειας περιήλθε στην εξουσία των Λατίνων Ιπποτών της Δ’ Σταυροφορίας, η Θεσσαλία δόθηκε στον βασιλέα της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιο του Μομφερρατικό, ο οποίος την κατέλαβε χωρίς αντίσταση και εγκατέστησε λατινική εξουσία στις πόλεις. Σ’ όλη αυτή την εποχή, η Θεσσαλία περιήλθε για μικρές μόνον χρονικές περιόδους στην κατοχή του επίσημου βυζαντινού κράτους, οι οποίες δεν αρκούσαν για την αποκατάσταση της εξουσίας του, που είχε κλονισθεί σοβαρά ήδη από τον 12ο αιώνα με την αύξηση της δύναμης των μεγάλων γαιοκτημόνων.

Από καλλιτεχνική άποψη, το σημαντικότερο μνημείο της περιόδου στον σημερινό νομό της Λάρισας, και το μοναδικό που διασώθηκε ακέραιο, είναι η μονή της Ολυμπιώτισσας στην Ελασσόνα που ιδρύθηκε στο τέλος του 13ου αιώνα. Στις πόλεις δυστυχώς δεν σώθηκαν μνημεία διότι καταστράφηκαν από την έντονη οικονομική δραστηριότητα των Τούρκων κατά την επόμενη περίοδο.

Η Λάρισα κατά την Τουρκοκρατία

Η διείσδυση των Οθωμανών στη Θεσσαλία άρχισε το 1392- 93, όταν υπό τον Εβρενός μπέη νίκησαν τις ελληνικές δυνάμεις στα Τέμπη και κατέλαβαν τη Λάρισα και τα Φάρσαλα. Τα επόμενα χρόνια αναπτύχθηκαν εστίες αντίστασης στα ορεινά, όμως έναν αιώνα περίπου αργότερα, το 1423 ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της από τους Τούρκους. Γύρω στα 1454-5, η Λάρισα είχε μετατραπεί σε μια καθαρά μουσουλμανική πόλη. Έτσι, μπορεί να εξηγηθεί η επίσημη τουρκική ονομασία της Λάρισας ως Γενί Σεχίρ.

Η Λάρισα αλλάζει

Στις αρχές του 17ου αι, η Λάρισα ανθεί οικονομικά και εμπορικά. Παρόλα αυτά οι μεγάλες επιδημίες της εποχής και οι φυσικές καταστροφές, όπως η πλημμύρα του Πηνειού, μειώνουν δραστικά τον πληθυσμό και δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στη ζωή της πόλης. Από το 1783, με την εμπορική συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, στα μεγάλα κέντρα της Θεσσαλίας αναπτύσσονται ευνοϊκοί όροι για τη διεύρυνση του εμπορίου. Κατά την περίοδο αυτή παρατηρείται έντονη πνευματική άνθηση, με τον Κωνσταντίνο Κούμα, γύρω στα 1798, να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε αυτή, δι δάσκοντας ελληνικά και μαθηματικά στο Ελληνικό Σχολείο.
Η έκρηξη της μεγάλης επανάστασης (1821- 1829) μετατρέπει τη Λάρισα σε βασικό στρατιωτικό κέντρο και κέντρο ανεφοδιασμού των τουρκικών δυνάμεων. Στα πλαίσια φιλελευθεροποίησης της οθωμανικής εξουσίας κατά τα μέσα του 19ου αι., επιτράπηκε στους υπόδουλους χριστιανούς να κτίσουν σχολεία και να ανακαινίσουν τους παλαιούς ναούς ή να κτίσουν καινούριους, κάτι που έως τότε συναντούσε μεγάλα εμπόδια και αντίσταση από τους Τούρκους.

Η Λάρισα ενσωματώνεται στο ελληνικό κράτος

Η έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877 ήταν η αφορμή για να επαναληφθούν οι πιέσεις σε βάρος των χριστιανών, καθώς η Πύλη υποπτευόταν την εξέγερση των Θεσσαλών. Η επανάσταση που φοβόταν η Πύλη ξέσπασε τελικά τον Ιανουάριο του 1878. Η συγκεκριμένη επαναστατική κίνηση όμως απέτυχε και οι Μεγάλες Δυνάμεις με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου αποδέχτηκαν την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, εξαιρώντας την επαρχία της Ελασσόνας, ενώ προσέφεραν και τη μεσολάβηση τους για τη διευκόλυνση των ελληνοτουρκικών συνομιλιών. Οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες κατέληξαν σε δυο συμβάσεις (12 Μαΐου και 20 Ιουνίου 1881), με τις οποίες καθορίστηκαν τα νέα σύνορα των δύο κρατών. Βάσει αυτών, τον Αύγουστο του 1881, ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε τη Λάρισα.

«Ελληνικός Αγροτικός Σύλλογος»

Στις 31 Αυγούστου 1881 έγινε η ενσωμάτωση του μεγαλύτερου τμήματος της Θεσσαλίας και ενός μικρού τμήματος της Ηπείρου στον κορμό του μικρού τότε Ελληνικού Κράτους. Σημαντικό γεγονός είναι η ίδρυση του «Ελληνικού Αγροτικού Συλλόγου» το 1884, με στόχο την προαγωγή της ελληνικής γεωργίας, την εξάπλωση νέων καλλιεργειών, την επιμόρφωση των αγροτών, τη διοργάνωση εκθέσεων κ.λπ. Αν και οι προθέσεις ήταν καλές, στο θέμα της ανάπτυξης της γεωργίας δεν υπήρχε πολιτική βούληση και οι μεγαλοϊδιοκτήτες είχαν βραχυκυκλώσει όλους τους μηχανισμούς της πολιτείας, μέσω των οποίων θα μπορούσε να επιτευχθεί η ποθούμενη αναγέννηση του αγροτικού κόσμου. Σε όλα αυτά προστέθηκε και η δεύτερη σύντομη κατοχή της Θεσσαλίας από τους Τούρκους (1897- 1898), που ήταν το αποτέλεσμα της εξέλιξης του Κρητικού Ζητήματος και των βεβιασμένων ενεργειών της Ελληνικής Κυβέρνησης. Ο ισχυρός αυτός κλονισμός της δεύτερης κατοχής έφερε όμως και την αναγκαία περισυλλογή και αφύπνιση για το κυρίαρχο ζήτημα που συνέχιζε να είναι το Αγροτικό. Σύλλογοι αγροτών, συλλαλητήρια, δυναμικές εκδηλώσεις θορύβησαν τους μεγαλογαιοκτήμονες που αντέδρασαν σπασμωδικά φτάνοντας και σε ακραίες λύσεις, μέσα στις οποίες περιλαμβάνονται η δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα και η βίαιη διάλυση του αγροτικού συλλαλητηρίου στο Κιλελέρ και στη Λάρισα στα 1907-1910.

Η Λάρισα τον 20ο αιώνα

Η περίοδος 1914- 1917 (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος) υπήρξε κρίσιμη για τη Θεσσαλία. Η μακροχρόνια στράτευση πολλών ανδρών στερούσε από τη γεωργία τα εργατικά χέρια και οι αναστατώσεις του Ε θνικού Διχασμού δεν άφησαν ανεπηρέαστο ολόκληρο το Νομό Λάρισας. Την κατάσταση θα επιδεινώσει το πικρό τέλος του Μικρασιατικού Πολέμου, η καταστροφή, η προσφυγιά. Ο Θεσσαλός Νικόλαος Πλαστήρας θα επιταχύνει μετά το 1922 τα αργά βήματα προς την αποκατάσταση των αγροτών που είχαν αρχίσει ήδη από το 1917. Κατά τη διετία 1923- 1925, αλλά και αργότερα, αρχίζει μια προσπάθεια καθορισμού των απαλλοτριωτέων εκτάσεων, επιλογής των δικαιούχων κλήρου, ποσοτικού προσδιορισμού του γεωργικού – κτηνοτροφικού κλήρου.

Τα Φάρσαλα, η Ελασσόνα, η Αγιά κι ο Τύρναβος ενισχύθηκαν πληθυσμιακά, όμως το μεγαλύτερο μερίδιο στην αύξηση του πληθυσμού το αποκόμισε η Λάρισα. Η Λάρισα ήταν η πόλη με τις μεγαλύτερες ανάγκες, για νέα ρυμοτομία, φωτισμό, υδροδότηση. Ταυτόχρονα, έκαναν την εμφάνιση τους αξιόλογες βιομηχανικές μονάδες (αλευρόμυλοι, υφαντουργεία, παγοποιεία, εργοστάσια υποδημάτων, ζαχαροπλαστικής, ποτοποιεία) και πλάι τους μικρότερες βιοτεχνίες και καταστήματα, αρκετά για να καλύψουν όχι μόνο τις ανάγκες της πόλης αλλά και του νομού.

Θα έλεγε κανείς ότι μέσα σε αυτά τα εξήντα χρόνια (1881- 1940) το τοπίο διαφοροποιήθηκε σε όλες του τις διαστάσεις. Ο ερχομός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήρθε να επιδεινώσει την κατάσταση και να επισφραγίσει την τρομακτική σε μέγεθος φυγή πληθυσμών (1955-1965) προς τα αστικά κέντρα ή τις ξένες χώρες.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ΄80 και μετά, η Λάρισα μεταμορφώθηκε σε ένα σύγχρονο αστικό κέντρο, που ζει με έντονους ρυθμούς και έχει δημιουργήσει πυλώνες πολιτιστικής, επιστημονικής και βιομηχανικής δραστηριότητας, δίνοντας την αίσθηση μιας πόλης με πολλές δυνατότητες και ακόμη περισσότερες προοπτικές.

Πηγή: http://www.larissa-dimos.gr/el/i-poli/muthologia-istoria

Ο Ηφαιστίων (356π.Χ.-324π.Χ.)

Ο Ηφαιστίων (Αρχαία Πέλλα, 356 π.Χ – Εκβάτανα, 324 π.Χ.), γιος του Αμύντορα, ήταν αρχαίος Έλληνας στρατηγός και ευγενής της  Μακεδονίας. Ήταν ο στενότερος από όλους τους φίλους Μεγάλου Αλεξάνδρου, μεγαλωμένοι μαζί από παιδιά. 

Ο Ηφαιστίων και ο Αλέξανδρος σε κυνήγι
Ο Ηφαιστίων και ο Αλέξανδρος σε κυνήγι

Ο Ηφαιστίων, ο αδελφικός φίλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Ο Ηφαιστίων γεννήθηκε στην Πέλλα και ήταν ένας από τους Μακεδόνες βασιλικούς παίδες που συμμετείχαν μαζί με τον Αλέξανδρο στις διαλέξεις του Αριστοτέλη στη Μίεζα, ίσως το 343. Ο Αλέξανδρος τον έκανε μέλος  της σωματοφυλακής του, και κατόπιν συμμετείχε στην εκστρατεία στην Ασία. Ήταν αναμφίβολα ένας από τους στενότερους φίλους του Αλέξανδρου που μοιραζόταν όλα τα μυστικά του.

Ο Ηφαιστίων διακρίθηκε κατά την στρατιωτική υπηρεσία του, καθώς ήταν μέλος των σωματοφυλάκων του Αλεξάνδρου, διοικητής του ιππικού των Εταίρων, καθώς και υπεύθυνος για πολλές άλλες δραστηριότητες, όπως διπλωματικές αποστολές, γεφύρωση ποταμών, και την εγκαθύδριση νέων οικισμών. Υπήρξε υποστηρικτής της προσπάθειας του Αλεξάνδρου στο να αναμείξει τους Ελληνικούς με τους Περσικούς τρόπους. Η φιλία του με τον Μέγα Αλέξανδρο ήταν τόσο ονομαστή που πολλοί την έχουν συγκρίνει με αυτήν του Αχιλλέα και του Πατρόκλου. Με τον βαθμό του χιλίαρχου που του έδωσε κατόπιν ο Αλέξανδρος, ο Ηφαιστίων ήταν ουσιαστικά ο δεύτερος πιο υψηλόβαθμος σε όλη την αυτοκρατορία.

Στην Τροία συμμετείχε στις λατρευτικές τελετές όπου στεφάνωσε τον τάφο του Πατρόκλου, ενώ αντίστοιχα ο Αλέξανδρος στεφάνωσε τον τάφο του Αχιλλέα. Χαρακτηριστικά, ο Αλέξανδρος συνήθιζε να αναφέρεται στον Κρατερό ως Φιλοβασιλέα, ενώ στον Ηφαιστίωνα ως Φιλαλέξανδρο. Στα πρώτα χρόνια της εκστρατείας στην Ασία, βρίσκουμε ελάχιστες αναφορές στον Ηφαιστίωνα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το 332 π.Χ. τον βρίσκουμε να ηγείται του στόλου που συνόδευε τον στρατό του Αλέξανδρου στη Φοινίκη.

Κατά τη διάρκεια της μάχης στα Γαυγάμηλα, ο Ηφαιστίων τραυματίστηκε ενώ πολεμούσε ως επικεφαλής των σωματοφυλάκων. Πήρε ενεργό μέρος στην ανάκριση του Φιλώτα και μάλιστα προέτρεψε τους υπόλοιπους Μακεδόνες να τον βασανίσουν ώστε να ομολογήσει τους συνενόχους του. Ως ανταμοιβή, του δόθηκε η ηγεσία των Εταίρων, την οποία μοιράστηκε με τον Κλείτο τον Μέλα, γιο του Δροπίδη. Στη συνέχεια ο Ηφαιστίων πήρε ενεργό μέρος στις εκστρατείες στη Βακτρία, στη  Σογδιανή και αργότερα στην Ινδία, επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής μαζί με τον Περδίκκα. Μάλιστα, μετά από 30 ημέρες πολιορκίας κατάφεραν να καταλάβουν την πόλη Όμφιδα (Τάξιλα).

Στη μάχη του Υδάσπη εναντίον του Πώρου, ο Ηφαιστίων διοικούσε το ιππικό στην αριστερή πτέρυγα της στρατιάς του Αλέξανδρου. Στην συνέχεια μαζί με τον Περδίκκα ίδρυσαν την πόλη Οροβάτιδα στον δρόμο προς τον Ινδό ποταμό.

Αργότερα, στα Σούσα, πήρε μέρος στον ομαδικό γάμο με γυναίκες από την Περσία και μάλιστα ο ίδιος νυμφεύθηκε τη Δρυπέτη, αδερφή της γυναίκας του Αλέξανδρου, Στατείρας. Από τα Σούσα στάλθηκε με το κυρίως τμήμα του πεζικού στον Περσικό Κόλπο και έφτασαν μαζί στα  Εκβάτανα το 324 π.Χ.. Κατά τη διάρκεια αγώνων και εκτεταμένης οινοποσίας, ο Ηφαιστίων αρρώστησε και εμφάνισε πυρετό, και ύστερα από 7 ημέρες πέθανε σε ηλικία 32 ετών.

Ο Αλέξανδρος έπεσε σε μεγάλη θλίψη. Σύντομα έπειτα ζήτησε από τους ιερείς του μαντείου της Σίουα στην Αίγυπτο να αφηρωίσουν τον Ηφαιστίωνα, και έκτοτε ο Ηφαιστίων λατρεύτηκε ως θεϊκός ήρωας.Ο Ηφαιστίων αποτεφρώθηκε στη Βαβυλώνα, με την παρουσία όλων των στρατευμάτων τα οποία και παρακολούθησαν την τελετή.

Μετά το θάνατο του Ηφαιστίωνα το σώμα του μεταφέρθηκε στη Βαβυλώνα, όπου και προς τιμή του κατασκευάστηκε μια μεγαλειώδης νεκρική πυρά. Ο Αλέξανδρος πέθανε 8 μήνες αργότερα, ωστόσο ακόμα και τότε σχεδίαζε την κατασκευή μεγαλοπρεπών μνημείων προς τη μνήμη του φίλου του Ηφαιστίωνα.