Η Πρέβεζα (100.000π.Χ.-…)

Η Πρέβεζα είναι πόλη και λιμάνι της Ηπείρου. Βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της Ηπείρου, παρά την είσοδο του Αμβρακικού κόλπου. Είναι έδρα του Δήμου Πρέβεζας και πρωτεύουσα του Νομού Πρέβεζας. Στην  απογραφή του 2011 ο πληθυσμός της πόλης ήταν 19.042 κάτοικοι, ενώ ο πληθυσμός της Δημοτικής Ενότητας Πρέβεζας ήταν 20.795 κάτοικοι.

Η Πρέβεζα
Η Πρέβεζα

Η Γεωγραφία της Πρέβεζας

Η χερσόνησος της Πρέβεζας αποτελεί το νοτιότερο σημείο της Ηπείρου.
Η πόλη της Πρέβεζας είναι κτισμένη στη βόρεια πλευρά του ομώνυμου πορθμού (κέντρο της φωτογραφίας). Στη νότια πλευρά του πορθμού (κάτω δεξιά) είναι η ακαρνανική ακτή, όπου το αεροδρόμιο της Πρέβεζας και το ακρωτήριο του Ακτίου

Η πόλη της Πρέβεζας βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της Ηπείρου και στο μέσον περίπου της βορειοδυτικής ακτογραμμής της Ελλάδας. Είναι κτισμένη στη βόρεια πλευρά του πορθμού της Πρέβεζας, ο οποίος συνδέει τον Αμβρακικό κόλπο με το Ιόνιο πέλαγος. Απέναντί της και σε απόσταση μόλις 600 μέτρων βρίσκεται το αμμώδες ακρωτήριο του Ακτίου, γνωστό από τη φημισμένη ομώνυμη ναυμαχία του 31 π.Χ. Η θαλάσσια περιοχή κοντά στην Πρέβεζα αποτέλεσε για μια ακόμη φορά το επίκεντρο της παγκόσμιας ιστορίας κατά τη ναυμαχία της Πρέβεζας του 1538 μ.Χ., επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική θέση στην οποία βρίσκεται η πόλη.

Βόρεια της Πρέβεζας και σε απόσταση επτά χιλιομέτρων βρίσκεται ο εκτεταμένος ερειπιώνας της αρχαίας Νικόπολης, η οποία κτίστηκε από τον Οκταβιανό περί το 30 π.Χ., σε ανάμνηση της νίκης του επί των αντιπάλων του, Μάρκου Αντωνίου και Κλεοπάτρας, μετά τη ναυμαχία του Ακτίου. Αν και η Πρέβεζα είναι κτισμένη κοντά στο μεγαλύτερο λιμάνι της αρχαίας Νικόπολης, στον όρμο Βαθύ, και παρά το γεγονός ότι τα ερείπια της Νικόπολης ήταν για αιώνες γνωστά ως Παλαιοπρέβεζα, είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι η Πρέβεζα αποτελεί συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης, καθώς υπάρχει ένα μεγάλο χρονικό κενό μεταξύ των ιστοριών των δύο πόλεων.

Το όνομα της Πρέβεζας

Παρά τις τρεις διαφορετικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με την ετυμολογία του ονόματος Πρέβεζα, η ευρύτερα αποδεκτή άποψη των ερευνητών είναι ότι Πρέβεζα σημαίνει Πέρασμα και ότι η λέξη έφτασε στη μορφή αυτή από τη σλαβική γλώσσα, μέσω της αλβανικής.

  • Η πρώτη άποψη υποστηρίζει ότι το όνομα Πρέβεζα προέρχεται από τη σλαβική λέξη prěvozъ που σημαίνει πέρασμα.
  • Η δεύτερη άποψη υποστηρίζει ότι προέρχεται από την παλιά αλβανική λέξη prevëzë -za, που σημαίνει πέρασμα, διάβαση, μεταφορά, διαμετακόμιση.
  • Η τρίτη άποψη υποστηρίζει ότι προέρχεται από την ιταλική λέξη prevesione, που σημαίνει προμήθεια.

Η Ιστορία της Πρέβεζας

Η ευρύτερη περιοχή της Πρέβεζας

Στην περιοχή του Νομού Πρέβεζας υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα που αποδεικνύουν την κατοίκηση του χώρου από τα παλαιολιθικά χρόνια. Πολλαπλά ευρήματα στη Βραχοσκεπή του Ασπροχάλικου Πρέβεζας και στη θέση Κοκκινόπηλος, κοντά στο χωριό Άγιος Γεώργιος Πρέβεζας, μαρτυρούν την κατοίκηση στα βόρεια του Νομού ήδη από το 100.000 π.Χ. Στη χερσόνησο του Αγίου Θωμά, απέναντι από την πόλη της Πρέβεζας, έχουν εντοπισθεί τόσο παλαιοντολογικά όσο και αρχαία ευρήματα της εποχής του χαλκού.

Στην περιοχή του Νομού Πρέβεζας σώζονται, επίσης, ερείπια πολλών αρχαίων πόλεων, όπως της Κασσώπης, πρωτεύουσας των Κασσωπαίων, του Ορράου, πόλης των Μολοσσών, των Βατιών, του Βουχετίου και της Πανδοσίας, αποικιών των αρχαίων Ηλείων, του Τρικάστρου, της Ελάτρειας, της Εφύρας και της Νικόπολης, αποδεικνύοντας τη διαχρονική κατοίκηση της περιοχής.

Στις 2 Σεπτεμβρίου του έτους 31 π.Χ., έγινε στη θαλάσσια περιοχή δυτικά της σημερινής Πρέβεζας η περίφημη Ναυμαχία του Ακτίου μεταξύ των δυνάμεων του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας από τη μία πλευρά και του Οκταβιανού από την άλλη. Μετά τη νικηφόρα για τον Οκταβιανό ναυμαχία του Ακτίου, ο μονοκράτορας πλέον της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, διέταξε την ανέγερση πόλης εις ανάμνηση της νίκης του, που θα έφερε το όνομα Νικόπολις, τα ερείπια της οποίας σώζονται περί τα έξι χιλιόμετρα βόρεια της Πρέβεζας.

Η ίδρυση της Πρέβεζας

Ο Πέτρος Φουρίκης, κατά την ώριμη επιστημονική του φάση, επεσήμανε πρώτος, το 1924, την αναφορά του ονόματος «Πρέβεζα» στο Χρονικόν του Μορέως. Το όνομα «Πρέβεζα» εμφανίζεται στην περιγραφή της αμφίβιας επιχείρησης ανακατάληψης του Δεσποτάτου της Ηπείρου από συμμαχικές προς τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο δυνάμεις. Οι επιχειρήσεις αυτές τοποθετούνται χρονικά το 1292 ή κατ’ άλλους το 1290.

Ο Φουρίκης στηριζόμενος μόνον σε αυτή την αναφορά του ονόματος  Πρέβεζα, προβαίνει σε μια θεωρητική κατασκευή, σύμφωνα με την οποία μετά την ερήμωση της αρχαίας Νικόπολης ένα νέο λιμάνι ήταν αναγκαίο. Θεωρεί ότι το λιμάνι αυτό θα είχε μια οικιστική εξέλιξη την οποία πρέπει να φανταστούμε ως εξής: «εμπορικός σταθμός (σκάλα), συνοικισμός, χωρίδιον, χωρίον, κώμη, κωμόπολη». Υποστηρίζει επιπλέον ότι αυτή η εξέλιξη πρέπει να είχε ολοκληρωθεί τουλάχιστον 100 χρόνια πριν το 1292 (χρόνο κατά τον οποίο έγινε η επιχείρηση ανακατάληψης του Δεσποτάτου της Ηπείρου) και, έτσι, συμπεραίνει ότι η Πρέβεζα ιδρύθηκε κατά τον 12ο αιώνα και είναι οικιστική συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης, μετά την ερήμωση της τελευταίας. Οι απόψεις του Φουρίκη επέδρασαν καθοριστικά στη μετέπειτα έρευνα για την ίδρυση και την πορεία της Πρέβεζας.

Νεότερες ιστορικές έρευνες, όμως, υποστηρίζουν ότι η Πρέβεζα ιδρύθηκε, ως οικισμός, στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, μετά την κατασκευή από τους Οθωμανούς, το 1478, του Κάστρου της Μπούκας. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η πόλη αποτελεί την οικιστική συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης.

A´ Οθωμανική Περίοδος (1463-1684)

Πρόσφατες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά συμπόσια υποστηρίζουν ότι η κατάληψη της περιοχής της Πρέβεζας από τους Οθωμανούς πραγματοποιήθηκε το 1463 και ότι την εποχή εκείνη το διοικητικό κέντρο της περιοχής ήταν πιθανότατα η Ρηνιάσσα, ενώ δεν υφίστατο ακόμη οικισμός με το όνομα Πρέβεζα. Λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της περιοχής, οι Οθωμανοί οχύρωσαν τη βόρεια πλευρά του πορθμού που οδηγεί από το Ιόνιο Πέλαγος στον Αμβρακικό κόλπο, ανεγείροντας το Κάστρο της Μπούκας, το 1478. Με την κατασκευή του κάστρου αυτού, οι Οθωμανοί έλεγχαν ολόκληρο τον Αμβρακικό κόλπο, τον οποίο μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ως φυσικό ναύσταθμο στα δυτικά όρια της αυτοκρατορίας τους και να εκστρατεύσουν από εκεί για τη σχεδιαζόμενη κατάκτηση της Ρώμης, το 1480. Στη διάρκεια της πρώτης Οθωμανικής Περιόδου της Πρέβεζας έγιναν τέσσερις, τουλάχιστον, προσπάθειες κατάληψής της από τις δυτικές χριστιανικές δυνάμεις, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα: η πρώτη το 1481, η δεύτερη το 1501, η τρίτη το 1538 και η τέταρτη το 1605.

Πρώτη Ενετοκρατία (1684-1701)

Στο ξεκίνημα του 6ου Βενετοτουρκικού Πολέμου οι ενετικές δυνάμεις και άλλες συμμαχικές με αυτές δυνάμεις, υπό την ηγεσία του αρχιναυάρχου Φραντσέσκο Μοροζίνι, κατέλαβαν αρχικά τη Λευκάδα και στη συνέχεια το Ξηρόμερο και την Πρέβεζα, μετά από ολιγοήμερη επίθεση που ολοκληρώθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1684. Με την κατάληψη του κάστρου της Μπούκας το οθωμανικό τέμενος, που υπήρχε σε αυτό, μετατράπηκε σε καθολικό ναό του αρχαγγέλου Μιχαήλ, καθώς η κατάληψη της Πρέβεζας συνέπεσε με την εορτή του στην Καθολική Εκκλησία.

Η Πρέβεζα θα έμενε στα χέρια των Ενετών για λίγο περισσότερο από 16 χρόνια, καθώς στο τέλος του Πολέμου και με την υπογραφή της  Συνθήκης του Κάρλοβιτς τον Ιανουάριο του 1699, η Βενετία κατόρθωσε μεν να διατηρήσει την Πελοπόννησο και τη Λευκάδα, αλλά υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μεταξύ άλλων οχυρών θέσεων, την Πρέβεζα, τη Ναύπακτο και το Αντίρριο.

Β´ Οθωμανική Περίοδος (1701-1717)

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς, τον Ιανουάριο του 1699, καθόρισε την επιστροφή της περιοχής της Πρέβεζας στους Οθωμανούς και η διμερής Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, της 12 Ιουνίου 1700, επέλυσε τα θέματα συνόρων των περιοχών που θα περιέρχονταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης του Κάρλοβιτς, οι Οθωμανοί δεν μπορούσαν να οχυρώσουν τη θέση του ανατιναχθέντος κάστρου. Οχύρωσαν, όμως, πολύ σύντομα την Πρέβεζα κατασκευάζοντας, βορειότερα του κατεδαφισθέντος κάστρου της Μπούκας, ένα μεγάλο σε έκταση νέο κάστρο, το οποίο σε έγγραφα της εποχής εκείνης αναφέρεται ως «το κάστρο στο κυπαρίσσι» και το οποίο μετά από αρκετές αλλαγές και βελτιώσεις είναι το σημερινό κάστρο του αγίου Αντρέα. Το νέο αυτό οχυρό συνετέλεσε στη μετατόπιση του οικιστικού ιστού της Πρέβεζας βορειότερα, ώστε να βρίσκεται πιο κοντά στο νέο κάστρο.

Όταν η Πρέβεζα περιήλθε για δεύτερη φορά στους Οθωμανούς, 78 Πρεβεζάνικες οικογένειες ζήτησαν να μετοικήσουν στη βενετοκρατούμενη γειτονική Λευκάδα και με απόφαση του Ενετού γενικού προβλεπτή θαλάσσης Ντανιέλ Ντολφίν (Daniel Dolfin) 300 περίπου Πρεβεζάνοι πήραν γαίες και μετοίκησαν στο Καλλιγόνι και τη Βασιλική Λευκάδας.

Η δεύτερη Οθωμανική Περίοδος της Πρέβεζας διήρκεσε λίγο περισσότερο από 16 χρόνια, καθώς τον Οκτώβριο του 1717 ενετικές δυνάμεις κατέλαβαν το «κάστρο στο κυπαρίσσι» και εκδίωξαν τις οθωμανικές δυνάμεις από την Πρέβεζα.

Δεύτερη Ενετοκρατία (1717-1797)

Οι δυνάμεις του Ενετού ναυάρχου Αντρέα Πιζάνι (Andrea Pisani) κατέλαβαν το φρούριο της Πρέβεζας στις 22 Οκτωβρίου 1717. Η πόλη θα περιερχόταν και επίσημα στους Ενετούς μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Πασάροβιτς μεταξύ Αψβούργων, Βενετών και Οθωμανών, στις 21 Ιουλίου 1718, η οποία επισφράγισε τον τελευταίο Βενετοτουρκικό Πόλεμο. Ξεκίνησε, ἐτσι, η ογδοντάχρονη δεύτερη ενετοκρατία της Πρέβεζας, που θα αποδεικνυόταν περίοδος ανάπτυξης και ευημερίας. Πολλές Πρεβεζάνικες οικογένειες που είχαν εγκαταλείψει την πόλη το 1701 επέστρεψαν στην πατρώα τους γη.

Ακόμη, στην πόλη εγκαταστάθηκαν, επίσης, Χριστιανοί έποικοι από τον Μωριά, ο οποίος με τη λήξη του πολέμου περιήλθε στους Οθωμανούς, καθώς και από τη γειτονική Ακαρνανία. Η Βενετική διοίκηση αντάμειψε τους Έλληνες συμμάχους της οπλαρχηγούς με φέουδα στην περιοχή της Πρέβεζας. Μεταξύ αυτών ήταν οι οικογένειες των οπλαρχηγών Μπότσαρη από το Σούλι, Τσαβαλά, Διγώνη, Γερογιάννη, Καραβέλα, Τσουμάνη, Χάιδα ή Τριανταφύλλη, Σκέφερη, Τσαρλαμπά, Μαλτέζου, Παπαδόπουλου, κλπ.

Με την ενσωμάτωση της Πρέβεζας στο κράτος της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου έφθασαν στην πόλη Ενετοί αξιωματούχοι, στους οποίους ανατέθηκε η διοίκηση και η φύλαξη της περιφέρειας της Πρέβεζας. Οι αξιωματούχοι αυτοί καλούνταν να ασκήσουν καθήκοντα διοικητικά, διαχειριστικά αλλά και δικαστικά. Οι πράξεις τους διέπονταν από το βενετικό δίκαιο, παράλληλα όμως επιτρεπόταν στους κατακτημένους να διατηρήσουν και να χρησιμοποιούν τους προϋπάρχοντες στον τόπο κανόνες δικαίου. Η Διοίκηση αποτελούνταν από τον προβλεπτή και δύο συμβούλους του. Και οι τρεις ήταν Ενετοί, και εκλέγονταν από το «Μείζων Συμβούλιο» με διετή θητεία. Το τριμελές αυτό όργανο πλαισίωνε ένας γραμματέας και ένας αξιωματούχος υπεύθυνος για τον τοπικό ναύσταθμο. Αρωγοί στο έργο τους ήταν ο ταμίας της διοίκησης, ο οποίος εισέπραττε τα έσοδα από φόρους και οι γραφείς στις υπηρεσίες που ασχολούνταν με τις αστικές, ποινικές και οικονομικές υποθέσεις.

Την περίοδο αυτή ανεγέρθηκαν στην Πρέβεζα δέκα νέοι ιεροί ναοί. Πρόκειται για τους ναούς του Αγίου Νικολάου του Νέου, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Χαραλάμπους, της Παναγίας των ξένων, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, του Αγίου Αθανασίου, των Αγίων Αποστόλων, του Αγίου Ανδρέα και του Προφήτη Ηλία. Στα πρώτα χρόνια της περιόδου αυτής βελτιώθηκε αμυντικά το κάστρο του Αγίου Αντρέα και η έκτασή του μειώθηκε στη μισή περίπου της αρχικής. Την ίδια περίοδο δημιουργήθηκε ο λεγόμενος σήμερα Ενετικός Ελαιώνας, ο οποίος καταγράφεται να αριθμεί 4.000 ελαιόδενδρα και έτσι η έκτασή του να περιορίζεται σε 400 περίπου στρέμματα. Προς το τέλος της βενετοκρατίας της Πρέβεζας, το 1792, κτίστηκε ο πύργος του ρολογιού, δίπλα στον ναό του Αγίου Χαραλάμπους, και τοποθετήθηκε σε αυτόν βενετσιάνικος μηχανισμός ρολογιού και καμπάνα.

Γαλλοκρατία ενός έτους (1797-1798)

Η Πρέβεζα και οι υπόλοιπες Βενετικές κτήσεις θα περιέλθουν αυτοδικαίως στους Γάλλους, τον Μάιο του 1797, μετά την κατάλυση της Δημοκρατίας της Βενετίας από τον Ναπολέοντα Α΄. Στις 29 Ιουνίου 1797, αποβιβάζεται στη Κέρκυρα ο Γάλλος στρατηγός Ζεντιγί (Gentilli), με τα στρατεύματά του. Όλα τα Επτάνησα και οι παράλιες Ηπειρωτικές κτήσεις των Ενετών, μεταξύ των οποίων και η Πρέβεζα, τέθηκαν υπό τις διαταγές του και μετά την αναχώρησή του, τον Ιούλιο του 1797, υπό τις διαταγές του στρατηγού Σαμπώ (Chabot). Ο Γάλλος ταγματάρχης Ιωσήφ Γκες (Gues) ορίσθηκε διοικητής της Λευκάδας, στην οποία υπαγόταν και η Πρέβεζα. Οι Σουλιώτες της περιοχής, με υπόμνημά τους προς τον Γάλλο υποστράτηγο Ρόουζ (Rose), ζήτησαν να τεθούν υπό την προστασία τους.

Ο Μέγας Ναπολέων έστειλε ως πολιτικούς εκπροσώπους του στην Πρέβεζα τους επιφανείς Έλληνες της Κορσικής αδελφούς Στεφανόπολι. Ο στρατηγός Λα Σαλσέτ (La Salcette) με 280 Γάλλους Γρεναδιέρους στρατιώτες (κατ’ άλλη άποψη 700) φτάνει με πλοία, ειρηνικά, στην Πρέβεζα. Οι Πρεβεζάνοι υποδέχονται με χαρά τους Γάλλους και το Γαλλικό Ημερολόγιο υιοθετείται στα δημόσια έγγραφα της πόλης.

Η βραχύβια Γαλλική κατοχή της Πρέβεζας θα επισφραγιστεί το επόμενο έτος, 1798, με την άνιση σε αριθμό αντίπαλων δυνάμεων και αιματηρή Μάχη της Νικοπόλεως και τον επακόλουθο Χαλασμό της Πρέβεζας από τον Αλή Πασά Τεπελενλή. Στις 12/23 Οκτωβρίου 1798, δυνάμεις 7.000 έφιππων και πεζών Τουρκαλβανών επιτέθηκαν κατά της Γαλλικής Φρουράς της Πρέβεζας, που είχε οχυρωθεί στα ερείπια της αρχαίας Νικόπολης και αποτελούταν από 280 Γάλλους γρεναδιέρους, 60 Σουλιώτες πολεμιστές υπό τον καπετάν Χριστάκη και 200 Πρεβεζάνους πολιτοφύλακες. Η μάχη διήρκεσε ολόκληρη τη μέρα και περιγράφεται λεπτομερώς στα απομνημονεύματα του στρατηγού Λ. Α. Καμύ ντε Ρισμώντ (Louis Auguste Camus de Richemont), ο οποίος πήρε μέρος στη μάχη και τραυματίστηκε σοβαρά. Της Μάχης της Νικοπόλεως ακολούθησαν αψιμαχίες μέσα στην πόλη της Πρέβεζας, με σφαγές αμάχων και λεηλασίες, που έμειναν γνωστές στην ιστορία ως ο Χαλασμός της Πρέβεζας. Σημαντικός αριθμός Πρεβεζάνων σφαγιάστηκε λίγες ημέρες αργότερα στο τελωνείο της Σαλαώρας.

Α΄περίοδος Αλή πασά (1798-1800)

Μετά τη βίαιη κατάληψη της Πρέβεζας και τη γενική λεηλασία και εκδιώξεις του πληθυσμού της, που έμειναν γνωστά στην ιστορία ως ο Χαλασμός της Πρέβεζας, ο Αλή πασάς εγκατέστησε στην πόλη ευνοούμενούς του. Αναγκάστηκε, όμως, να εγκαταλείψει την πόλη μετά από ενάμισι περίπου χρόνο, τον Μάρτιο του 1800, σε υλοποίηση Ρωσοτουρκικής συνθήκης.

Η Συμπολιτεία του Ακρωτηρίου (1800-1806)

Με τη Ρωσοτουρκική Συνθήκη της 21ης Μαρτίου 1800 συστήθηκε αφενός μεν η Επτάνησος Πολιτεία, αφετέρου δε η «Συμπολιτεία των Ηπειρωτικών Πόλεων» (Πρέβεζας, Πάργας, Βόνιτσας και Βουθρωτού). Οι πόλεις αυτές, ως πρώην εξαρτήματα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας  απολάμβαναν προνομιακό καθεστώς μέχρι την κατάλυσή της, το 1797, και το 1800 αυτονομήθηκαν, σύμφωνα με τα άρθρα 8, 9 και 10 της παραπάνω Συνθήκης. Η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης επικυρώθηκε με σουλτανικό φιρμάνι την 21η Απριλίου 1800 και την 25η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους υπογράφηκε κοινή απόφαση των Ηπειρωτικών Πόλεων και της Επτανήσου Πολιτείας. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από τον εκπρόσωπο του σουλτάνου στη Συμπολιτεία των πόλεων, Αβδουλάχ μπέη, και αποτέλεσε τον Καταστατικό Χάρτη βάση του οποίου ασκήθηκε η διοίκηση στις πόλεις αυτές. Αποτέλεσμα της Συνθήκης αυτής ήταν η άριστη λειτουργία των τριών εξουσιών, Νομοθετικής, Εκτελεστικής και Δικαστικής, που συνιστούν και αποτελούν τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Η αυτοδιοίκηση των πόλεων αυτών είναι γνωστή και ως «Συμπολιτεία του Ακρωτηρίου» (Ακτίου), ή απλώς «Συμπολιτεία». Διοικούταν από Γερουσία (Κογκλάβιο) αποτελούμενη από εκπροσώπους των πόλεων της Συμπολιτείας. Πρωτεύουσά της ορίσθηκε η Πρέβεζα. Της εκτελεστικής εξουσίας προΐστατο ο εκπρόσωπος του σουλτάνου, Αβδουλάχ μπέης, ο οποίος διέμενε εκτός των ορίων της αυτονόμου Πρέβεζας, βόρεια αυτής.

Β΄περίοδος Αλή πασά (1806-1820)

H Μάχη της Νικόπολης και ο Χαλασμός της Πρέβεζας (1798) είναι η δεύτερη μεγάλη καταστροφή στην ιστορία της πόλης. Αυτή είναι η τελευταία τουρκική κατοχή που κράτησε μέχρι την απελευθέρωση του 1912 και κατά την οποία η Πρέβεζα γνώρισε περιόδους μεγάλης εξέλιξης και αύξησης του πληθυσμού της. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από έντονη οικοδομική δραστηριότητα οχυρωματικών και άλλων έργων από τον Αλή Πασά Τεπελενλή και το γιο του Βελή. Με την επανακατάληψη της Πρέβεζας το 1807, ο Αλή Πασάς, με έδρα τα Ιωάννινα, διόρισε Διοικητή τον Μπεκίρ Αγά, και αναφέρονται γι αυτόν εκτεταμένες δημεύσεις περιουσιών Χριστιανών Πρεβεζάνων και πολλές τρομοκρατικές ενέργειες. Πάντως τα κυριότερα οχυρωματικά και άλλα έργα που έγιναν επί Αλή Πασά στήν πόλη της Πρέβεζας είναι τα εξής:

  • Κάστρο Αγίου Γεωργίου. Βελτιώσεις και ολοκλήρωσή του. Έναρξη εργασιών το 1807.
  • Κάστρο Αγίου Ανδρέα, βελτιώσεις και ολοκλήρωσή του.
  • Κάστρο Παντοκράτορα
  • Θερινό Σεράι Πρέβεζας (Παλιοσάραγα). Κάηκε από τον Βελή Πασά το 1822
  • Οθωμανικά Λουτρά Αλή πασά. Διασώζονται μερικώς
  • Προμαχώνας Βρυσούλα

Γ´ Οθωμανική περίοδος (1820-1912)

Η περίοδος μετά το θάνατο του Αλή Πασά το 1822 μέχρι την απελευθέρωση του 1912 ονομάζεται Γ´ Οθωμανική περίοδος. Το έτος 1897 η Πρέβεζα αποτέλεσε θέατρο πολλών επιχειρήσεων του αποτυχημένου πολέμου του 1897 που έληξε άδοξα.

Η Πρέβεζα εντάσσεται στο Ελληνικό Κράτος (21 Οκτωβρίου 1912

Απελευθέρωση και Μεσοπόλεμος (1912-1940)

Στις 21 Οκτωβρίου 1912, μια ημέρα μετά τη μάχη της Νικόπολης, η Πρέβεζα παραδόθηκε de jure στον ελληνικό στρατό μετά από μεσολάβηση των προξένων της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Αυστρίας, υπό τον όρο να μην εισέλθουν στην πόλη σώματα ατάκτων. Η παράδοση έγινε στον ταγματάρχη του ελληνικού επιτελείου, Παναγιώτη Σπηλιάδη.

Ο ιστορικός πυρήνας (Ιστορικό Κέντρο) της πόλης, διαμορφώθηκε το 19ο αιώνα και διασώζει τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά της περιόδου εκείνης (πυκνός οικιστικός ιστός με στενούς δρόμους-καλντερίμια, Σεϊτάν Παζάρ, περιορισμένους κοινόχρηστους χώρους κλπ). Το υπόλοιπο πολεοδομικό συγκρότημα της πόλης είναι αποτέλεσμα διαδοχικών επεκτάσεων μετά το 1920. Η μεσοπολεμική περίοδος σφραγίσθηκε από την παρουσία του γνωστού ποιητή Κώστα Καρυωτάκη στην Πρέβεζα, και την αυτοκτονία του στη θέση Βαθύ Μαργαρώνας με πιστόλι το 1929. Ο Κώστας Καρυωτάκης έζησε στην Πρέβεζα μόλις 33 μέρες. Εργαζόταν στη Νομαρχία, σε κτίριο που δεν σώζεται (σημερινή οδός Σπηλιάδη 10), ενώ διέμενε σε οικία της οδού Δαρδανελίων στο Σεϊτάν Παζάρ, η οποία σώζεται.

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και Εμφύλιος Πόλεμος (1940-1949)

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 η Πρέβεζα δέχθηκε ανελέητους βομβαρδισμούς από Ιταλικά αεροπλάνα με σκοπό να εμποδίσουν τη μεταφορά εφοδίων από το λιμάνι προς τα Ελληνοαλβανικά σύνορα. Υπολογίζεται ότι έγιναν 92 περίπου αεροπορικές επιδρομές με πολλές καταρρεύσεις κτιρίων και αρκετούς νεκρούς. Το έτος 2016 έγιναν τα αποκαλυπτήρια μαρμάρινης επιγραφής με όλα τα ονόματα των φονευθέντων, έμπροσθεν του Φρουρίου Αγίου Ανδρέα. Ένα από τα κτίρια που κατέρρευσαν μερικώς είναι το Οθωμανικό Τζαμί Ιτς Καλέ, που λειτουργούσε ως Αρχαιολογικό Μουσείο Πρέβεζας. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών ναζί από την Πρέβεζα, τον Σεπτέμβριο 1944, οι αντίπαλες ανταρτικές δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ κατέλαβαν ταυτόχρονα την Πρέβεζα. Στα τέλη του μήνα ξέσπασε «πολυαίμακτη σύγκρουση που επισφραγίσθηκε με μαζικές εκτελέσεις μελών του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ από το εδεσίτικο τμήμα του Δ. Γαλάνη. Η κατάσταση σταθεροποιήθηκε μετά την αποχώρηση των ελασίτικων τμημάτων».

Η μεταπολεμική Πρέβεζα

Η μεταπολεμική Πρέβεζα χαρακτηρίζεται από σταδιακή παρακμή αφ’ ενός μεν γιατί η αστική τάξη έφυγε στην Αθήνα ή στο εξωτερικό, και αφ’ ετέρου γιατί το λιμάνι έπεσε σε παρακμή λόγω της κατασκευής οδικού δικτύου. Η ανάκαμψη ήρθε επί Δικτατορίας των Συνταγματαρχών οπότε έγιναν σημαντικότατα έργα ανάπτυξης όπως επαρχιακή οδός Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας, Ναυτικές Σχολές Πρέβεζας, Νοσοκομείο Πρέβεζας, Λιμάνι Πρέβεζας, Κλωστήρια Πρέβεζας, Γυμνάσια, Λύκεια, Σχολεία, κλπ. Μετά το 1983 η Πρέβεζα εντάχθηκε στον ενιαίο πολεοδομικό σχεδιασμό (Ε.Π.Α.). Σήμερα η πόλη διαθέτει πλήρη κοινωνική και τεχνική υποδομή και λειτουργίες Νομαρχιακού και Περιφερειακού επιπέδου: Διοίκηση, Νοσοκομείο, Εκπαίδευση και λοιπή κοινωνική υποδομή, αθλητικές εγκαταστάσεις, κεντρικές λειτουργίες πόλης, Λιμεναρχείο, Τελωνείο κλπ. Σε επίπεδο παραγωγικής υποδομής αναφέρουμε τη Βιομηχανική Ζώνη Πρέβεζας, περιοχή στην περιφέρεια της πόλης, καθώς και τις μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας και ιχθυογένεσης στον Αμβρακικό. Σημαντικός παράγων οικονομίας της πόλης είναι τα Θερμοκήπια Πρέβεζας, με κύριο προϊόν τη ντομάτα και άλλα οπωροκηπευτικά. Στη μεταφορική υποδομή σημαντική είναι η ύπαρξη του Λιμανιού και της Μαρίνας, το Διεθνές Αεροδρόμιο του Ακτίου σε απόσταση 8 χιλιομέτρων περίπου και της έδρας ΚΤΕΛ για τα λεωφορεία του Νομού. Μεγάλο άλμα για τη σύνδεση της Πρέβεζας με την υπόλοιπη Ελλάδα έγινε αφ’ ενός μεν με την  Υποθαλάσσια σήραγγα Πρέβεζας – Ακτίου (2003) και αργότερα με την αποπεράτωση της Εγνατίας Οδού.

https://el.wikipedia.org/Πρέβεζα

Ο Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ (1874-1965)

Ο Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ (Sir Winston Leonard Spencer-Churchill, 30 Νοεμβρίου 1874 – 24 Ιανουαρίου 1965) ήταν Βρετανός πολιτικός, στρατιωτικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας, πρωθυπουργός της χώρας του, κατά τις περιόδους 1940-45 και 1951-55. Ηγέτης της Μεγάλης Βρετανίας από την άνοιξη του 1940 έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, ήταν ένας από τους αρχιτέκτονες της συμμαχικής νίκης γι’ αυτό και ονομάστηκε «Πατέρας της νίκης», καθώς συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του καθεστώτος των διεθνών συσχετισμών κατά την μεταπολεμική περίοδο.

Ο Σερ Ουίνστον Λέοναρντ Σπένσερ-Τσώρτσιλ
Ο Σερ Ουίνστον Λέοναρντ Σπένσερ-Τσώρτσιλ

Ο Βίος του Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

Ο Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ γεννήθηκε στο Ανάκτορο Μπλενχάιμ της κομητείας της Οξφόρδης και ήταν γόνος εύπορης οικογένειας ευγενών, δευτερότοκος γιος του πολιτικού Ράντολφ Χένρυ Σπένσερ Τσώρτσιλ και της Αμερικανίδας Τζένης Τζέρομ (κόρης του Λέοναρντ Τζέρομ, τραπεζίτη και ιδιοκτήτη των New York Times). Σπούδασε αρχικά στη σχολή Χάρροου, όπου επέδειξε ενδιαφέρον για την αγγλική φιλολογία και την ιστορία και κατόπιν στη στρατιωτική ακαδημία. Αξιωματικός του ιππικού από το 1895, παρακολούθησε τον ίδιο χρόνο, ως στρατιωτικός παρατηρητής, τις επαναστατικές εξελίξεις στην Κούβα και το 1896 εντάχθηκε στα βρετανικά στρατεύματα των Ινδιών. Το 1898 εντάχθηκε στις βρετανικές δυνάμεις της Αιγύπτου και πήρε μέρος στις επιχειρήσεις ανακατάληψης του Σουδάν.Τις σχετικές στρατιωτικές εμπειρίες και εντυπώσεις του κατέγραψε στο βιβλίο του «Ο ποτάμιος πόλεμος» (The River war, 2 τ., 1989). Στη συνέχεια παραιτήθηκε από το στράτευμα και διεκδίκησε χωρίς επιτυχία βουλευτική έδρα στη περιφέρεια Όλνταμ (1899). Μετά την αποτυχία του αυτή προτίμησε να φύγει στη Νότια Αφρική, όπου είχε ξεσπάσει ο πόλεμος των Μπόερς και να αναλάβει και πάλι καθήκοντα πολεμικού ανταποκριτή της εφημερίδας Morning Post του Λονδίνου.

Το 1900 εκλέχτηκε για πρώτη φορά βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος (Τόρις) αρνούμενος να ταυτισθεί στη συνέχεια με πολλές από τις επιλογές των συντηρητικών κυβερνήσεων, όπως τις σχετικές με την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, τις αποικιακές ρυθμίσεις και κυρίως με το θεσμοθετούμενο σύστημα προστατευτικού δασμολογίου. Οι διαφωνίες του αυτές οδήγησαν στην αποχώρησή του από τη συντηρητική παράταξη (1904) και την ένταξή του στους Φιλελεύθερους με τους οποίους επανεξελέγη βουλευτής του 1906.

Η ιδεολογία του Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

Φανατικός αντίπαλος των εργατικών, αλλά και πολέμιος της πολιτικής του κατευνασμού απέναντι στον φασισμό και στον ναζισμό που ακολουθούσαν ο Στάνλεϊ Μπάλντουιν (1935-37) και ο Νέβιλ Τσάμπερλεν (1937-40) έμεινε για δέκα ολόκληρα χρόνια στην αντιπολίτευση, διαφωνώντας συχνά και με το ίδιο το κόμμα του, κατακρίνοντας σε λόγους και άρθρα του με ισχυρά επιχειρήματα κάθε συμβιβασμό με τις δικτατορικές ή ολοκληρωτικές σοσιαλιστικές ιδεολογίες.

Ο Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Τον Μάιο του 1940 διαδέχτηκε τον Νέβιλ Τσάμπερλεν στην αρχηγία μιας κυβέρνησης συνασπισμού.

Μετά την κατάρρευση και συνθηκολόγηση της Γαλλίας, η Βρετανία βρέθηκε πλέον μόνη της στον αγώνα ενάντια στη Ναζιστική Γερμανία. Ο Χίτλερ επεδίωκε έναν συμβιβασμό ή συμφωνία με τη Βρετανία έχοντας κατά νου την σχεδιαζόμενη επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Παρά ταύτα η στάση του Τσώρτσιλ ήταν αδιαπραγμάτευτη. Πριν ξεκινήσει η Μάχη της Αγγλίας, προέβη σε έναν ακόμη λόγο, έξοχο δείγμα της ρητορικής του δεινότητας, με σκοπό να ανυψώσει το ηθικό των Βρετανών.

Ανέλαβε πρωτοβουλία να ενισχύσει στο εσωτερικό το πνεύμα της αντίστασης, παρά τις δυσμενείς εξελίξεις των πρώτων μηνών του πολέμου, και στο εξωτερικό να προκαλέσει την επέμβαση των ΗΠΑ στον πόλεμο (την οποία θεωρούσε καθοριστική) και να πετύχει τη συμμαχία της Σοβιετικής Ένωσης.

Μεταξύ 1941 και 1945 ο Ουίνστον Τσώρτσιλ διέσχισε τον Ατλαντικό πέντε φορές για να συσκεφθεί με τον πρόεδρο των Η.Π.Α. Φραγκλίνο Ρούζβελτ. Μετέβη δύο φορές στη Μόσχα, όπου συναντήθηκε με τον  Ιωσήφ Στάλιν το 1942 και τον Οκτώβριο του 1944, όταν έγινε η περίφημη διανομή, η οποία βάρυνε καθοριστικά στον καθορισμό της μεταπολεμικής τύχης της Ελλάδας και των άλλων βαλκανικών χωρών. Ακόμα μετέβη το 1943 στο Κάιρο και την Τεχεράνη  για τις αντίστοιχες διασκέψεις, στη Ρώμη το 1944 όπου συναντήθηκε με τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο και τον  Πάπα Πίο ΙΒ΄, στη Διάσκεψη της Γιάλτας τον Φεβρουάριο του 1945  για τη διαβόητη συμφωνία μεταξύ Ρούζβελτ-Τσόρτσιλ και Στάλιν, ενώ αρκετές φορές επισκέφθηκε το δυτικό μέτωπο και τον Ιούλιο του 1945 το Πότσδαμ για την τριμερή Διάσκεψη του Πότσδαμ με τον Χάρυ Τρούμαν και τον Στάλιν.

Με τους χειρισμούς του υπήρξε έτσι από τους καθοριστικότερους παράγοντες στην τελική νίκη των Συμμάχων, ενώ καθιέρωσε και τον χαιρετισμό της νίκης με τα δύο δάχτυλα (V). Δεν υπήρξε γεγονός στο οποίο να μην ήταν πρωταγωνιστής. Οι θέσεις του στηριζόμενες στην ρεαλιστική αναγνώριση και κοινή αποδοχή μεταξύ των πρωταγωνιστών νικητών των σφαιρών επιρροής, αποδείχθηκαν παράγοντες μιας μακροχρόνιας, αν και τεταμένης, ειρήνης μετά το τέλος του πολέμου.

Η βρετανική εξωτερική πολιτική τον έφεραν με τεθωρακισμένο όχημα από το Φάληρο στην Αθήνα, τα Χριστούγεννα του 1944, ενώ μαίνονταν οι μάχες των κυβερνητικών και των βρετανικών δυνάμεων με τον ΕΛΑΣ  στα Δεκεμβριανά. Στην Αθήνα ο Τσόρτσιλ, σε σύσκεψη της ηγεσίας μεγάλης μερίδας του ελληνικού πολιτικού φάσματος, του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού συμπεριλαμβανομένου -και παρουσία των πρεσβευτών Η.Π.Α., Ε.Σ.Σ.Δ. και Γαλλίας- δεν άφησε αμφιβολίες για το ότι η Μεγάλη Βρετανία είχε τον πρώτο λόγο στα ελληνικά πολιτικά πράγματα.

Η μεταπολεμική πολιτική του Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

Ουίνστον Τσώρτσιλ, Ρούσβελτ και Στάλιν στην Διάσκεψη της Γιάλτας όπου συναποφασίστηκε η κατανομή των μεταπολεμικών «σφαιρών επιρροής» (Συμφωνία των ποσοστών), Φεβρουάριος 1945.
Ουίνστον Τσώρτσιλ,  Ρούσβελτ και Στάλιν  στην Διάσκεψη της Γιάλτας

Μεταπολεμικά εξεδήλωσε την πλήρη αντίθεσή του στις πολιτικές επιλογές της Σοβιετικής Ένωσης και το 1946 πρώτος αυτός χρησιμοποίησε τον όρο «Σιδηρούν παραπέτασμα».

Από την αρχή του μεταπολέμου, ο Τσώρτσιλ υποστήριξε το σχηματισμό ενωμένης Ευρώπης, η οποία δεν θα μπορούσε να συγκροτηθεί χωρίς την οικονομική βοήθεια των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και τη συμμετοχή της Γερμανίας. Ο Τσώρτσιλ, με διακοπή μερικών ετών, παρέμεινε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας έως τον Απρίλιο του 1955. Δεν παρέλειψε μάλιστα να γράψει τα περίφημα απομνημονεύματά του από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα οποία άρχισαν να δημοσιεύονται το 1948  και του απέφεραν το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1953.

Το τέλος του Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

Τα βαθιά του γεράματα ο Τσώρτσιλ, πάντοτε σεβαστός και τιμώμενος, τα πέρασε ήσυχα πλάι στη σύζυγό του Κλημεντίνη, ζωγραφίζοντας. Πέθανε στις 24 Ιανουαρίου του 1965, σε ηλικία 91 ετών. Κηδεύτηκε στις 30 Ιανουαρίου, στο Λονδίνο, από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου. Η σορός έφτασε εκεί από το Ουεστμίνστερ Χολ, όπου είχε εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα. Της νεκρικής πομπής -την οποία παρακολούθησαν χιλιάδες Βρετανοί- ηγήθηκαν δεκατρείς βετεράνοι της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας (RAF), οι οποίοι είχαν αντιμετωπίσει τα γερμανικά σμήνη στη Μάχη της Αγγλίας. Μετά την τελετή, η σορός φέρθηκε μέχρι τον Τάμεση και από εκεί με ατμάκατο στην προκυμαία κοντά στο σταθμό του Βατερλό, απ’ όπου αμαξοστοιχία τη μετέφερε στο Μπλέιντον, προκειμένου να ταφεί, σε στενό κύκλο στον οικογενειακό τάφο των Μάλμπορο.

Χαρακτηριστικές φράσεις του Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

Ο Τσώρτσιλ ήταν δυναμικός ομιλητής και είχε την ικανότητα να εκφράζεται με εύστοχο και καίριο τρόπο, αποφεύγοντας τη φλυαρία. Μερικά από τα λόγια του έμειναν στην ιστορία, με χαρακτηριστικότερα τα ακόλουθα:

  • «Ποτέ στο παρελθόν στο πεδίο τής μάχης δεν οφείλονταν τόσα πολλά από τόσους πολλούς σε τόσους λίγους» (για τη γενναιότητα των Βρετανών πιλότων στη Μάχη της Αγγλίας, από ομιλία στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 20 Αυγούστου 1940)
  • «Δώστε μας τα εργαλεία και θα τελειώσουμε τη δουλειά» (μήνυμα στον Αμερικανό πρόεδρο Ρούζβελτ, από ραδιοφωνική εκπομπή στις 9 Φεβρουαρίου 1945)
  • «Ένα σιδηρούν παραπέτασμα έχει πέσει κατά μήκος της Ευρώπης» (για τις περιοχές υπό ρωσική κατοχή και κατόπιν κομμουνιστική επιρροή, από τηλεγράφημα στον Αμερικανό πρόεδρο Τρούμαν στις 12 Μαΐου 1945)
  • «Έχει λεχθεί ότι η δημοκρατία είναι το χειρότερο πολίτευμα, αν εξαιρέσουμε όλες τις άλλες μορφές πολιτεύματος που έχουν επίσης δοκιμαστεί» (από ομιλία στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 11 Νοεμβρίου 1947)
  • «Προτιμώ να θεωρηθώ ανεύθυνος και να έχω δίκιο παρά υπεύθυνος και να έχω άδικο» (από ραδιοφωνική εκπομπή στις 26 Αυγούστου 1950)
  • «Στο εξής δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες» (σχετικά με την σθεναρή άμυνα που προέβαλε ο ελληνικός στρατός στην Ιταλική εαρινή επίθεση).

Ο συγγραφέας Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

Ανέπτυξε αξιόλογη ιστοριογραφική δραστηριότητα εκδίδοντας αρκετά βιβλία μεταξύ των οποίων:

  • Η παγκόσμια κρίση του 1916-18 (The World Crisis, 4τ., 1922-29) που αναφέρεται στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
  • Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου (1930)
  • Το Ανατολικό μέτωπο (The Eastern Front), 1931,
  • Μάρλμπορο, η ζωή και η εποχή του (Marlborough, his Life and Times) 4τ. (1933-38)
  • Οι μεγάλοι σύγχρονοι (Great Contemporaries), 1937
  • Θρίαμβος και τραγωδία (Triumph and Tragedy), 1938
  • Η ιστορία των αγγλόφωνων λαών (History of the English-Speaking Peoples), 1956-58

Το 1953 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας για το πεντάτομο έργου «Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος», που δημoσιεύτηκε από το 1948 έως το 1951.

Κατάλογος πολιτικών αξιωμάτων του Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ

  • Βουλευτής 1900-1922, 1924-1964
  • Υφυπουργός Αποικιών 1905-1908
  • Υπουργός Εμπορείου 1908-1910
  • Υπουργός Εσωτερικών 1910-1911
  • Υπουργός Ναυτικού 1911-1915
  • Καγκελάριος του Δουκάτου του Λάνκαστερ (Υπουργός Εισοδήματος) 1915
  • Υπουργός Πυρομαχικών 1917-1919
  • Υπουργός Πολέμου 1919-1921
  • Υπουργός Αεροπορίας 1919-1921
  • Υπουργός Αποικιών 1921-1922
  • Μέγας Θησαυροφύλακας 1924-1929
  • Υπουργός Ναυτικού 1939-1940
  • Ηγέτης της Συμπολίτευσης στη Βουλή των Κοινοτήτων 1940-1942
  • Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου 1940-1945
  • Υπουργός Άμυνας 1940-1945
  • Ηγέτης της Αντιπολίτευσης στη Βουλή των Κοινοτήτων 1945-1951
  • Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου 1951-1955
  • Υπουργός Άμυνας 1951-1952

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Ουίνστον_Τσώρτσιλ

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (1882-1960)

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (καπετάν Νικηφόρος στον Μακεδονικό Αγώνα) (30 Νοεμβρίου 1882 – 7 Δεκεμβρίου 1960) ήταν Έλληνας ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, που συμμετείχε σε εθνικούς αγώνες, πολιτεύτηκε, και έγινε υπουργός.

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (δεξιά), με τον Τέλλο Άγρα (κέντρο) και τον καπετάνιο Κάλα (Κωνσταντίνο Σάρρο, αριστερά), τον καιρό του Μακεδονικού Αγώνα
Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (δεξιά), με τον Τέλλο Άγρα (κέντρο) και τον καπετάνιο Κάλα (Κωνσταντίνο Σάρρο, αριστερά), τον καιρό του Μακεδονικού Αγώνα

Ο Βίος του Ιωάννη Δεμέστιχα

Ο Ιωάννης Δεμέστιχας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 1882. Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το Σεπτέμβρη του 1896, και αποφοίτησε τον Ιούλιο του 1900 με το βαθμό του Σημαιοφόρου. Στις 6 Μαΐου 1905 προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο. Συμμετείχε στους Μεσοολυμπιακούς Αγώνες του 1906 στα 400 μ. στο στίβο. Αργότερα, συμμετείχε την περίοδο 1906-1907 στο Μακεδονικό Αγώνα με το ψευδώνυμο καπετάν Νικηφόρος, ηγούμενος ένοπλης αντάρτικης ομάδας στην περιοχή της Λίμνης των Γιαννιτσών.

Τον Αύγουστο του 1909 συμμετείχε στο επιτυχημένο Κίνημα στο Γουδί, και αργότερα ήταν από τους αρχηγούς στο αποτυχημένο κίνημα των πιο ριζοσπαστών νεότερων αξιωματικών, υπό τον Κωνσταντίνο Αλφονσάτο-Τυπάλδο. Προήχθη σε Υποπλοίαρχο Β΄ Τάξης στις 29 Μαρτίου 1910, περνώντας τα έτη 1910-1912 σε εκπαίδευση στο εξωτερικό. Με το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου τον Οκτώβριο 1912, του ανατέθηκε η διοίκηση μιας κανονιοφόρου, με την οποία συμμετείχε στις επιχειρήσεις στον Αμβρακικό Κόλπο, αλλά στις αρχές Νοεμβρίου του ίδιου έτους αποσπάστηκε στο Στόλο του Αιγαίου ως διοικητής ενός αποβατικού αποσπάσματος, με το οποίο πολέμησε στις μάχες για την κατάληψη των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Τραυματίστηκε κατά την απελευθέρωση της Χίου (11 Νοεμβρίου 1912), και αργότερα διορίστηκε στρατιωτικός κυβερνήτης της Τενέδου. Την 1η Ιανουαρίου 1913 προήχθη σε Υποπλοίαρχο Α΄ Τάξης.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, υπηρέτησε ως πλοίαρχος (καπετάνιος) του τορπιλοβόλου Αίγλη (1914–15), έχοντας προαχθεί στο βαθμό του Πλωτάρχη στις 20 Οκτωβρίου 1914. Κατόπιν έγινε πλοίαρχος (καπετάνιος) του αντιτορπιλικού Ασπίς (1915–17), καθώς και εκπαιδευτής στο μάθημα της ναυτικής μαθηματικής ανάλυσης στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων (1916–17). Στις 9 Μαΐου 1917, άφησε τη θέση του για να ενταχθεί στην Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης υπό τον  Ελευθέριο Βενιζέλο. Μετά την επιστροφή του Βενιζέλου στην Αθήνα και την ανάληψη της κυβέρνησης και πρωθυπουργίας τον Ιούνιο του 1917, ο Δεμέστιχας έγινε πλοίαρχος (καπετάνιος) κατά σειρά των αντιτορπιλικών Νίκη (1917–18) και Νέα Γενεά (1918–19), με τα οποία συμμετείχε στις ανθυποβρυχιακές επιχειρήσεις στην ανατολική  Μεσόγειο. Στις 26 Δεκεμβρίου 1917 προήχθη στο βαθμό του  Αντιπλοιάρχου.

Το 1919-20, έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας ως διοικητής του αντιτορπιλικού Λέων, αλλά μετά τη νίκη της αντιβενιζελικής και φιλοβασιλικής Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως  στις εκλογές της 1ης Νοέμβρη 1920 ετέθη σε διαθεσιμότητα. Μετά την ήττα στη Μικρά Ασία και την Επανάσταση της 11ης Σεπτεμβρίου 1922, στην οποία συμμετείχε ενεργά στην Αθήνα, ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία ως πλοίαρχος του θωρηκτού Κιλκίς, και κατόπιν ως στρατιωτικός διοικητής της νήσου Σάμου (1922-23). Στις 20 Δεκεμβρίου 1923 προήχθη σε Πλοίαρχο και ανέλαβε ακολούθως τη διοίκηση της Μοίρας Γυμνασίων του Πολεμικού Ναυτικού τη χρονιά 1923–24, και το 1924 έγινε διοικητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Κατά τη διάρκεια της αποκαλούμενης Απεργίας του Ναυτικού τον Ιούνιο του 1924, αποσύρθηκε από το στράτευμα οικειοθελώς, αλλά η απόφασή του αυτή ανακλήθηκε στις 21 Αυγούστου του ιδίου έτους.

Το 1926 ήταν πλοίαρχος του θωρηκτού Λήμνος και κατόπιν Γενικός Δ/ντης του Υπουργείου Ναυτικών, αργότερα Αρχηγός του ΓΕΝ το 1926-27 (περίοδοι 07/07/1926-03/10/1926 και 01/12/1926-17/02/1927), διοικητής της Ανωτέρας Διοίκησης Υποβρυχίων (1927–28), ξανά Γενικός Δ/ντης του Υπουργείου Ναυτικών (1928–29), Διοικητής Στόλου (1929–31), Γενικός Διοικητής του Ναυστάθμου Σαλαμίνας (1931–32), και ξανά Αρχηγός  ΓΕΝ το 1932–33 (10/12/1932-06/03/1933).

Στις 6 Μαρτίου 1933 έγινε μέλος της μεταβατικής στρατιωτικής κυβέρνησης υπό τον αντιστράτηγο Αλέξανδρο Οθωναίο, που κατέστειλε το κίνημα της 6ης Μαρτίου 1933. Διατήρησε τις θέσεις του Υπουργού Ναυτικών και του Υπουργού Αεροπορίας το διάστημα 6-9 Μαρτίου 1933. Μετά την αποτυχία του κινήματος του Πλαστήρα, ετέθη σε διαθεσιμότητα στις 11 Μαρτίου από την κυβέρνηση Τσαλδάρη, λόγω της συμμετοχής του σε αυτό. Στις 12 Σεπτέμβρη ετέθη σε άδεια επ΄ αόριστον, για να αποσυρθεί οριστικά στις 5 Φεβρουαρίου 1934 με το βαθμό του  Αρχιπλοιάρχου εν αποστρατεία. Την ίδια χρονιά υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Ναυτικού Ομίλου Ελλάδος.

Το 1935 πήρε μέρος στο Κίνημα της 1ης Μαρτίου. Πρωταγωνίστησε δε στην κατάληψη του Στόλου στη διάρκεια εκείνων των γεγονότων, και μετά την αποτυχία του κινήματος κατέφυγε στη Νάπολη. Δικάστηκε ερήμην και καταδικάστηκε σε θάνατο και στέρηση του βαθμού του, αλλά τον Ιούνιο του 1936 τού εδόθη χάρη και αποκαταστάθηκε στο βαθμό του.

Τον Απρίλιο 1943, μεσούσης της Κατοχής, κατέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου στις 17 Απριλίου εντάχθηκε στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση. Ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία, υπηρέτησε ως Γενικός Επιθεωρητής του Πολεμικού Ναυτικού (1943–45), προαχθείς σε Υποναύαρχο στις 17 Σεπτεμβρίου 1943 και Αντιναύαρχο στις 2 Νοεμβρίου 1943. Τον Απρίλιο του 1944 υπηρέτησε ως Υπουργός Εσωτερικών, Παιδείας, και Υφυπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας στη μικρής διάρκειας εξόριστη κυβέρνηση του Σοφοκλή Βενιζέλου.

Αποσύρθηκε ξανά τον Αύγουστο του 1945 ως Αντιναύαρχος ε.α., αλλά ανακλήθηκε στο διάστημα μεταξύ 30/10/1946 και 1/7/1947 οπότε και υπηρέτησε ως μέλος της επιτροπής επιλογής του προσωπικού για το μειωμένης σύνθεσης πολεμικό ναυτικό της ειρηνικής περιόδου. Τον Ιανουάριο του 1948 τού απονεμήθηκε ο Πολεμικός Σταυρός για το ρόλο του στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Απεβίωσε στο Μαρούσι στις 7 Δεκεμβρίου 1960 σε ηλικία 78 ετών.

Η υστεροφημία του Ιωάννη Δεμέστιχα

Προτομές του Δεμέστιχα έχουν ανεγερθεί στα Γιαννιτσά, και το χωριό καταγωγής της οικογένειάς του, τον Κότρωνα Μάνης. Ο Ιωάννης Δεμέστιχας αποτελεί κύριο χαρακτήρα στο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα Στα μυστικά του βάλτου του 1937, το οποίο πραγματεύεται το Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή των Γιαννιτσών.

https://el.wikipedia.org/wiki/Ιωάννης_Δεμέστιχας