Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης (1193-1254)

Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης (Διδυμότειχο, 1193 – Νυμφαίο Ιωνίας, 3 Νοεμβρίου 1254) ήταν ο δεύτερος Αυτοκράτορας της Νικαίας (1222-1254), διάδοχος και γαμπρός του Θεοδώρου Α’ Λάσκαρη. Συνετός κυβερνήτης και ικανός στρατιωτικός, υπήρξε συνεχιστής του έργου του προκατόχου του, επιτυγχάνοντας να υπερδιπλασιάσει τις κτήσεις που παρέλαβε και να ανορθώσει κοινωνικά και οικονομικά το κράτος, θέτοντας τις βάσεις για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Η τριανταδυάχρονη βασιλεία του χαρακτηρίζεται από συνεχή πρόοδο σε όλους τους τομείς της ζωής τής εξόριστης Αυτοκρατορίας. Αρκετά χρόνια μετά το θάνατό του αναγνωρίστηκε ως Άγιος με το όνομα Άγιος Ιωάννης Βατάτζης ο Ελεήμων.

Ο Ιωάννης Βατάτζης στέφεται από την Παναγία σε υπέρπυρον (χρυσό νόμισμα)
Ο Ιωάννης Βατάτζης στέφεται από την Παναγία σε υπέρπυρον (χρυσό νόμισμα)

Η καταγωγή του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης γεννήθηκε στο Διδυμότειχο  της Θράκης  το 1193. Παρόλο που από τα μέσα του 12ου αιώνα αρκετές επιφανείς προσωπικότητες του Βυζαντίου (κυρίως στρατιωτικοί) φέρουν το επώνυμο Βατάτζης, δεν μπορεί να ανασυντεθεί με ακρίβεια το γενεαλογικό του δένδρο. Κάποιες πηγές τον θέλουν γιο του στρατηγού Βασιλείου Βατάτζη και κάποιας ανεψιάς των αυτοκρατόρων Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου και Αλεξίου Γ’ Αγγέλου, της οποίας το όνομα δεν μας διασώζεται. Αλλού πάλι φέρεται ως εγγονός του Κωνσταντίνου Βατάτζη, στρατοπεδάρχη του Μανουήλ Α’ Κομνηνού (1148). Όλες αυτές οι πληροφορίες ελέγχονται για την ακρίβειά τους, καθώς προέρχονται, κατά ένα μεγάλο μέρος, από συναξάρια που γράφτηκαν αρκετούς αιώνες μετά την εποχή του και σε πολλές περιπτώσεις συγχέουν τον βίο του Ιωάννη Γ’ με γεγονότα, που συνέβησαν κατά τη βασιλεία του Θεοδώρου Α’ Λάσκαρη. Πάντως, είχε προγόνους και στη περιφανή οικογένεια των Δουκών, ενώ αδελφός του ήταν ο περίφημος σεβαστοκράτωρ Ισαάκιος Δούκας.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας βρέθηκε στην Νίκαια Βιθυνίας, προφανώς ακολουθώντας το ρεύμα μετανάστευσης από τις λατινοκρατούμενες, προς τις υπό βυζαντινό έλεγχο, περιοχές. Εκεί οι αρετές του, αλλά και η ευγενική του καταγωγή εκτιμήθηκαν από τον Θεόδωρο Α’, ο οποίος τίμησε τον νεαρό Ιωάννη με το αξίωμα του πρωτοβεστιάριου (επικεφαλής του πρώτου τμήματος της αυτοκρατορικής φρουράς). Τέλος, ελλείψει άρρενος διαδόχου, ο Θεόδωρος Α’ επέλεξε τον Ιωάννη ως διάδοχό του δίδοντάς του την κόρη του Ειρήνη ως σύζυγό του.

Συνωμοσίες και πρώτες κατακτήσεις

Η άνοδος του Ιωάννη Γ’ στον θρόνο της Νικαίας δεν βρήκε σύμφωνους τους αδελφούς τού Θεοδώρου, τους Ισαάκιο και Αλέξιο Λάσκαρη. Δυσαρεστημένοι, κατέφυγαν στην αυλή του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Ροβέρτου Β’ του Κουρτεναί, ζητώντας βοήθεια για την ανατροπή του Ιωάννη Γ’. Μάλιστα προς επισφράγιση της συμμαχίας τους, τού πρόσφεραν το χέρι της ανιψιάς τους, Ευδοκίας, κόρης του Θεοδώρου, την οποία είχαν απαγάγει και φέρει μαζί τους στην Κωνσταντινούπολη. Το συνοικέσιο μάλλον δεν ευοδώθηκε, αλλά ο Ροβέρτος Β’ βοήθησε τους αδελφούς Λάσκαρη να στρατολογήσουν μισθοφόρους, όπως επίσης και προσφέροντάς τους στρατό.

Οι εχθροπραξίες ξεκίνησαν στις αρχές του 1223, όταν ο φραγκικός στρατός των Λασκαριδών διεκπεραιώθηκε στην Βιθυνία. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στο Ποιμανηνό το επόμενο έτος, όπου ο στρατός του Βατάτζη, με τον ίδιο επικεφαλής, συνέτριψε τους αντιπάλους. Πρόκειται για μεγάλης σπουδαιότητας νίκη: οι Φράγκοι  έχασαν τις περισσότερες μικρασιατικές κτήσεις τους, προς όφελος της Νικαίας, εξαιρουμένων των παράλιων απέναντι από την Πόλη και την Νικομήδεια, η δε εξασθένισή τους, λόγω της καταστροφής μεγάλου τμήματος του στρατού τους, έκανε τον Ιωάννη Γ’ ακόμη τολμηρότερο. Πράγματι ο Αυτοκράτορας της Νίκαιας μετέφερε τον πόλεμο στα ευρωπαϊκά λατινοκρατούμενα εδάφη καθώς και στα απέναντι των παράλιων της Μικράς Ασίας νησιά του Αιγαίου. Με τη βοήθεια στόλου που ναυπηγήθηκε κοντά στην Λάμψακο (από όπου εξεδιώχθησαν οι Ενετοί), τα στρατεύματα του Βατάτζη διέσχισαν τον Ελλήσποντο και κυρίευσαν αρκετές πόλεις της Θράκης, ενώ οι Λατίνοι περιορίστηκαν πίσω από τα τείχη της Πόλης, μη δυνάμενοι να υπερασπίσουν τις κτήσεις τους. Από τα νησιά του Αιγαίου ανακτήθηκαν η Χίος, η Λέσβος, η Σάμος, η Ικαρία, η Κως και άλλα μικρότερα. Το σημαντικό νησί της Ρόδου, καθώς και άλλα των Δωδεκανήσων, εκυβερνάτο από τον βυζαντινό άρχοντα Λέοντα Γαβαλά, ο οποίος, κατόπιν αρκετών αμφίρροπων εχθροπραξιών, δέχτηκε εν τέλει την επικυριαρχία του Βατάτζη (1233).

Ενώ όμως όλα έβαιναν καλώς για το κράτος της Νίκαιας, και ενώ ο Ιωάννης Γ’ είχε ξεκινήσει τη βασιλεία του με τόσο καλούς οιωνούς, άρχισε να εξυφαίνεται στην Νίκαια συνωμοσία κατά του Αυτοκράτορα. Επικεφαλής των συνωμοτών, που θέλησαν να εκμεταλλευτούν την απουσία του Αυτοκράτορα, ήταν ο εξάδελφος και στενός συνεργάτης του, Ανδρόνικος Νεστόγγος. Ο Ιωάννης Γ’ όμως πληροφορήθηκε εγκαίρως τα περί συνωμοσίας και εγκαταλείποντας τις επιχειρήσεις, επέστρεψε ταχέως στην Νίκαια, σώζοντας έτσι τον θρόνο του. Ωστόσο μέχρι το 1235 δεν επιχείρησε να ηγηθεί προσωπικά στρατιωτικών επιχειρήσεων για την επέκταση των συνόρων, έχοντας ως πρώτιστο σκοπό την εδραίωση της θέσης του και την ρύθμιση εσωτερικών ζητημάτων.

Η εσωτερική πολιτική του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Σπουδαίο έργο επιτέλεσε ο Βατάτζης και ως προς την εσωτερική αναδιοργάνωση της χώρας, σε όλα τα επίπεδα. Ακολουθώντας ένα πρόγραμμα οικονομικής ανόρθωσης, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ευημερία των υπηκόων του και κυρίως των χαμηλών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Αναζωογονήθηκαν η γεωργία και η κτηνοτροφία, το εμπόριο γνώρισε σπουδαία άνθηση, ενώ παράλληλα υπήρξε ιδιαίτερα αυστηρός απέναντι στις καταχρήσεις και σπατάλες, που παρατηρούντο από την μεριά της διοίκησης. Έτσι μπόρεσε να εφαρμόσει πολιτική ελαφριάς φορολογίας, χωρίς να παρατηρηθεί ποτέ έλλειψη οικονομικών πόρων. Περιόρισε τις εισαγωγές ειδών πολυτελείας και με το προσωπικό του παράδειγμα προέτρεψε τον λαό να αποφεύγει την πολυτέλεια και τη χλιδή χάριν της λιτότητας. Αναφέρεται ότι επέπληξε τον γιο και διάδοχό του, όταν κάποια μέρα τον είδε ντυμένο με ακριβά ενδύματα.

Στην ιστορία έμεινε το «ωάτον» στέμμα που πρόσφερε στην γυναίκα του. Επρόκειτο για ένα στέμμα κατασκευασμένο από μαργαριτάρια, το οποίο χρηματοδοτήθηκε αποκλειστικά από τις πωλήσεις αυγών του κτήματός του. Με αυτόν τον τρόπο ήθελε να δείξει, πού μπορεί να φτάσει κάποιος με συνετή και συνεπή διαχείριση. Μάλιστα αναφέρεται, ότι ασχολείτο και ο ίδιος με αγροτικές εργασίες στα κτήματά του, όταν του το επέτρεπαν οι κρατικές υποθέσεις.

Η μείωση των εισαγωγών ακολουθήθηκε από αύξηση των εξαγωγών. Ειδικά μετά την επιδρομή των Μογγόλων, το κατεστραμμένο Σουλτανάτο του Ικονίου εισήγαγε από την Νίκαια είδη διατροφής έναντι χρυσού, ακριβών υφασμάτων και άλλων πολυτελών ειδών.

Σπουδαία άνθηση, επίσης, γνώρισαν τα γράμματα και οι τέχνες. Ο Αυτοκράτορας έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την παιδεία και τις επιστήμες. Σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης και ο μοναχός και λόγιος Νικηφόρος Βλεμμύδης, έδρασαν την εποχή εκείνη στην Νίκαια. Ακόμη, με ειδική μέριμνα του Ιωάννη Γ’ και της πρώτης συζύγου του, ιδρύθηκαν μοναστήρια, ναοί, νοσοκομεία και άλλα φιλανθρωπικά ιδρύματα.

Όλα αυτά διασφαλίστηκαν με την ισχυρή φρούρηση των συνόρων, που επετεύχθη με μια σειρά αποτελεσματικών μέτρων, τα οποία ελήφθησαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Συγκεκριμένα χτίστηκαν ή/και επανδρώθηκαν ισχυρά φρούρια κατά μήκος των συνόρων και χορηγήθηκαν ατέλειες και πρόνοιες σε συνοριακούς πληθυσμούς. Ουσιαστικά αναβίωσε ο θεσμός των ακριτών, χάρη στην επανίδρυση των στρατιωτικών αγροκτημάτων. Η άμυνα και προστασία των συνόρων ήταν αποτελεσματική όσο λίγες φορές, ακόμη και εναντίον των αεικίνητων τουρκομανικών φυλών, που ζούσαν στις παρυφές της βυζαντινο-σελτζουκικής μεθορίου και από τις οποίες η Μικρά Ασία υπέφερε από τα μέσα σχεδόν του 11ου αιώνα

Η οικογένεια του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Ο Ιωάννης Γ’ νυμφεύτηκε πρώτα το 1212 την Ειρήνη Λασκαρίνα, κόρη του Θεοδώρου Α’ Αυτοκράτορα των Ρωμαίων στη Νίκαια. Μαζί της απέκτησε ένα γιο, τον διάδοχό του: Θεόδωρος Β’ Λάσκαρης Βατάτζης.

Η Ειρήνη κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού, έπεσε από το άλογό της και τραυματίστηκε άσχημα με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να τεκνοποιήσει έκτοτε. Απεβίωσε το 1239, αφού πρώτα είχε αποσυρθεί σε ιερά μονή με το όνομα Ευγενία.

Το 1245 ο Ιωάννης Γ’ έκανε δεύτερο γάμο με την Κωνσταντία (Κονστάνς, Κωνστάντζα) Χοενστάουφεν, νόθη κόρη του Φρειδερίκου Β’ βασιλιά της Γερμανίας, η οποία άλλαξε το όνομά της σε Άννα. Δεν απέκτησαν παιδιά.

Επίσης συνήψε σχέση με μία γυναίκα από την ακολουθία της (Κωνσταντίας) Άννας, που οι βυζαντινές πηγές αποκαλούν «Μαρκεσίνα» (ίσως από τον τίτλο της μαρκησίας που πιθανώς έφερε). Η επιρροή αυτής της γυναίκας επάνω στον Αυτοκράτορα ήταν μεγάλη για ένα διάστημα. Αυτό είχε ως συνέπεια η «Μαρκεσίνα» να συμπεριφέρεται υπεροπτικά και αλαζονικά. Εξαιτίας της στάσης αυτής, αλλά και της δυτικής καταγωγής της, δεν άργησε να τραβήξει επάνω της τα πυρά της κοινής γνώμης, ο δε Ν. Βλεμμύδης καταφερόταν ανοικτά εναντίον της με βαρείς χαρακτηρισμούς. Όταν δε απαγόρευσε την παραμονή εκείνης και της συνοδείας της στην μονή, όπου ήταν ηγούμενος, η «Μαρκεσίνα» ζήτησε την παραδειγματική τιμωρία τού λόγιου ιερομόναχου. Ο Ιωάννης Γ’ όμως, μετανιωμένος για την παράνομη αυτή σχέση, αρνήθηκε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια. Από τότε, η επιρροή της «Μαρκεσίνας» άρχισε να εξασθενεί.

Το τέλος του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης απεβίωσε στις 3 Νοεμβρίου του 1254 στο Νυμφαίο Μικράς Ασίας και ενταφιάστηκε με μεγάλες τιμές και λαϊκό πένθος στην Μονή Σωσάνδρων, που ο ίδιος είχε κτίσει προς τιμήν της Παναγίας. Έπασχε από επιληψία, που με τον καιρό εκδηλωνόταν όλο και πιο έντονα. Ωστόσο η βασιλεία του υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένη και η δράση του υμνείται ομόφωνα από όλους τους ιστορικούς, σύγχρονους ή μεταγενέστερους, κάτι εξαιρετικά σπάνιο στην Ιστορία. Υπήρξε πολύ αγαπητός στον λαό του.

Αποτίμηση του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης υπήρξε, κατά κοινή ομολογία όλων των ιστορικών, ένας από τους μεγαλύτερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Στην περίπτωσή του επαληθεύεται η ρήση του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, του τελευταίου Αυτοκράτορα, ο οποίος απευθυνόμενος προς τον αδελφό του, Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο, είπε τα εξής: «Από την ιστορία μας έχουμε το δίδαγμα πως όσο κυβερνούσαν βασιλιάδες στρατιώτες, η Ρωμανία δοξαζόταν, ενώ μόλις έπαιρναν την αρχή οι ευνούχοι, το κράτος διαλυόταν». Ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης ανήκει στην πρώτη κατηγορία, μόνο που δεν τον διέκρινε η ιμπεριαλιστική νοοτροπία και η επιθυμία για αποκόμιση πλούτου και δόξας. Αντίθετα, πρώτιστο μέλημα του Ιωάννου ήταν ο λαός του. Γι’ αυτό έμεινε στην ιστορία γνωστός ως ο πατέρας των Ρωμαίων.

Τα επιτεύγματά του μπορούν να εκτιμηθούν καλύτερα, εάν ληφθεί υπόψιν το ιστορικό πλαίσιο, εντός του οποίου έδρασε. Ο Βυζαντινός κόσμος, μετά το 1204, βρισκόταν σε πλήρη αποσύνθεση, με τοπικιστικά και αυτονομιστικά κινήματα να διαδέχονται το ένα το άλλο. Οι ιταλικές δημοκρατίες μονοπωλούσαν το εμπόριο της ανατολικής Μεσογείου, ενώ παράλληλα αποτελούσαν σημαντικό αποσταθεροποιητικό παράγοντα, εξαιτίας των πειρατικών επιχειρήσεων στις οποίες επιδιδόταν. Τα Βαλκάνια ήταν κατακερματισμένα μεταξύ Σλάβων, Βυζαντινών και Φράγκων, που πολεμούσαν αδιάκοπα μεταξύ τους. Παρόμοια κατάσταση επικρατούσε και στην Μικρά Ασία με τις τουρκομανικές φυλές να αποτελούν μόνιμο κίνδυνο για κάθε οργανωμένη κοινωνία (ακόμα και για τους ομοφύλους τους Σελτζούκους). Η εμφάνιση των Μογγόλων έκανε την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη και πολύπλοκη, αν και τελικά απέβη θετική για το κράτος της Νίκαιας. Τέλος, μολονότι η Λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης γρήγορα έπαψε να παίρνει επιθετικές πρωτοβουλίες, αποτελούσε πάντα μια δυνητική αιτία μίας ακόμη σταυροφορίας, την οποία οι πάπες εκείνη της περιόδου ήταν πρόθυμοι να κηρύξουν.

Η αυτοκρατορία της Νίκαιας το 1254, έτος θανάτου του Ιωάννη Γ'.
Η αυτοκρατορία της Νίκαιας το 1254, έτος θανάτου του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Μέσα σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό και ιστορικό πλαίσιο, ο Ιωάννης Γ’ κατάφερε να υπερδιπλασιάσει τις κτήσεις του κράτους του με μακρόχρονους και πολυμέτωπους αγώνες σε Μ. Ασία, Βαλκάνια και Αιγαίο. Οι αγώνες αυτοί τροφοδοτήθηκαν από μια στιβαρή και ανθούσα οικονομία, που ήταν το αποτέλεσμα συνετής και συνεπούς εσωτερικής πολιτικής. Δεν συμμεριζόταν την οπτική της κωνσταντινουπολίτικης αριστοκρατίας, η οποία ήθελε το κράτος της Νίκαιας ως απλό μέσο για την επάνοδο στην Βασιλεύουσα. Η οπτική αυτή είχε δημιουργήσει προστριβές μεταξύ των αριστοκρατών προσφύγων από την Πόλη και των ντόπιων μικρασιατικών πληθυσμών, ιδίως κατά τη βασιλεία του Θεοδώρου Α΄. Παλαιότερα, παρόμοια οπτική (αλλά και πρακτική) αδιαφορίας για τις επαρχίες από μέρους της κεντρικής διοίκησης είχε οδηγήσει στην αποξένωση της πρωτεύουσας από τις επαρχίες, με συνέπεια οι τελευταίες να αδιαφορήσουν με την σειρά τους για την τύχη της Βασιλεύουσας το 1204. Για να αποφευχθεί κάτι παρόμοιο, ο Αυτοκράτορας δόμησε και οργάνωσε την επικράτειά του σε υγιείς βάσεις, ώστε η ευημερία να απλωθεί και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (από όπου αντλούσε μεγάλο ποσοστό των στρατιωτών του).

Όλα αυτά είχαν ως άμεση συνέπεια η Αυτοκρατορία της Νίκαιας να καταστεί σημαντική δύναμη στον Βαλκανικό και Μικρασιατικό χώρο και να επιτύχει, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Ιωάννη, την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης.

Τα νομίσματα του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη

Στην εποχή του κόπηκαν χρυσά υπέρπυρα, τραχέα αργυρά, τραχέα από κράμα χαλκού με λίγο άργυρο και χαλκά τεταρτηρά. Τα νομισματοκοπεία του ήταν στη Μαγνησία και στη Θεσσαλονίκη.

Στο υπέρπυρον ο Ιωάννης Γ’ στέκεται στα αριστερά, ενώ στα δεξιά η Θεοτόκος με το δεξί της χέρι τον ακουμπά στο κεφάλι. Στην άλλη όψη εικονίζεται ο Χριστός ένθρονος.

Τιμή του Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη ως Αγίου

Ο Ιωάννης Δούκας Βατάτζης ως Άγιος.
Ο Ιωάννης Δούκας Βατάτζης ως Άγιος.

Η μνήμη του Αγίου Ιωάννου Βατάτζη του Ελεήμονος ετιμάτο με ιδιαίτερη ευλάβεια από τους μικρασιατικούς πληθυσμούς μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα. Η μνήμη του Αγίου – Αυτοκράτορα διατηρήθηκε μέχρι τους νεότερους χρόνους, κυρίως στη μητρόπολη της Εφέσου. Το 14ο αιώνα ο επίσκοπος Πελαγονίας Γεώργιος συνέγραψε τον Βίον του Αγίου Ιωάννου βασιλέως του Ελεήμονος σε μορφή συναξαρίου, ενώ του αποδόθηκαν πολλά θαύματα. Στον επίσκοπο Γεώργιο πιθανόν βασίστηκε και ο  Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809), ο οποίος κατά παραγγελία του μητροπολίτη Εφέσου συνέταξε ακολουθία προς τιμήν του Αγίου-Αυτοκράτορα. Η Εκκλησία δεν τον αναγνώρισε επίσημα ως άγιο, ωστόσο στα μηναία αναφέρεται η μνήμη του «Ιωάννη Δούκα Βατάτζη» στις 4 Νοεμβρίου. Στο Διδυμότειχο έχει ανεγερθεί το 2010 ο πρώτος ναός αφιερωμένος στον άγιο Ιωάννη Βατάτζη.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Please follow and like us:
error0