Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδά Οδυσσέα Ελύτη

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
Μη παρακαλώ σας μη
μη τη λησμονάτε τη χώρα μου

Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
Και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ’ τον καιρό
Τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβέρες και μ’ αίματα

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
Μη παρακαλώ σας μη
μη τη λησμονάτε τη χώρα μου

Οδυσσέας Ελύτης

Πηγή: https://www.youtube.com/

Please follow and like us:
error0

Ο Πολύγυρος Χαλκιδικής (600π.Χ.-…)

Ο Πολύγυρος είναι πόλη της Μακεδονίας, πρωτεύουσα του Νομού Χαλκιδικής και βρίσκεται στο γεωγραφικό του κέντρο. Είναι χτισμένος στις νότιες υπώρειες του Χολομώντα, σε μέσο υψόμετρο 550 μ. Στα βόρεια του Πολυγύρου απλώνονται πλαγιές κατάφυτες από βελανιδιές που συγκροτούν ένα θαυμάσιο δάσος. Οι πλαγιές καταλήγουν σε κορυφές από τις οποίες η ψηλότερη είναι ο Τσουκαλάς, με υψόμετρο 890μ. Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, του 2011, το πολεοδομικό συγκρότημα του Πολυγύρου έχει 6.121 κατοίκους

Η Γεωγραφία του Πολυγύρου

Ο Πολύγυρος

Πάνω από τον Πολύγυρο δεσπόζει ένας εντυπωσιακός κωνικός λόφος, ο περίφημος Αη-Λιας, με το ομώνυμο ξωκλήσι στην κορυφή του. Το λεκανοπέδιο περιβάλλεται από τους λόφους Πλάια στα βόρεια, στα ανατολικά από τα Ανήλια και τον λόφο του Αγίου Χριστοφόρου, στα νότια τα Καστριά και στα δυτικά από το Κάστρι. Προς τα νότια εκτείνεται ο ελαιώνας του Πολύγυρου. Στα νότια του Πολυγύρου χαμηλοί λόφοι, χαράδρες και ρέματα οδηγούν σε εύφορες πλαγιές, στις οποίες απλώνεται ο τεράστιος ελαιώνας του Πολυγύρου και στα παράλια απλώνονται οι οικισμοί Καλυβών και Γερακινής. Οι οικισμοί αυτοί είναι παραθαλάσιοι και δίπλα στους μόνιμους κατοίκους τους, ζουν πολλούς μήνες το χρόνο, χιλιάδες παραθεριστές.

Το όνομα του Πολύγυρου

Πολλές εκδοχές υπάρχουν σχετικά με την προέλευση του ονόματος Πολύγυρος. Υποστηρίχτηκε ότι προέρχεται από τις πολλές «κλιτύες» των αλλεπάλληλων λόφων, από το Πολύ-γερός λόγω του υγιεινού κλίματος, από το όνομα Πολύαρος (πιθανώς μεγαλοκτηματίας) που βρέθηκε σε εγχάρακτη επιγραφή ή τέλος, από το πολύ-ιερός τόπος, λόγω ενός μεγάλου ιερού που υπήρχε στην περιοχή, το οποίο μετά από την καταστροφή και ερήμωση της Απολλωνίας της Χαλκιδικής διατήρησε την αίγλη του.

Η ιστορία του Πολύγυρου

Ο Πολύγυρος στην Αρχαιότητα

Στο λόφο Καστρί, δυτικά του Πολύγυρου έχει εντοπιστεί αρχαίος οχυρός οικισμός. Από τη θέση του επόπτευε την περιοχή της Βατονιάς και του Πολυγύρου και ήλεγχε τον δρόμο ο οποίος ένωνε τα Ζερβοχώρια με τον Τορωναίο κόλπο. Από σωστική ανασκαφή η οποία πραγματοποιήθηκε στο νεκροταφείο του οικισμού εντοπίστηκαν αργυρά κοσμήματα του 6ου αιώνα π.Χ., τα οποία εκτίθενται στο αρχαιολογικό μουσείο Πολύγυρου. Αρχαίες εγκαταστάσεις έχουν εντοπιστεί και στη λοφοσειρά Καστριά, όπου ο σημαντικότερος οικισμός ήταν η μικρή, ισχυρά οχυρωμένη εγκατάσταση στον Μπίζλα. Στους νότιους πρόποδες των Καστριών έχουν εντοπιστεί δύο αρχαιολογικοί χώροι, μια τούμπα η οποία σήμερα έχει μερικώς επιχωματωθεί, και στη θέση Πλατανούδια, βρέθηκαν τμήματα του κυκλικού ηρώου του Τί(του) Ιουλίου Νεοπτολέμου, από το οποίο σώζεται επιγραφή με λατινικούς χαρακτήρες.

Στην περιοχή του Πολυγύρου, ή κατ’ άλλους στο χώρο του σημερινού οικισμού, εντοπίζεται η αρχαία Απολλωνία, η οποία ήταν μια από τις 32 πόλεις του, ιδρυμένου το 432 π.Χ., Κοινού των Χαλκιδέων. Το Κοινό των Χαλκιδέων, με πρωτεύουσα πόλη την Όλυνθο, υποτάχθηκε το 379 π.Χ. στους Σπαρτιάτες· δεκαετίες αργότερα, το 348 π.Χ., ο Φίλιππος ο Μακεδών υπέταξε την περιοχή της Χαλκιδικής στο Μακεδονικό βασίλειο. Η θέση της Απολλωνίας έχει ταυτιστεί με τον αρχαιολογικό χώρο της Παλαίπορτας. Το όνομα του χώρου οφείλεται στην πλατειά τομή σε βράχο η οποία δημιουργήθηκε για να οχυρωθεί η ακρόπολη της πόλης.

Το 168 π.Χ. η Χαλκιδική ακολούθησε τη μοίρα ολόκληρου του ελλαδικού χώρου και υποτάχθηκε στους Ρωμαίους. Το 43 π.Χ. ιδρύθηκε στη Χαλκιδική η ρωμαϊκή αποικία της Κασσάνδρειας, που η επικράτειά της (territorium) εκτεινόταν βορειοανατολικά ως τους νότιους πρόποδες του Υψίζωνου (Χολομώντα) και συνόρευε με την επικράτεια της αρχαίας Απολλωνίας (υπολογίζεται ότι τα όριά τους θα βρίσκονταν περίπου έξι χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Πολύγυρου).

Στη θέση Αλατόστρατα εντοπίστηκε ληνός κρασιού ο οποίος έχει χαραγμένο το συμπίλημα των γραμμάτων ΑΜΕ. Έχει χρονολογηθεί στον 2ο αιώνα μ.Χ. και αποτελεί την παλαιότερη μαρτυρία παραγωγής κρασιού στην περιοχή.

Ο Πολύγυρος στα Βυζαντινά χρόνια

Η παλαιότερη γνωστή γραπτή μνεία στο τοπωνύμιο Πολύγυρος γίνεται στην διαθήκη του πρωτοσπαθαρίου Δημητρίου Πτελεώτη η οποία συντάκτηκε πριν το 959 και σώζεται ένα απόσπασμά της σε έγγραφο του 996. Σύμφωνα με τη διαθήκη, ο Πτελεώτης άφησε χρήματα και ώστε να αγοραστεί ολόκληρο ένα κτήμα το οποίο ονομαζόταν «προάστειον του Πολυγύρου ήγουν τα Χαβούνια», ώστε να κατασκευαστεί μονή, αφιερωμένη στην Παναγία. Η μονή αυτή είναι γνωστή ως Μονή του Πολυγύρου. Η μονή πριν το 975 είχε περιέλθει στην κυριότητα της μονής Κολοβού, η οποία βρισκόταν κοντά στην Ιερισσό και το 979/980 μεταβιβάστηκε στην Μονή Ιβήρων. Η θέση της είναι άγνωστη. Έχουν προταθεί ως θέσεις το εξωκκλήσι της Παναγίας δυτικά του Πολύγυρου, ο λόφος στον Μπίζλα και η θέση Πλατανούδια. Στη μονή παραχωρήθηκαν 20 πάροικοι, ενώ στην περιοχή κατέφυγαν μετά τις βουλγαρικές επιδρομές στην Χαλκιδική την περίοδο 975-996, κάτοικοι των γύρων περιοχών λόγω της οχυρότητας του τόπου. Περί το 1092 η Μονή του Χαβουνίου κατασχέθηκε από το κράτος και δεν ξαναναφέρεται στα αγιορείτικα έγγραφα.

Ο Πολύγυρος κατά την Οθωμανική περίοδο

Το 1430 ο Πολύγυρος κατακτάται από τους Οθωμανούς Τούρκους και υπάγεται στην περιφέρεια (σαντζάκ) της Θεσσαλονίκης, στο ναχιγιέ του Παζαργκιάχ και φορολογικά ανήκει στο χάσι του Λόγγου. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο Πολύγυρος αρχικά είχε χτιστεί στην περιοχή Σελιό, στα Καστριά, όπου υπάρχει μεσοβυζαντινός ναός αφιερωμένος στον άγιο Νικόλαο, προτού μετακινηθεί στη σημερινή του θέση, ίσως τον 15ο-16ο αιώνα. Η παλαιότερη γραπτή μνεία στον οικισμό του Πολυγύρου γίνεται στην απογραφή του 1445, όπου καταγράφονται 28 νοικοκυριά. Στις επόμενες απογραφές, ο πληθυσμός του χωριού παρουσιάζει αύξηση, με τα νοικοκυριά του χωριού να είναι 105 το 1519, 137 το 1527 και 134 το 1568, όπου αναφέρεται ως Πόλυρος και διαθέτει αμιγώς χριστιανικό πληθυσμό. Σύμφωνα με την απογραφή του 1568, στον Πολύγυρο κατοικούσαν 94 οικογένειες, 36 άγαμοι και 4 χήρες. Ο συνολικός φόρος που κατέλαβε το χωριό ήταν 14.534 ακτσέδες, με κυριότερα προϊόντα τα αμπελουργικά και το σιτάρι. Άλλα προϊόντα περιοχής περιλάμβαναν δημητριακά όπως το ρύζι, το κριθάρι, η σίκαλη και το κεχρί, ελαιοκομικά, οπωροκηπευτικά, βαμβάκι, λινάρι και μεταξωτά ενδύματα. Τον Νοέμβριο του 1791 εκλέγεται επίσκοπος Κασσανδρείας ο Ιγνάτιος Γ΄. Ήταν Πολυγυρινός και μετέφερε την έδρα της επισκοπής στον Πολύγυρο. Το 1793 επισκέφτηκε τον Πολύγυρο ο Γάλλος Πρόξενος Εσπρί-Μαρί Κουζινερί, αναζητώντας την αρχαία πόλη Χαλκίς, την οποία με βάση τις περιγραφές των κατοίκων την ταύτισε με την Παλαίπορτα. Αναφέρει ότι είχε την όψη μικρής πόλης και 1500 κατοίκους.

Οι κάτοικοι του Πολυγύρου συμμετείχαν στη μεγάλη επαναστατική κίνηση του 1821 και στις 17 Μαΐου του ίδιου χρόνου εκδιώκουν, προσωρινά, την τοπική τουρκική φρουρά. Σ’ αυτές τις επιχειρήσεις διακρίθηκε ο Πολυγυρινός Μαυρουδής Παπαγεωργάκης και ο Ιωάννης Σταστάρης από τα χασικοχώρια, οι οποίοι συνέχισαν το αγώνα στη Νότια Ελλάδα, καθώς και ο οπλαρχηγός Ιωάννης Ν. Στυλούδης. Παρόλα αυτά, οι τουρκικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν νικήσει τις ελληνικές δυνάμεις του Στάμου Χαψά στη θέση Κούτσουρο, κοντά στη Μονή Αγίας Αναστασίας Φαρμακολύτριας, τις 10 Ιουνίου 1821, και τις δυνάμεις του Εμμανουήλ Παπά και στη Μάχη της Ρεντίνας, έφτασαν στον Πολύγυρο, τον οποίο οι κάτοικοί του τον είχαν εγκαταλείψει, και τον πυρπόλησαν. Μέχρι το φθινόπωρο του 1821, η επανάσταση στη Χαλκιδική είχε καταπνιγεί. Σημαντικές προσωπικότητες της επανάστασης από τον Πολύγυρο ήταν ο Γεώργιος Χρυσηίδης, οι υπαξιωματικοί Χρήστος Μαυρουδής και Γεώργιος Παντούδης και ο ιατροχειρούργος Χρήστος Νικολαΐδης. Μετά την επανάσταση, κάτοικοι του Πολύγυρου οι οποίοι δεν είχαν καταφύγει στη νότια Ελλάδα επέστρεψαν και εγκαταστάθηκαν ξανά στον Πολύγυρο, ξαναχτίζοντάς τον.

Ανάλογη δραστηριότητα επέδειξαν οι Πολυγυρινοί και κατά την επανάσταση του 1854 υπό τον Τσάμη Καρατάσο. Η έναρξη του Κριμαϊκού Πολέμου θεωρήθηκε ως ευνοϊκή συγκυρία για την απελευθέρωση, όμως η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία εμπόδισαν αυτές τις επαναστάσεις. Ο Καρατάσος ξεκίνησε από τις Σποράδες με 500 περίπου ένοπλους άντρες και αποβιβάστηκε στη Σιθωνία το Μέγα Σάββατο, όμως έμαθαν στη συνέχεια ότι το πλοίο το οποίο τους έφερνε πολεμοφόδια βυθίστηκε από γαλλικό πλοίο. Οι Οθωμανοί ετοίμασαν στρατό περίπου 2.500 αντρών για να αντιμετωπίσουν την πολιορκία της Ορμύλιας και έτσι ο Καρατάσος έστειλε σώμα περίπου 50 αντρών με επικεφαλής τον Αθανάσιο Βλαχομιχάλη να εισβάλλει στον Πολύγυρο. Εκεί η υποδοχή του ήταν θερμή, αν και διστακτική. Ο Βλαχομιχάλης και οι άντρες του απώθησαν τουρκική δύναμη στα υψώματα του Καβρόλακα τις 14 Απριλίου, αλλά στις 21 Απριλίου έφυγε και πήγε να ενωθεί με τις δυνάμεις του Καρατάσου, ο οποίος κατευθυνόταν προς το Άγιο Όρος.

Οι κάτοικοι του απροστάτευτου πια Πολύγυρου, θέλοντας να υποδυθούν ότι δεν είχαν ανακατευθεί στο κίνημα, ενημέρωσαν τους Τούρκους για την αποχώρηση του σώματος. Οι Τούρκοι έφτασαν στον Πολύγυρο υπό την αρχηγία των Χασάν Αγά και Μαχμούτ Μπέη στις 22 Απριλίου. Οι τριάντα πρόκριτοι του Πολύγυρου τους συνάντησαν στη θέση Λιβάδι και εκεί οι Τούρκοι τους περικύκλωσαν και σκότωσαν όλους τους προκρίτους, εκτός τριών, δύο από τους οποίους προσποιήθηκαν τους ημιονηγούς και τον Γ. Ν. Σφύρη, ο οποίος αρχικά διέφυγε, για να συλληφθεί και να εκτελεστεί μετά από δύο ημέρες. Η σφαγή αυτή προκάλεσε αντιδράσεις και τελικά οι πρωταίτιοι της σφαγής Χασάν Αγάς και Μαχμούτ Μπέης στάλθηκαν στην εξορία. Ένα ηρώο κατασκευάστηκε στη θέση της σφαγής το 1930.

Κατά την διοικητική μεταρρύθμιση του 1871, δημιουργήθηκε ο καζάς της Κασσάνδρας, με τον Πολύγυρο να ορίζεται πρωτεύουσά του. Το 1878 άρχισε και οργανώνεται νέα επανάσταση, όμως οι Τούρκοι, έχοντας ενημερωθεί για τις κινήσεις, κήρυξαν στρατιωτικό νόμο στον Καζά Κασσάνδρας τις 5 Ιανουαρίου 1878 και τοποθετήθηκαν στην Χαλκιδική αυτοκρατορικά στρατεύματα. Πολλά μέλη των επαναστατικών επιτροπών που είχαν δημιουργηθεί συνελήφθησαν, ανάμεσά τους και ο Πολυγυρινός Νικόλαος Χατζηαναγνώστου ή Συκιώτης, ο οποίος εξορίστηκε στη Μικρά Ασία για τέσσερα χρόνια.

Ο Πολύγυρος τα νεότερα χρόνια

Τελικά, έπειτα από 482 χρόνια οθωμανικής κατοχής, ο Πολύγυρος απελευθερώνεται στις 2 Νοεμβρίου του 1912 από τον ελληνικό στρατό και άμεσα ενσωματώνεται στο ελληνικό κράτος. Όμως, τα πρώτα χρόνια της ελληνικής κυριαρχίας σημαδεύτηκαν από έντονα παράπονα από τους κατοίκους της Χαλκιδικής λόγω των προβλημάτων που δεν είχαν επιλυθεί, με κυριότερο το συγκοινωνιακό, καθώς αμαξιτός δρόμος έφτανε πριν το 1915 μέχρι τα Βασιλικά και έπειτα μέχρι τη Γαλάτιστα, ενώ εξακολουθούσε να υφίσταται η δράση ληστών. Ο αμαξιτός δρόμος έφτασε στον Πολύγυρο το 1935.

Το 1916, μετά τη δημιουργία του κινήματος Εθνικής Αμύνης, ο λοχαγός Γεώργιος Κονδύλης έφτασε στη Χαλκιδική για να καταστείλει το φιλοβασιλικό κίνημα. Κατά τη διάρκεια των διενέξεων στον Πολύγυρο, απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Συνάπαλος, εκτελέστηκαν τέσσερις στο εξωκλήσι του Αγίου Βλάσση και σε μάχες εναντίων του στρατού Εθνικής Αμύνης σκοτώθηκαν δύο Πολυγυρινοί. Ακολούθησε αποκλεισμός της Χαλκιδικής, με αποτέλεσμα να παρατηρηθούν ελλείψεις τροφίμων. Τον Αύγουστο του 1918 στην περιοχή σημειώθηκε πυρκαγιά η οποία έφτασε μέχρι τις παρυφές του Πολύγυρου.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ιδρύθηκε η Φιλοδασική Ένωση Πολύγυρου, η οποία δημιούργησε δύο πάρκα, το πάρκο της Φιλοδασικής και το πάρκο των Έξι Βρυσών. Το 1925 στο πάρκο της Φιλοδασικής κτίστηκε το παλιό γυμνάσιο, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1969, όταν και κατεδαφίστηκε. Τη δεκαετία του 1930 τέθηκε θέμα μεταφοράς της πρωτεύουσας του νομού από τον Πολύγυρο στα Νέα Μουδανιά, οδηγώντας σε αντιπαλότητα ανάμεσα τους δύο οικισμούς. Από τον ισχυρό σεισμό που σημειώθηκε στη Ιερισσό τις 26 Σεπτεμβρίου 1932 στον Πολύγυρο σημειώθηκαν συγκριτικά περιορισμένες ζημιές. Κατά τη διάρκεια της γερμανοβουλγαρικής κατοχής στον Πολύγυρο σημειώθηκαν καταστροφές, όπως η πυρπόληση του δημοτικού σχολείου το 1945, ενώ εκτελέστηκαν έξι Πολυγυρινοί.

Τη δεκαετία του 1960 στον Πολύγυρο κατασκευάζεται τουριστικό περίπτερο στις Έξι Βρύσες, όπου διαμορφώνεται πλατεία, κτίζεται το κτίριο του ΟΤΕ και το Εθνικό Στάδιο, ενώ αργότερα, στα κτήματα που παραχώρησε ο δήμαρχος του Πολύγυρου Αθανάσιος Καραγκάνης κτίζεται το νοσοκομείο του Πολύγυρου.

Πηγή: https://www.halkidiki.com/poligiros/index_g

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πολύγυρος

Please follow and like us:
error0

Το Άγιον Όρος

Το Άγιον Όρος αποτελεί αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους, που βρίσκεται στη χερσόνησο του Άθω της Χαλκιδικής στη Μακεδονία. Περιλαμβάνει τις είκοσι Ιερές Μονές, τα εξαρτήματά τους και διάφορα καταστήματα και υπηρεσίες. Ανεπίσημα χαρακτηρίζεται ως «Αυτόνομη Μοναστική Πολιτεία». Από το 1988 συγκαταλέγεται στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Η Σημαία του Αγίου Όρους
Η Σημαία του Αγίου Όρους

Η γεωγραφία του Αγίου όρους

Η χερσόνησος του Άθω είναι η ανατολικότερη και τραχύτερη των τριών επιμέρους παράλληλων χερσονήσων (Κασσάνδρας ή Παλλήνης, Λόγκου ή Σιθωνίας -κεντρική, και Άθω ή Αγίου Όρους) που απαρτίζουν την χερσόνησο της Χαλκιδικής. Η χερσόνησος αυτή καλύπτεται από το όρος Άθω, ύψους 2033μ., εξ ου και το όνομά της, καταλήγει δε στο ακρωτήριο Νυμφαίο ή Ακρόθωον. Στερείται ποταμών και λιμνών. Συνδέεται με τη Χαλκιδική με τον στενό ισθμό του Ξέρξη, χαμηλή λωρίδα γης, μήκους 2 χλμ., ιστορικό από τους Περσικούς πολέμους το 480 π.Χ.. Μεταξύ της χερσονήσου του Άθω και της Σιθωνίας ή Λόγκου σχηματίζεται ο Σιγγιτικός ή κόλπος Αγίου Όρους, ενώ ΒΑ ο κόλπος της Ιερισσού.Λίγα μίλια ΝΑ του Άθω βρίσκεται το μεγαλύτερο βάραθρο του Αιγαίου που από τα 80μ βάθος, απότομα φθάνει τα 1070μ.

Το όνομα του Αγίου όρους

Την πρώτη ονομασία και μετονομασία τη συναντούμε στον Βίο των μαρτύρων της Τιβεριούπολις του Θεοφύλακτου Αχρίδος, όπου διαβάζουμε: «τὸ πάλαι μὲν ἱερόν, νῦν δὲ ἃγιον ὃρος λεγόμενον καταλαμβάνει». Κατά το θεωρούμενο πρώτο Τυπικό που επικύρωσε ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής, ο Άθως καλείται απλώς «Όρος». Ίσως αυτή να ήταν η συνήθης τότε ονομασία του χώρου.

Η επικράτηση όμως του ονόματος «Άγιον Όρος» φαίνεται να έγινε κατά το πρώτο μισό του 12ου αιώνα, συγκεκριμένα σε χρυσόβουλο έγγραφο του Αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού προς την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας το 1144, η οποία αναγνωρίζεται οριστικά και επίσημα και επιβάλλεται το νέο όνομα όπως αναγράφεται σε αυτό: «Εφεξής το όνομα του Άθω καλείσθαι Άγιον Όρος παρά πάντων». Σε μεταγενέστερα αυτοκρατορικά και άλλα έγγραφα αναφέρεται ως «Το Αγιώνυμον Όρος του Άθω».

Η Ιστορία του Αγίου Όρους

Μύθοι και αρχαϊκή περίοδος

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, το όρος Άθως συνδέεται με τη γιγαντομαχία μεταξύ των Γιγάντων και των ολύμπιων θεών, ηγέτης των πρώτων ήταν ο Άθως. Ο Άθως πέταξε από τη Θράκη έναν τεράστιο βράχο εναντίον του Ποσειδώνα, αλλά αστόχησε και ο βράχος έπεσε στη θάλασσα, δημιουργώντας το όρος, στο οποίο δόθηκε το όνομά του.

Σύμφωνα με άλλο μύθο, ο θεός Απόλλωνας ερωτεύτηκε τη Δάφνη, κόρη του βασιλιά της Αρκαδίας. Η Δάφνη, προκειμένου να κρατηθεί αγνή, βρήκε καταφύγιο στον κύριο λιμένα του Άθωνα, δίνοντας έτσι το όνομά της σε αυτόν. Από αυτόν το μύθο φαίνεται ότι από τους αρχαίους χρόνους η περιοχή συνδέθηκε με τον αγώνα κατά της σάρκας.

Οι αρχαίοι γεωγράφοι αναφέρουν δέκα πόλεις στη χερσόνησο: Δίον, Θύσσος, Κλεωναί, Ακρόθωοι, Χαράδρια, Παλαιώριον, Σάνη, Ολόφυξος, Απολλωνία, Ουρανούπολις. Κατά τον 5ο π.Χ. αι. υπήρχαν διάφορα προελληνικά φύλα στην περιοχή. Σημαντικά ιστορικά γεγονότα συνδέονται με την περιοχή: Κατά τη διάρκεια των ιστορικών χρόνων ο Άθως αναφέρεται για πρώτη φορά σχετικά με την περσική εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας υπό την ηγεσία του Μαρδόνιου το 493 π.Χ.. Πλέοντας γύρω από τη χερσόνησο, ο περσικός στόλος συνάντησε κακοκαιρία και υπέστη φοβερή καταστροφή. Κατ´αυτό τον τρόπο η αποπειραθείσα εισβολή ματαιώθηκε.

Δέκα έτη αργότερα ο Ξέρξης επανέλαβε την αποστολή, αλλά προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος νέας καταστροφής έσκαψε κανάλι στον στενό λαιμό της χερσονήσου: η διώρυγα ανοίχθηκε στο βόρειο μέρος της χερσονήσου, στη σημερινή θέση Πρόβλακα, κοντά στο χωριό Νέα Ρόδα, με μήκος 1,5 μίλι, πλάτος 65-100 πόδια και βάθος 6-10 πόδια. Επίσης ο κόλπος του Αγίου Όρους συνδέεται και με την απώλεια του στόλου του Σπαρτιάτη Επικλέους στα 411 π.Χ..

Το Άγιον όρος υπάγεται στο Βασίλειο των Μακεδόνων

Το 368 π.Χ. η χερσόνησος και οι πόλεις της έγιναν μέρος του κράτους του Φιλίππου Β΄. Μερικά έτη αργότερα ο γιος του Αλέξανδρος ο Μέγας έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας. Λέγεται ότι εκείνη την περίοδο ένας αρχιτέκτονας, ο Δεινοκράτης, πρότεινε στον Αλέξανδρο να μετασχηματίσει το βουνό και όλη τη χερσόνησο σε τεράστιο άγαλμα, που θα απεικόνιζε τον Αλέξανδρο να κρατά μια πυκνοκατοικημένη πόλη στο χέρι του. Ο Αλέξανδρος απάντησε ότι ήταν αρκετή για το Όρος η ανάμνηση της αλαζονείας του Πέρση βασιλιά.

Πρώτα σημάδια μοναστικού βίου στο Άγιον Όρος

Το πότε ακριβώς διαδόθηκε ο Χριστιανισμός στον Άθω δεν είναι γνωστό. Κατά μία ρωσική παράδοση φέρεται η ίδια η Θεοτόκος να εμφανίζεται στην περιοχή και οι κάτοικοι να ασπάζονται τον Χριστιανισμό. Συγκεκριμένα η Θεοτόκος μαζί με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη παραπλέοντας τον Άθω, πηγαίνοντας στην Κύπρο για να επισκεφθούν τον Λάζαρο, λόγω φοβερής θαλασσοταραχής αποβιβάστηκαν στην ακτή όπου βρίσκεται σήμερα η Ιερά Μονή των Ιβήρων. Εκεί η Θεοτόκος θαυμάζοντας το χώρο ακούσθηκε φωνή εξ ουρανού που έλεγε: «Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σός και περιβόλαιον σόν καί παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτήριος των θελόντων σωθήναι». Έτσι το Άγιο Όρος καθιερώθηκε να λέγεται ως «κλήρος και περιβόλι της Παναγιάς». Επίσης παραδίδεται παράδοση κατά την οποία ο Μέγας Κωνσταντίνος έκτισε στον Άθω πλείστους ναούς. Από την έρευνα όμως ουδέν θετικό επ’ αυτής μαρτυρείται. Βέβαιο όμως είναι από κείμενα ότι κατά τον Δ’ αιώνα υπήρχαν χριστιανοί, τα ίχνη και η τύχη των οποίων όμως παραμένουν άγνωστα. Είναι πιθανό ότι μεμονωμένοι ερημίτες ασκήτεψαν στον Άθωνα κατά τη διάρκεια του τέταρτου και πέμπτου αιώνα εφόσον ευσταθεί ότι οι μονές χτίστηκαν από τον πρώτο αυτοκράτορα, ενώ ήταν πολυάριθμοι κατά τον ένατο αιώνα, όταν έγιναν οι πρώτες προσπάθειες για οργάνωση σε μοναστηριακές κοινότητες.

Κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι μοναχοί από τον Άθωνα παρευρέθηκαν στη Σύνοδο που οργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη  για την αποκατάσταση των εικόνων το 843. Επίσης κατά το 2ο ήμισυ του Θ’ αιώνα ο Ιωάννης Κολοβός έκτισε, στο βόρειο τμήμα, τη λεγόμενη Μεγάλη Βίγλα, το πρώτο Μοναστήρι. Τότε και ορίσθηκαν τα σύνορα του Άθω και απαγορεύτηκε η είσοδος σε αυτόν των λαϊκών, μη εξαιρουμένων και των ποιμένων. Έτσι ο Άθως άρχισε να αποτελεί αποκλειστικό τόπο ασκητών και «οικητήριο βίου Αγίου».

Ανεξάρτητα όμως των παραπάνω, από ιστορικής άποψης, τρεις υπήρξαν οι κύριοι λόγοι της ανάπτυξης του μοναχισμού του Αγίου Όρους.

  1. Η προηγούμενη διάλυση των αρχαίων πόλεων, με συνέπεια όλος ο χώρος να είναι κενός και επομένως κατάλληλος για ασκητές.
  2. Η εξάπλωση των εχθρών των Βυζαντινών στις ανατολικές περιοχές, όπου και κατέστρεψαν τα παλαιότερα εκεί μοναστήρια.
  3. Η εικονομαχία που ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη, ένεκα της οποίας πολλοί μοναχοί αναζήτησαν κάποιο νέο χώρο ως «καταφύγιο».

Με δεδομένα αυτά συμπεραίνεται πλέον ασφαλώς ότι ο μοναχισμός του Αγίου Όρους άρχισε περί τον 8ο αιώνα, ενώ από τον επόμενο αιώνα το Άγιο Όρος αποτελεί πλέον και ιστορικά το σημαντικότερο μοναστικό κέντρο της εποχής και όλων των μετέπειτα εποχών.

Ιστορικά η αρχή της αθωνικής μοναστικής ζωής συμπίπτει με τη Σύνοδο του 843 που συγκάλεσε η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα για την αναστήλωση των ιερών εικόνων επί Πατριάρχου Μεθοδίου Α΄, και ειδικότερα με την άφιξη στον Άθωνα δύο μεγάλων προσωπικοτήτων. Πρώτος ησυχαστής αναφέρεται ο Πέτρος ο Αθωνίτης, του οποίου η άφιξη μπορεί να τοποθετηθεί στο τέλος του Ζ’ αιώνα, ενώ ο δεύτερος είναι ο Ευθύμιος ο Νέος, ο οποίος ήρθε στο Όρος από τη Θεσσαλονίκη περί το 860. Οι δύο αυτοί άνδρες, αν και περίπου σύγχρονοι, εκπροσωπούσαν διαφορετικές ασκητικές τάσεις μοναχισμού: ο μεν πρώτος του λεγόμενου «ερημιτισμού» και ο δεύτερος του λεγόμενου «λαυριωτισμού». Τέλος με χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Βασιλείου Α’ το 885 ο Άθως ορίσθηκε ως αποκλειστικός τόπος διαμονής ασκητών αποκλειομένων οποιονδήποτε άλλων κοσμικών, ακόμα και ποιμένων ή γεωργών.

Έτσι ο αγιορείτικος μοναχισμός άρχισε να αναπτύσσεται όπως και στα παλαιότερα κέντρα του στην Ανατολή περνώντας από τρία στάδια: του ασκητικού, του κοινοτικού και του κοινοβιακού μέσα σε σύντομο διάστημα. Οι πρώτοι ερημίτες μοναχοί εγκαταστάθηκαν στην αρχή της χερσονήσου όπου το έδαφος ήταν ομαλό, λόγω όμως των επιδρομών των Σαρακηνών πειρατών άρχισαν σιγά σιγά να μεταφέρονται σε τελείως απρόσιτες περιοχές μέσα στη χερσόνησο. Στη συνέχεια οι μοναχοί εκείνοι συγκεντρώθηκαν στις λεγόμενες «λαύρες» (οργανωμένες ομάδες), όπως εκείνες παλαιότερα της Παλαιστίνης. Από αυτές δύο έμειναν γνωστές, εκείνη του Κλήμεντος, κοντά στη σημερινή Μονή Ιβήρων, και η λεγόμενη «Καθέδρα των Γερόντων» επί του υψώματος «Ζυγός» που ήταν και η σπουδαιότερη. Επίσης πολλών παλαιών ασκητικών συνοικισμών και ασκητηρίων διατηρήθηκε η μνήμη όπως και το «Αθωνικόν Πρωτάτον» (αρχαιότατος μοναστικός οικισμός του Αγίου Όρους).

Η οργάνωση των Μονών του Αγίου Όρους

Η πλησιέστερη επισκοπική έδρα ήταν αυτή της Ιερισσού και ο οικείος  Επίσκοπος απαίτησε να έχει στη δικαιοδοσία του τους μοναχούς της χερσονήσου. Στα 985 ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ Βουλγαροκτόνος με χρυσόβουλλο απάλλαξε τους ερημίτες από τη δικαιοδοσία της Μονής Αγίου Ιωάννου του Κολοβού, που βρισκόταν κοντά στην Ιερισσό, και παραχώρησε τον Άθωνα ως ιδιοκτησία τους.

Σύντομα, το παλαιότερο των κυρίαρχων μοναστηριών, η Ιερά Μονή του Ξηροποτάμου, χτίστηκε και εισήλθε υπό το μοναχικό τυπικό του Αγίου Βασιλείου. Σαρακηνοί πειρατές παρενοχλούσαν τους μοναχούς τον ένατο και δέκατο αιώνα, αλλά η αυτοκρατορική γενναιοδωρία ήρθε πάντα στην ενίσχυση αυτών των εσωτερικών «Αγίων Τόπων» των Ελλήνων.

Η περίοδος ακμής του Αγίου Όρους

Την βυζαντινή περίοδο και με σιγίλιο του Βασιλείου Α’ το 883 παραχωρήθηκε το προνόμιο, μαζί με άλλα, της διοικητικής αυτοδιοίκησης και ο Λέων ΣΤ’ αναγνώρισε την ανεξαρτησία του όρους το 908.

Με τη βοήθεια του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το 1046, ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος (1042 – 1054) ρύθμισε την εσωτερική διακυβέρνηση των μοναστηριών, τη διαχείριση των ακινήτων τους και την εμπορική δραστηριότητά τους. Από το αυτοκρατορικό έγγραφο (Δεύτερο Τυπικόν) που εξέδωσε, απαγορεύεται η είσοδος γυναικών στη χερσόνησο, απαγόρευση τόσο αυστηρή, ώστε από τότε ακόμη και ο Τούρκος αγάς ή ο ανώτερος υπάλληλος, που κατοικούσαν στις Καρυές, δεν έπαιρναν μαζί τους το χαρέμι τους.

Γύρω στο 1100 η Μεγίστη Λαύρα είχε 800 μοναχούς και σε όλο τον Άθωνα υπήρχαν 180 μοναστήρια. Αυτή την περίοδο μπήκε σε γενική χρήση ο όρος «Άγιον Όρος». Ο Αλέξιος Κομνηνός απάλλαξε τα μοναστήρια από τη φορολογία, τα ελευθέρωσε από την υποταγή στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και τα τοποθέτησε κάτω από την άμεση προστασία του. Εξαρτήθηκαν, εντούτοις, από το γειτονικό επίσκοπο Ιερισσού για τη χειροτονία των ιερέων και των διακόνων τους.

Οι Σλάβοι επεδίωξαν να γίνουν αποδεκτοί στις νέες μονές και σε λίγο οι πρίγκιπές τους στη βαλκανική χερσόνησο ίδρυσαν ανεξάρτητα «καθίσματα» για τους Σλάβους μοναχούς. Κατ’ αυτό τον τρόπο προέκυψαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλεξίου Α’ (1081 – 1118) τα καθαρά σλαβικά μοναστήρια του Χιλανδαρίου και του Ζωγράφου. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες δεν έπαψαν ποτέ να φανερώνουν το ενδιαφέρον τους για τη μικρή μοναστική πολιτεία και ωφελήθηκαν ακόμη και πολιτικά από την καθολική εκτίμηση που η θρησκευτική αδελφότητα απολάμβανε σε όλο το Χριστιανικό κόσμο.

Η κοινωνικοοικονομική κατάστασή του Αγίου Όρους

Οι συνεχείς δωρεές,οι κρατικές επιχορηγήσεις και τα έσοδά τους συνεβαλαν στην απόκτηση εδαφικών εκτάσεων στην κεντρική και την υπόλοιπη Μακεδονία. Με το σύστημα των εκμισθώσεων οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης καλλιεργούνταν από παροίκους-ελεύθερους καλλιεργητές. Η ανάπτυξη όμως ιδιοκτησίας «προσέδωσε σ’ αυτές χαρακτηριστικά γνωρίσματα μεγαλοϊδιοκτητών δηλαδή απληστία και τάση αυξήσεως της περιουσίας τους σε βάρος ασθενέστερων». Σημαντικές ήταν οι κτήσεις των μονών της Λαύρας, του Χιλανδαρίου, Εσφιγμένου, Ξηροποτάμου, Αγίου Παύλου, Ιβήρων, Κουτλουμουσίου, Ξενοφώντος, Διονυσίου. Έτσι εκτός από υπολογίσιμη οικονομική δύναμη μεταβαλλόταν και σε υπολογίσιμη κοινωνική: τα πολυάριθμα άτομα-εκμισθωτές που χρησιμοποιούνταν για την καλλιέργεια των κτημάτων τους ήταν σε κατάσταση εξάρτησης από αυτές και επομένως έστω και έμμεσα κοινωνικοποιούνταν η μεγάλη αθωνική μοναστική περιουσία.

Η Λατινική κυριαρχία στο Άγιον Όρος

Έναν αιώνα αργότερα, μετά την πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204), οι Λατίνοι Σταυροφόροι βασάνισαν, έκαψαν, έπνιξαν αλλά και κρέμασαν τους μοναχούς και προέβησαν σε καταστροφές των Μονών. Οι μοναχοί απευθύνθηκαν στον Πάπα Ιννοκέντιο Γ’, ο οποίος τους πήρε υπό την προστασία του και στις επιστολές του (ΧΙΙΙ, 40 XVI, 168) αποτίει φόρο τιμής στις μοναστικές αρετές τους. Εντούτοις, με την αποκατάσταση της βυζαντινής πολιτικής κυριαρχίας οι μοναχοί επέστρεψαν (1313) στην κανονική εξάρτησή τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το Άγιον Όρος τον 14ο αιώνα

Το 14ο αιώνα η Καταλανική Εταιρεία επέδραμε εναντίον του Άθωνα για δύο έτη (1307 – 1309), καταστρέφοντας ριζικά πολλά μοναστήρια, λεηλατώντας τους θησαυρούς τους και τρομοκρατώντας τους μοναχούς. Από τα 300 μοναστήρια που υπήρχαν στην αρχή του 14ου αιώνα, μόνο 35 αφέθηκαν.

Στα μέσα του αιώνα η Μακεδονία περιήλθε στα χέρια του Σέρβου ηγεμόνα Στεφάνου Δουσάν, ο οποίος επισκέφτηκε τη χερσόνησο και έδωσε σε πολλά από τα μοναστήρια την οικονομική ενίσχυσή του. Κατά το δέκατο τέταρτο αιώνα παρατηρούνται και οι μεγάλες ησυχαστικές έριδες, με κύριους πρωταγωνιστές τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης και το Βαρλαάμ τον Καλαβρό, οι οποίες έφεραν αναταραχή στη μοναστική πολιτεία.

Ησυχαστικές έριδες στο Άγιον Όρος

Οι μοναχοί του Αγίου Όρους είχαν αποδεχτεί τον Ησυχασμό. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο το Σιναΐτη, ιδρυτή του ησυχαστικού κινήματος, οι μοναχοί θα μπορούσαν να δουν το «άκτιστο φως» του Θεού, το φως που έλαμψε στη Μεταμόρφωσή του Ιησού στο όρος Θαβώρ, εάν ήταν ενάρετοι και αφιερωμένοι αποκλειστικά στην προσευχή. Η πρακτική των ησυχαστών ήταν να επαναλαμβάνουν συνεχώς την επίκληση, τη λεγόμενη ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».

Το ζήτημα του Ησυχασμού διαίρεσε τη βυζαντινή κοινωνία. Μερικοί τον αγκάλιασαν με θέρμη ενώ άλλοι τον απέρριψαν βίαια, κυρίως λόγω των υπερβολών μερικών φανατικών. Ο Ησυχασμός υποστηρίχθηκε επίσης από τους βυζαντινούς αριστοκράτες και επικράτησε τελικά σε τρεις Συνόδους (1341, 1347, 1351).

Οι προσπάθειες που έγιναν από το Βαρλαάμ και τον αυτοκράτορα  Ανδρόνικο Γ’ για να καταπολεμήσουν την κίνηση των Ησυχαστών και να περιορίσουν τη διάδοσή της ήταν ανεπιτυχείς. Τελικά μετά από τις αποφάσεις των Συνόδων που συνεκλήθησαν για αυτό το θέμα κατέπαυσαν οι ταραχές.

Η Παλαιολόγεια περίοδος του Αγίου Όρους

Αργότερα, οι αυτοκράτορες Παλαιολόγοι στην Κωνσταντινούπολη και οι Σλάβοι πρίγκιπες και ηγεμόνες της βαλκανικής χερσονήσου συνέχισαν να εμπλουτίζουν τα μοναστήρια του Άθωνα, τα οποία έλαβαν το μεγαλύτερο μέρος του υλικού πλούτου τους κατά τη διάρκεια της παλαιολόγειας περιόδου.

Αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε επίσης από τις προσπάθειες της Μονής των Καρυών να εξασφαλίσει υπεροχή έναντι των άλλων μοναστηριών, τον τελικό αποκλεισμό του επισκόπου Ιερισσού από τη χερσόνησο, τις επιθέσεις από πειρατές όλων των ειδών, και την ίδρυση διάφορων νέων μοναστηριών: Σιμωνόπετρας, Κωνσταμονίτου, Αγίου Παύλου και Διονυσίου.

Η Οθωμανική κυριαρχία του Αγίου Όρους

Όταν το 1430 οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, οι μοναχοί προσέφεραν την υποταγή τους στο σουλτάνο Μουράτ Β΄, ο οποίος τους αναγνώρισε τα προηγούμενα αυτοκρατορικά προνόμια:

  • αναγνώριζε το επί Μεχμέτ Α’ παλαιότερο καθεστώς νομής των βακουφίων και των μουλκιών τους.
  • απαγόρευε στους μουσουλμάνους ή χριστιανούς να εισέρχονται στη χερσόνησο του Αγίου όρους και στα βακούφια των μοναστηριών έξω από αυτήν.
  • διέταζε την ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων των μετοχίων τους με πλοία προς τό Άγιο Όρος
  • αναγνώριζε τα ισχύοντα παλαιότερα και για τις περιουσίες τους (χωριά, αμπέλια, κήποι,πρόβατα) στην ύπαιθρο της Θεσσαλονίκης και των Σερρών, ανανεώνοντας το καθεστώς φορολογικής ατέλειας που είχαν στα χρόνια του παππού του, του Μπαγιαζήτη Α’: διέταζε τους καδήδες και τους σουμπασήδες αυτών των βιλαετίων να μην εισπράττουν τίποτε από τις μοναστηριακές περιουσίες και να μην εισέρχονται σε αυτές οι εισπράκτορες του χαρατσίου
  • επιβεβαίωσε την απαλλαγή των μοναχών από τους έκτακτους φόρους.

Όμως το 1432/3 οι μοναστηριακές περιουσίες σε Θεσσαλονίκη και Σέρρες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σε χάσιαζιαμέτια, τιμάρια, μούλκια και  βακούφια φόρους. Με μπεράτι του 1485 ο Μπαγιαζήτ Β’ ανανέωσε τα παλαιότερα μπεράτια του Μουράτ Β’ και του Μεχμέτ Β’ και σύμφωνα με αυτό,

  • διατηρούσαν τη νομή των εκκλησιών, των σπιτιών των αμπελιών, των μύλων και των χωραφιών τους στις επαρχίες των Σερρών και της Θεσσαλονίκης.
  • Κανείς δεν μπορούσε να τους αφαιρέσει τις περιουσίες τους.
  • Επίσης οι αξιωματούχοι όφειλαν να μην παραβιάζουν το σουλτανικό και εθμικό δίκαιο.

Υπήρξε περίοδος ακμής έως το 16ο αιώνα, οπότε η οικονομική θέση των μοναστηριών χειροτέρεψε λόγω των δυσβάστακτων φόρων που επιβλήθηκαν από τους Οθωμανούς. Οι μοναχοί δεν μπορούσαν να κατοικήσουν πλέον εκεί και το Όρος σχεδόν εγκαταλείφθηκε. Επέζησε μόνο χάρη στην ενίσχυση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο πρόσφερε υλική και ηθική υποστήριξη. Κάποια οικονομική ενίσχυση δόθηκε από τους κυβερνήτες των χωρών του Βορρά, ιδιαίτερα τις ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας αλλά και από τους απλούς ορθοδόξους.

Η Ακαδημία του Αγίου Όρους

Τα μοναστήρια βρίσκονταν σε άθλια οικονομική κατάσταση το 18ο αιώνα. Αλλά παρά την ένδειά τους, μια κίνηση προέκυψε για τη διάδοση της ελληνικής παιδείας στην περιοχή του Άθωνα. Στα μέσα του 18ου αιώνα, η Ακαδημία του Αγίου Όρους ιδρύθηκε σε ένα κτήριο κοντά στη Μονή του Βατοπεδίου. Σκοπός της ήταν οι σπουδαστές να διδάσκονται θεολογία, φιλοσοφία και λογική. Τα πρώτα έτη, όταν ο διαφωτιστής κληρικός Ευγένιος Βούλγαρης ήταν διευθυντής, η Ακαδημία προσέλκυσε μεγάλο αριθμό σπουδαστών και απέκτησε ιδιαίτερη φήμη. Αλλά όταν ο Βούλγαρης παραιτήθηκε, περιήλθε σε μαρασμό και έκλεισε το 1799. Επανιδρύθηκε τέλη του 18ου αιώνα και έκτοτε λειτουργεί κανονικά. Παλαιότερα διέθετε:

  • Δημοτική Εκπαίδευση
  • Γυμνασιακή Εκπαίδευση
  • Λυκειακή Εκπαίδευση
  • Μεταλυκειακή Εκπαίδευση

Σήμερα Διαθέτει:

  • Γυμνασιακή Εκπαίδευση
  • Λυκειακή Εκπαίδευση

Το Άγιον Όρος στη Επανάσταση του 1821

Με την έναρξη της Επανάστασης του 1821 το Άγιο Όρος λειτούργησε ως άσυλο όπου κατέφυγαν πολλές οικογένειες, ενώ οι Μονές συνέδραμαν τον αγώνα με χρήματα, τρόφιμα και πολεμοφόδια. Περίπου 800 μοναχοί οπλίστηκαν και υπό τον Εμμανουήλ Παπά των Σερρών, μαζί και με κοσμικούς στρατιωτικούς, προσέβαλαν διάφορες θέσεις Τούρκων στη Θεσσαλονίκη και την Κασσάνδρα. Στις περιοχές εκείνες είχαν συγκεντρωθεί περί τις 50.000 Οθωμανών, εκ των οποίων σκοτώθηκαν πάνω από 20.000 από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο του 1821. Όμως η Επανάσταση στην περιοχή κατεστάλη και πάνω από 40.000 Έλληνες σφαγιάσθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Τότε ακολούθησε μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία του Άθωνα. Τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις σφαγίασαν μοναχούς, καθώς επίσης και τα γυναικόπαιδα που είχαν βρει εκεί καταφύγιο, κατέστρεψαν το τυπογραφείο των Μονών, λεηλάτησαν όσους θησαυρούς μπόρεσαν να βρούν και χρησιμοποίησαν ανεκτίμητα χειρόγραφα για να κατασκευάσουν φυσίγγια.

Το Άγιον όρος εντάσσεται στο ελληνικό κράτος

Το αυτόνομο καθεστώς του Αγίου Όρους αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά διεθνώς πριν την αναγνώριση της κυριαρχίας του ελληνικού κράτους στη Χαλκιδική, με τη Συνθήκη του Βερολίνου του 1878. Αυτή η συνθήκη προέβλεπε ότι «οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής τους, διατηρούν τις κτήσεις και τα πρότερα πλεονεκτήματά τους και χωρίς καμία εξαίρεση απολαύουν απόλυτη ισότητα δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων». Στα τέλη του 19ου αιώνα, βάσει εγγράφου εβρισκόμενου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους με τίτλο  Κατάστασιν των Μονών του Αγίου Όρους ο συνολικός αριθμός των μοναχών ανερχόταν σε 4.046 και διέμεναν 1465 λαϊκοί. Το Άγιο Όρος απελευθερώθηκε από το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Συγκεκριμένα στις 2 Νοεμβρίου 1912 κατέπλευσαν και αγκυροβόλησαν στον όρμο της Δάφνης η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου, το Θωρηκτό «Αβέρωφ», με το αντιτορπιλικό «Θύελλα» και τα ανιχνευτικά «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» υπό τις χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες εκατοντάδων καμπανών των Ιερών Μονών που αντελήφθησαν την προσόρμιση του ελληνικού στόλου. Αποβιβάσθηκε άγημα, ο επικεφαλής του οποίου αξιωματικός «εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων», επικύρωσε την αποβατική ενέργεια χαρακτηρίζοντας τον καϊμακάμη, τους υπαλλήλους και την εκεί μικρή οθωμανική δύναμη ως αιχμαλώτους πολέμου «άνευ πολεμικής τινός ενέργειας», οπότε και υψώθηκε η Ελληνική Σημαία.

Την επόμενη ημέρα, στις 3 Νοεμβρίου, συνήλθαν σε συνεδρίαση οι αντιπρόσωποι όλων των Μονών, πλην της Ρωσικής, και υπεγράφη στον κώδικα των πρακτικών της συνεδρίας πράξη, με την οποία διαπιστωνόταν η κατάλυση των οθωμανικών αρχών. Η επίσημη δε πράξη έγινε στις 5 Νοεμβρίου 1912. Εκείνη την περίοδο εννέα με δέκα χιλιάδες μοναχών κατοικούσαν εκεί.

Το ελληνικό κράτος κύρωσε με το Ν.Δ. 10/16 Σεπτεμβρίου 1926 τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος άρχισε να ισχύει το 1927 μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Συντάγματος, οπότε και για πρώτη φορά επισημοποιήθηκε η συνταγματική προστασία του καθεστώτος αυτοδιοίκησης του Αγίου Όρους.

Η Γερμανική Κατοχή του Αγίου Όρους

Όταν εκδηλώθηκε ο Ελληνοιταλικός πόλεμος η μοναστική κοινότητα του Άθω δεν αδιαφόρησε . Μάλιστα οι νεώτεροι μοναχοί μετέβησαν στις Καρυές προκειμένου να λάβουν φύλλο πορείας για το μέτωπο. Όμως το Ελληνικό κράτος αρνήθηκε τη συμμετοχή εθελοντών στον πόλεμο ιδιαίτερα αν αυτοί ήταν κληρικοί ή μοναχοί. Επίσης οι μονές διέθεσαν το υποζύγιά τους χωρίς αποζημίωση, ενώ διοργάνωσαν και εράνους σε είδη και χρήματα για την βοήθεια του Ελληνικού στρατού. Σε όλη αυτήν την κινητοποίηση έμειναν ουδέτεροι οι Ρώσοι και οι Βούλγαροι μοναχοί. Η προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων στο ελληνικό έδαφος ανησύχησε τους μοναχούς: ο Διοικητής του Αγίου Όρους πρότεινε τη διαφυγή των χειρογράφων και των λοιπών κειμηλίων των μονών καθώς και τη φυγάδευση όσων μοναχών είχαν αναπτύξει αντιστασιακή δράση, εκτός Αγίου Όρους, στην Αθήνα ή τα νησιά του Αιγαίου. Τελικά πολλές μονές τα έκρυψαν τα κειμήλια σε κατακόμβες. Με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης οι πολιτικές και αστυνομικές αρχές του Άθω περιήλθαν σε κατάσταση πανικού. Στις Καρυές συνήλθε η Ιερά Κοινότητα και συγκρότησε πολιτοφυλακή από μοναχούς και λαϊκούς. Παράλληλα ελήφθησαν μέτρα ανακουφιστικά των Ελλήνων στρατιωτών που έφθαναν στην χερσόνησο του Άθω και βοηθήθηκαν να διαπεραιωθούν στα νησιά του Αιγαίου. Αρχικά οι Γερμανοί έφθαναν στο Άγιον Όρος κατά πολύ μικρές ομάδες στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας του Απριλίου του 1941. Η επίσημη απόβαση έγινε στη Μονή Βατοπεδίου μια εβδομάδα αργότερα από τον Περιφερειακό Φρούραρχο Λαγκαδά με τη συνοδεία ενός ταγματάρχη κι ένοπλου αποσπάσματος. Την επόμενη ημέρα μετέβησαν στις Καρυές.

Η στάση των Γερμανών

Πράγματι ούτε Γερμανικό φρουραρχείο λειτούργησε ούτε στάθμευε μόνιμα στρατιωτικό απόσπασμα στο Άγιον Όρος. Υπαγόταν στο περιφερειακό φρουραρχείο Λαγκαδά. Λόγω καταγγελιών βουλγάρων μοναχών, ό,τι κρύβονταν πολεμικό υλικό ή αντάρτες ή άγγλοι ή πως τροφοδοτούνταν αγγλικά υποβρύχια από τις μονές, έφτασαν ορισμένες φορές για ανακρίσεις και έρευνες Γερμανοί στην περιοχή. Επίσης οι Γερμανοί απέτρεψαν απόπειρα των Βουλγάρων να φτάσουν τον Μάιο του 1941 στο Άθω, κατορθώνοντας να πάνε μέχρι την Ιερισσό απ’ όπου και διώχθηκαν από τους Γερμανούς.

Η άφιξη Γερμανών επιστημόνων

Τον Ιούνιο του 1941 φθάνει στο Άθω μικτή αποστολή από Γερμανούς αξιωματικούς και επιστήμονες επικεφαλής της οποίας ήταν ο Γερμανός βυζαντινολόγος Φραντζ Ντόλγκερ – παλιός γνώριμος των μοναχών του Αγίου όρους από παλιότερες εκεί επισκέψεις – του πανεπιστημίου του Μονάχου, με σκοπό τη μελέτη και φωτογράφηση εγγράφων και χειρογράφων που βρίσκονταν στις βιβλιοθήκες του Αγίου όρους. Οι μοναχοί προετοιμάστηκαν με συστατικές επιστολές που τους απέστειλαν οι Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλος, Γεννάδειος Θεσσαλονίκης και άλλοι. Στην πραγματικότητα η αποστολή αυτή είχε οργανωθεί από τον Einsatzstab Reichsleiter Rosenberg fur die besetzten Gebiete. Η επιστημονική αυτή ομάδα έφτασε στις 15 Ιουνίου του 1941 και πραγματοποίησε στη διάρκεια της επίσκεψής της 1900 φωτογραφικές λήψεις χειρογράφων, μικρογραφιών, εικόνων και άλλων κειμηλίων. Η επίσκεψη αυτή δεν άφησε αδιάφορη την κυβέρνηση και ο Τσολάκογλου με απόρρητο έγγραφό του εφιστούσε την προσοχή στον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας για τη διαφύλαξη των αγιορείτικων θησαυρών. Το φθινόπωρο του 1943 ο Einsatzstab Reichsleiter Rosenberg αποπειράθηκε να κλέψει τους θησαυρούς – πιθανώς ερήμην του Φραντζ Ντόλγκερ – κάτι που στο τέλος αποτράπηκε, άγνωστο από ποιούς.

Η κατάσταση των μοναχών κατά τη Γερμανική κατοχή

Η μοναστική κοινότητα του Αγίου όρους αριθμούσε περί τους 3855 μοναχούς τον Σεπτέμβριο του 1942: 2812 Έλληνες και 1043 αλλοεθνείς, δηλαδή 712 Ρώσοι, 150 Ρουμάνοι, 108 Βούλγαροι και 73 Σέρβοι. Ιδιαίτερα προβλήματα επισιτισμού αντιμετώπιζε κάτι που εκμεταλλευόταν η Βουλγαρική προπαγάνδα που παρείχε τρόφιμα και επεδίωκε τον προσεταιρισμό τους. Με παρέμβαση του Υπουργείου των Εσωτερικών της Κατοχικής Κυβέρνησης προς το Υπουργείο Επισιτισμού εστάλησαν τρόφιμα (115 τόνοι σιτάρι σε δύο φάσεις).

Η στάση των αλλοεθνών μοναχών

Οι Βούλγαροι μοναχοί ενισχύθηκαν οικονομικά από το Βουλγαρικό κράτος, ενώ η μονή τους, η Ζωγράφου, έσπευσε να υψώσει Βουλγαρική σημαία και προπαγάνδιζε υπέρ των Βουλγαρικών θέσεων προβαίνοντας στις πιο κάτω ενέργειες: διανομή βουλγαρικών αλφαβηταρίων στους Έλληνες εργάτες που δούλευαν στην μονή, απόμακρυνσή τους στη συνέχεια και πρόσκληση βουλγαρόφωνων από την Φλώρινα για να εργαστούν στην μονή, συνεργασία με Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης, διανομή τροφίμων σε άλλους μοναχούς με σκοπό τον προσεταιρισμό τους, επαφές με Βούλγαρους ανώτατους αξιωματικούς στη Θεσσαλονίκη. Το ζήτημα της δράσης των Βουλγάρων πρακτόρων προκάλεσε περιπλοκές στις σχέσεις μεταξύ του πολιτικού διοικητή Κορφιατάκη και του Διοικητή της χωροφυλακής Πάλμου, καθώς ο πρώτος ζητούσε να μην ανανεώνονται οι άδειες εισόδου σε ύποπτα άτομα και να απομακρυνθούν άλλα και ο δεύτερος έκρινε πως αν εφαρμοζόταν ένα τέτοιο μέτρο θα έπληττε και άσχετα με τη βουλγαρική προπαγάνδα άτομα. Η Ιερά Σύναξη του αγίου όρους διαφώνησε κι αυτή διότι ήταν δική της αρμοδιότητα η απέλαση προσώπων ενώ αν απομακρυνόταν κάποιος Βούλγαρος θα θεωρείτο ως απόπειρα καταδίωξής τους. Τελικά ο Πάλμος καταγγέλθηκε για ολιγωρία και απομακρύνθηκε. Βούλγαροι και Ρώσοι μοναχοί ήθελαν τη διεθνοποίηση του Αγίου Όρους και την με κάθε τρόπο απαλλαγή από την Ελληνική διοίκηση. Την πρόταση αυτή συνυπέβαλαν Ρώσοι και Βούλγαροι στη Σόφια τον Μάιο του 1941 και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς στην Ιερά Σύναξη του Αγίου όρους η οποία και απορρίφθηκε χωρίς να βρει σύμμαχους τους Σέρβους μοναχούς.

Ο εορτασμός των 1.000 ετών του Αγίου Όρους

Στις 17 Απριλίου του 1963 το πολεμικό σκάφος Ασπίς μετέφερε από το Πρωτάτο του Αγίου Όρους στον Πειραιά την ιστορική εικόνα της Παναγίας με το βρέφος, γνωστή ως Άξιον Εστί. Η εικόνα το βράδυ της ιδίας ημέρας έφτασε εν πομπή στη Μητρόπολη των Αθηνών, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Ήταν το προοίμιο των εορτασμών για την χιλιετηρίδα του Αγίου Όρους. Σε προσφώνησή του κατά την τελετή στη Μητρόπολη ο δήμαρχος Αθηναίων Άγγελος Τσουκαλάς τόνισε ότι «συμβολισμόν βαθύτατον περικλείει η παρουσία της σεπτής εικόνας διότι ο κόσμος διέρχεται σήμερον δραματικάς στιγμάς και σείονται τα θεμέλια των κοινωνιών υπό τα πλήγματα της ανηθικότητος και του μίσους». Τα προεόρτια έληξαν στις 24 Απριλίου, αφού εν τω μεταξύ ο βασιλιάς Παύλος στις 21 Απριλίου προσκύνησε την εικόνα. Η ξαφνική ασθένεια του Παύλου στις 19 Μαΐου επέφερε αναβολή των εορτασμών κατά ένα μήνα. Η απόφαση αυτή της κυβερνήσεως ελήφθη έπειτα από έντονους φραστικούς διαπληκτισμούς του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τη  βασίλισσα Φρειδερίκη και τον Κωνσταντίνο, καθώς η βασίλισσα επέμενε ότι θα έπρεπε να αναβληθούν οι εορτασμοί για να μπορέσει να παραστεί ο βασιλιάς, ενώ ο Καραμανλής θεώρησε τούτο δυσχερές. Εν τέλει, οι εορτασμοί αναβλήθηκαν για τις 22-25 Ιουνίου. Στις 19 Ιουνίου έφτασε με τρένο στην Αλεξανδρούπολη ο Οικουμενικός  Πατριάρχης Αθηναγόρας, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές. Τις επόμενες ημέρες έφτασαν στον Πειραιά αντιπροσωπείες και άλλων Εκκλησιών όπως της κοπτικής και κατευθύνθηκαν ατμοπλοϊκώς στον Άθω, όπου στις 23 Ιουνίου έφτασε ο Παύλος συνοδευόμενος από τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τον πρίγκιπα Μιχαήλ. Ήταν το αποκορύφωμα των εορτασμών της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους. Πρώτη φορά έπειτα από πολλούς αιώνες συναντήθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης με Πατριάρχη Ιεροσολύμων και Πατριάρχες βαλκανικών χωρών, όπως ο Βουλγαρίας Κύριλλος και ο Σερβίας Γερμανός. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας σε ομιλία του στον ιερό ναό του Πρωτάτου τόνισε: «Εορτάζομεν την πρώτην χρυσήν χιλιετηρίδα του αγιορειτικού μοναχισμού. Οι κατοικούντες σήμερον εις το Άγιον Όρος είναι οι συνεχισταί της γνησίας ορθοδόξου θρησκευτικής ζωής». Και πρόσθεσε ότι το Άγιον Όρος είναι «η κιβωτός του ακραιφνούς ορθοδόξου μοναχικού βίου και εάν οι άνθρωποι έδιδον μείζονα προσοχήν εις το σιωπηλόν μήνυμα του μοναχικού βίου, θα έζων εν ειρήνη». Με τη σειρά του ο βασιλιάς Παύλος, κατά το πρόγευμα που παρέθεσε η Ιερά Κοινότης, μίλησε και υπογράμμισε ότι οι καταπληκτικές κατακτήσεις της επιστήμης «ανανέωσαν και πάλιν εις την σκέψιν μας την θείαν αλήθειαν ότι ου επ’ άρτον μόνον ζήσεται άνθρωπος». Και συμπλήρωσε ότι «συχνή αύτη προς τον άνθρωπο υπόμνησις είναι αναγκαιοτάτη κατά τους παρόντας ιδία καιρούς, ότι η επιτευχθείσα ολική πρόοδος τυχόν παρερμηνευομένη, δυνατόν να προκαλέση εις την σκέψιν μας αισθήματα αυταρεσκείας και αυταρκείας έναντι του Θεού». Η 24η Ιουνίου ήταν η τελευταία ημέρα της βασιλικής παρουσίας στον Άθω. Ο Παύλος και ο Κωνσταντίνος μαζί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη και λοιπούς ιεράρχες έφτασαν στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου έγιναν δεκτοί «με χαρμοσύνους και πλήρεις μελωδικότητος κωδωνοκρουσίας των δεκατριών κωδώνων της Ιεράς Μονής, τους οποίους χειρίζονται θαυμασίως οι ειδικοί κωδωνοκρούσται μοναχοί».

Ιδιοκτησιακό καθεστώς

Από ιδιοκτησιακής άποψης το έδαφος της χερσονήσου του Άθω είναι αναπαλλοτρίωτο και κατανεμημένο μεταξύ των είκοσι Ιερών Μονών του (άρθρο 105 παρ. 2 εδ. α΄ Συντ.). Σε καθεμιά από τις είκοσι αυτές εδαφικές περιοχές υπάρχουν και άλλα μοναστικά ιδρύματα (σκήτες, κελιά, καλύβες, καθίσματα και ησυχαστήρια), τα οποία αποτελούν εξαρτήματα των μονών. Επιπλέον, και η εκτός Αγίου Όρους ακίνητη περιουσία των μονών είναι «απολύτως αναπαλλοτρίωτος ως πράγμα θείω δικαίω» (άρθρο 181 Κ.Χ.Α.Ο.). Παρόλα αυτά με νόμο (Ν. 1198/1981), ο οποίος καθορίζει και τις λεπτομέρειες, έχει επιτραπεί η εκποίηση ή η ανταλλαγή ακινήτων των μονών που βρίσκονται εκτός Αγίου Όρους, μόνον όμως για λόγους προφανούς ωφέλειάς τους, όπως όταν πρόκειται για απρόσοδα ακίνητα ή όταν με το τίμημα αντιμετωπίζεται σοβαρή ανάγκη της μονής.

Απαγόρευση εγκαταβίωσης ετεροδόξων και σχισματικών

Σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ. 2 εδ. γ΄ «απαγορεύεται να εγκαταβιώνουν στο Άγιο Όρος ετερόδοξοι ή σχισματικοί». Ένα πρόβλημα το οποίο ακόμα δεν έχει επιλυθεί και σχετίζεται με την εν λόγω απαγόρευση είναι η παράνομη κατοχή των χώρων της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου και των εξαρτημάτων της από τη σχισματική τέως μοναστική αδελφότητα ήδη από τη δεκαετία του 1970.

Το Άγιον όρος και οι Διεθνείς συνθήκες

Σε διεθνές επίπεδο το Ελληνικό Κράτος έχει αναλάβει δεσμεύσεις έναντι των μη ελληνικών μονών και εξαρτημάτων του Αγίου Όρους. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων (Σέβρες, 10 Αυγούστου 1920), η οποία κυρώθηκε με το Νομοθετικό Διάταγμα της 29ης Σεπτεμβρίου 1923 «περί κυρώσεως της εν Σέβραις υπογραφείσης Συνθήκης περί προστασίας των εν Ελλάδι μειονοτήτων» (ΦΕΚ Α΄ 311/30.10.1923), «η Ελλάς υποχρεούται να αναγνωρίση και διατηρήση τα εκ παραδόσεως δικαιώματα και τας ελευθερίας ων απολαύουσι αι μη ελληνικαί μοναστηριακαί κοινότητες του Αγίου Όρους κατά τας διατάξεις του άρθρου 62 της Βερολινείου Συνθήκης της 13 Ιουλίου 1878». Οι τελευταίες προέβλεπαν γενικότερα ότι η Υψηλή Πύλη αναλάμβανε να διατηρήσει την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας μεταξύ των υπηκόων της και ειδικότερα —για πρώτη φορά διεθνώς— ότι οι μοναχοί του Αγίου Όρους, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής τους, διατηρούσαν τις πρότερες κτήσεις και πλεονεκτήματά τους και απολάμβαναν, χωρίς καμία εξαίρεση, πλήρη ισότητα δικαιωμάτων και προνομίων. Ευρωπαϊκής ΈνωσηςΤ

Το έδαφος το Αγίου Όρους —ως υπαγόμενο στην κυριαρχία του Ελληνικού κράτους— αποτελεί έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποίο ισχύει και εφαρμόζεται το δίκαιο της Ένωσης. Παρόλα αυτά έχουν προβλεφθεί αποκλίσεις σε σχέση με την εφαρμογή του στην περιοχή ήδη από την προσχώρηση της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.

  • Κατά την υπογραφή της Τελικής Πράξης της Συνδιάσκεψης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Ελλάδας εν όψει της υπογραφής της Συνθήκης προσχώρησης της τελευταίας στις πρώτες στις 28 Μαΐου 1979 στην Αθήνα, τα κράτη μέλη και το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υιοθέτησαν κοινή δήλωση περί του Αγίου Όρους, η οποία προσαρτήθηκε στην εν λόγω Τελική Πράξη. Η κοινή δήλωση έχει ως εξής:

«Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς το οποίο έχει παραχωρηθεί στο Άγιο Όρος, όπως τούτο είναι εγγυημένο από το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος, δικαιολογείται αποκλειστικά για λόγους πνευματικούς και θρησκευτικούς, η Κοινότης θα μεριμνήσει ώστε να ληφθούν υπ’ όψη οι λόγοι αυτοί κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ιδίως όσον αφορά τις τελωνειακές και φορολογικές απαλλαγές καθώς και το δικαίωμα εγκαταστάσεως.»

  • Επιπλέον, κατά την υπογραφή της Τελικής Πράξης της Διακυβερνητικής Διάσκεψης που υιοθέτησε τη Συνθήκη του Άμστερνταμ στις 2 Οκτωβρίου 1997, υιοθετήθηκε δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, η οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπει ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται και δεν προδικάζει το σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο καθεστώς των εκκλησιών και των θρησκευτικών ενώσεων ή κοινοτήτων στα κράτη μέλη». Η Ελλάδα με τη σειρά της διατύπωσε την εξής δήλωση, την οποία και έλαβε υπ’ όψη της η Διάσκεψη:

«Σχετικά με τη δήλωση για το καθεστώς των εκκλησιών και των μη ομολογιακών ενώσεων, η Ελλάδα υπενθυμίζει την κοινή δήλωση για το Άγιο Όρος που έχει προσαρτηθεί στην τελική πράξη της συνθήκης προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες».

  • Τέλος, κατά την υπογραφή της Συμφωνίας προσχώρησης της Ελλάδας στη ζώνη της Συμφωνίας του Σένγκεν (Συμφωνία του 1985 και Σύμβαση του 1990) στις 6 Νοεμβρίου 1992 στη Μαδρίτη, υιοθετήθηκε κοινή δήλωση σχετική με το Άγιον Όρος, η οποία έχει ως εξής:

«Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους, όπως το εγγυάται το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος και ο Χάρτης του Αγίου Όρους, δικαιολογείται αποκλειστικά για πνευματικούς και θρησκευτικούς λόγους, τα συμβαλλόμενα μέρη θα φροντίσουν να λάβουν τούτο υπόψη τους κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων της Συμφωνίας του 1985 και της Συμβάσεως του 1990».

Μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ την 1 Μαΐου 1999 και την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εν λόγω δήλωση λειτουργεί πλέον σε επίπεδο  δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στο έδαφός της.

Διαμονητήριο στο Άγιον Όρος

Διαμονητήριο του 1978
Διαμονητήριο του 1978

Σύμφωνα με το άρθρο 176 του Κ.Χ.Α.Ο. «πας εισερχόμενος εν Αγίω Όρει, πλην των περιοίκων προσκυνητών, οφείλει να εμφανισθή τη Ιερά Επιστασία, όπως λάβη την άδειαν της επισκέψεως των μονών και εξαρτημάτων καθ’ όλου». Πρόκειται για την υποχρέωση εφοδιασμού οποιουδήποτε επιθυμεί να επισκεφθεί το Άγιο Όρος με την ειδική άδεια εισόδου, διαμονής και επισκέψεως, γνωστή ως διαμονητήριο, από τα γραφεία προσκυνητών της Ιεράς Επιστασίας στη Θεσσαλονίκη και την Ουρανούπολη Χαλκιδικής. Η αξία του ειδικού ενσήμου, το οποίο οφείλει να είναι επικολλημένο επί του διαμονητηρίου, προκειμένου αυτό να έχει ισχύ, είναι σήμερα €25,00 για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, €35,00 για τους ετερόδοξους Χριστιανούς και τους αλλόθρησκους και €10,00 για ειδικές κατηγορίες (όπως φοιτητές και οπλίτες).

Το Άβατο του Αγίου Όρους

Σύμφωνα με το άρθρο 186 του Κ.Χ.Α.Ο. «η εις την χερσόνησον του Αγίου Όρους είσοδος των θηλέων κατά τα ανέκαθεν κρατούντα απαγορεύεται». Η απαγόρευση αυτή κυρώνεται και ποινικά με τη διάταξη του άρθρου 43β του Ν.Δ. της 10ης Σεπτεμβρίου 1926 «περί κυρώσεως του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους», το οποίο προστέθηκε με το Ν.Δ. 2623/1953 (ΦΕΚ Α΄ 268/28.9.1953)  και προβλέπει ότι «η παράβασις του άρθρου 186 του Καταστατικού Χάρτου επισύρει την ποινήν φυλακίσεως δύο μηνών μέχρις ενός έτους». Ο περιορισμός αυτός έχει την πνευματική του βάση στην παρθενία των μοναχών και την αφιέρωση του Όρους στη Θεοτόκο. Ονομάζεται άβατον και ισχύει από την αρχή της σύστασης της ιδιόρρυθμης πολιτείας, αν και κατά το παρελθόν σε στιγμές ανάγκης έχει καμφθεί.

Η Διοίκηση του Αγίου Όρους

Το Διοικητήριο του Αγίου Όρους
Το Διοικητήριο στις Καρυές

Η πολιτική διοίκηση του Αγίου Όρους ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. Α στ. 26 του Οργανισμού του (άρθρο πρώτο Ν. 3566/2007), και ασκείται μέσω της Διοίκησης του Αγίου Όρους, η οποία αποτελεί αυτοτελή δημόσια αρχή και οργανώνεται με το Π.Δ. 227/1998 (ΦΕΚ Α΄ 176/28.7.1998).

Στη Διοίκηση του Αγίου Όρους ανήκουν η από διοικητικής πλευράς εποπτεία ως προς την ακριβή τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων και η διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, η Διοίκηση του Αγίου Όρους απαρτίζεται από το Διοικητή του Αγίου Όρους (ο οποίος έχει βαθμό και αποδοχές Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης), τον Αναπληρωτή Διοικητή και το λοιπόν προσωπικό της, μόνιμο ή με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και εδρεύει στις Καρυές.

Γραφεία της έχουν συσταθεί στη Θεσσαλονίκη και στην Ουρανούπολη Χαλκιδικής.

Από τις 26 Αυγούστου 2019, Πολιτικός Διοικητής του Αγίου Όρους είναι ο εφοπλιστής και Άρχων Οφφικίαλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου  Θανάσης Μαρτίνος, ενώ από τις 27 Αυγούστου 2019, μετά από αρκετά χρόνια πληρώθηκε η θέση του Υποδιοικητή, την οποία κατέλαβε ο επί σειρά ετών πρώην Πολιτικός Διοικητής του Αγίου Όρους Αρίστος Κασμίρογλου.

Η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους

Το αυτοδιοίκητο του Αγίου Όρους έγκειται στο ότι η διοίκησή του ασκείται μέσω των αντιπροσώπων των είκοσι Ιερών Μονών του, οι οποίοι αποτελούν την Ιερά Κοινότητα. Οι αντιπρόσωποι εκλέγονται στην αρχή κάθε έτους από τις οικείες μονές σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς τους, «προτιμωμένων πάντοτε των κεκτημένων εκκλησιαστικήν μόρφωσιν και εγκύκλιον παιδείαν». Οι διοικητικές αρμοδιότητές της εκτείνονται σε οτιδήποτε δεν έχει απονεμηθεί στην εξουσία άλλου οργάνου του Αγίου Όρους, διαθέτει δηλαδή τεκμήριο αρμοδιότητας. Επίσης διαθέτει και δικαστικές εξουσίες.

Η Ιερά Κοινότητα εδρεύει στις Καρυές και οι είκοσι αντιπρόσωποι των μονών παραμένουν μονίμως εκεί καθόλη τη διάρκεια του έτους για το οποίο εξελέγησαν, υποχρεούμενοι να προσέρχονται τακτικώς και ανελλιπώς στις συνεδρίες της. Οι εργασίες της Ιεράς Κοινότητας λαμβάνουν χώρα πάντοτε ενώπιον του Πρωτεπιστάτη, ο οποίος διευθύνει τις συζητήσεις της.

Όσον αφορά την επίσημη γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ των μοναστικών κοινοτήτων με την Ιερά Κοινότητα και παρά την εγκαταβίωση και Ρώσων, Σέρβων, Βουλγάρων και Ρουμάνων μοναχών στο Άγιο Όρος, όλα τα έγγραφα της Ιεράς Κοινότητας, των Ιερών Μονών και των εξαρτημάτων τους πρέπει να συντάσσονται στην ελληνική γλώσσα (άρθρο 26 Κ.Χ.Α.Ο.).

Η Ιερά Επιστασία του Αγίου Όρους

Οι είκοσι Ιερές Μονές διαιρούνται σε πέντε τετράδες, καθεμιά από τις οποίες ασκεί ανά πενταετία για ένα έτος (από 1 Ιουνίου έως 31 Μαΐου του επομένου) την Ιερά Επιστασία. Οι μονές κάθε τετράδας αποστέλλουν κατ’ έτος από ένα πρόσωπο με τα προσόντα που καθορίζονται και για τους αντιπροσώπους των μονών στην Ιερά Κοινότητα. Οι τετράδες είναι οι εξής:

Α΄ ΤετράδαΒ΄ ΤετράδαΓ΄ ΤετράδαΔ΄ ΤετράδαΕ΄ Τετράδα
Μεγίστης ΛαύραςΒατοπεδίουΙβήρωνΧιλανδαρίουΔιονυσίου
ΔοχειαρίουΚουτλουμουσίουΠαντοκράτοροςΞηροποτάμουΖωγράφου
ΞενοφώντοςΚαρακάλλουΦιλοθέουΑγίου ΠαύλουΑγίου Παντελεήμονος
ΕσφιγμένουΣταυρονικήταΣίμωνος ΠέτραςΓρηγορίουΚωνσταμονίτου

Ο πρώτος τη τάξει κάθε τετράδας ονομάζεται Πρωτεπιστάτης, είναι ο πρόεδρος της Ιεράς Επιστασίας —χωρίς η ψήφος του να κατισχύει σε περίπτωση ισοψηφίας, οπότε και αποφασίζει η Ιερά Κοινότητα— και κρατεί «την του Πρώτου ράβδον». Δεν αποκλείεται ο αντιπρόσωπος της μονής στην Ιερά Κοινότητα να εκτελεί ταυτόχρονα και τα καθήκοντα του Επιστάτη, με εξαίρεση αυτόν της μονής στην οποία ανήκει ο Πρωτεπιστάτης. Δηλαδή οι αντιπρόσωποι των μονών Μεγίστης Λαύρας, Βατοπεδίου, Ιβήρων, Χιλανδαρίου και Διονυσίου δεν μπορούν να εκτελούν παράλληλα και τα καθήκοντα του Πρωτεπιστάτη.

Η Ιερά Επιστασία εδρεύει και αυτή στις Καρυές, όπου διαρκώς διαμένουν οι Eπιστάτες. Επιτρέπεται να απουσιάζουν, πλην του Πρωτεπιστάτη, εναλλάξ και κατά την ιεραρχική τάξη, μόνο όταν παρουσιάζεται επιστατικό καθήκον. Την Ιερά Κοινότητα και την Ιερά Επιστασία επικουρούν ο αρχιγραμματεύς και ο υπογραμματεύς.

Η σφραγίδα της Ιεράς Κοινότητας, αποτελούμενη από τέσσερα αποσπώμενα μέρη, καθένα από τα οποία φυλάσσεται από έναν Eπιστάτη, παραδίδεται κάθε έτος στη νέα Ιερά Eπιστασία.

Στις αρμοδιότητες της Ιεράς Επιστασίας ανήκει η διαχείριση του κοινού ταμείου, που ενεργείται με βάση προϋπολογισμό που έχει εγκριθεί από την Ιερά Κοινότητα. Επίσης οφείλει:

  • να διεκπεραιώνει και να σφραγίζει την αλληλογραφία της Ιεράς Κοινότητας,
  • να επιτηρεί την καθαριότητα στις Καρυές και την επισκευή των οδών,
  • να διατηρεί επαρκή φωτισμό,
  • να διενεργεί αστιατρικές επιθεωρήσεις,
  • να διατιμά τα τρόφιμα και
  • να επιβλέπει την ευπρεπή και κόσμια συμπεριφορά
    • απαγορεύοντας τις αταξίες, τα τραγούδια, τα παιχνίδια, τα όργανα, γενικότερα τις ακοσμίες, το κάπνισμα, την ιππασία στις κεντρικές οδούς, το άνοιγμα των καταστημάτων κατά τους εσπερινούς και τις ημέρες των Κυριακών και των επίσημων εορτών, την πώληση κρέατος και παρασκευή φαγητού μη νηστίσιμου κάθε Τετάρτη και Παρασκευή και κατά τις υπόλοιπες νηστείες και
    • απελαύνοντας μέσω των οργάνων της (σεϊμένιδων και σερδαρών) κάθε μέθυσο, άεργο, άτακτο, ζητώντας, όταν παρίσταται ανάγκη, και τη συνδρομή της Ελληνικής Αστυνομίας που βρίσκεται στις Καρυές.

Γενικότερα η Ιερά Επιστασία εκπροσωπεί την εκτελεστική εξουσία της Ιεράς Κοινότητας και εκπληρώνει συγχρόνως καθήκοντα δημαρχιακά και Ειρηνοδικείου.

Η Δικαιοσύνη στο Άγιον Όρος

Η απονομή της δικαιοσύνης στο Άγιο Όρος ρυθμίζεται τόσο από διατάξεις του Κ.Χ.Α.Ο. όσο και από αυτές του κυρωτικού του Ν.Δ., οι οποίες τον συμπληρώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια. Σύμφωνα με το άρθρο 44 του Κ.Χ.Α.Ο. «Ο σκοπός των εν Αγίω Όρει δικαστηρίων είναι η εκδίκασις των εκάστοτε αναφυομένων εν Αγίω Όρει οριακών ζητημάτων, η φρούρησις της μοναχικής πειθαρχίας και η τιμωρία των υποπιπτόντων εις παράπτωμα μοναχών εν γένει του Αγίου Όρους». Από το ιδιότυπο αυτό καθεστώς εξαιρούνται, πλην των πταισμάτων, τα κοινά ποινικά αδικήματα, τα οποία εκδικάζονται από τα ποινικά δικαστήρια της Θεσσαλονίκης.

Τα Δικαστήρια

Δικαστικά όργανα, με διακριτές αρμοδιότητες το καθένα, αποτελούν:

  • ο Ηγούμενος με τη Γεροντία κάθε Ιεράς Μονής,
  • η Ιερά Κοινότητα και
  • η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία μπορεί να αναθέτει τις δικαστικές της αρμοδιότητες σε δικαστήριο που απαρτίζεται από Εξαρχία τριών Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου και τα είκοσι μέλη της Έκτακτης Δισενιαύσιας Σύναξης.

Οι Δικαστικές αρμοδιότητες

  • Ο Ηγούμενος με τη Γεροντία κάθε Ιεράς Μονής δικάζουν σε πρώτο βαθμό
    • τα εκκλησιαστικά και πειθαρχικά παραπτώματα των μοναχών που ζουν τόσο στις οικείες μονές όσο και στα εξαρτήματά τους, εκτός από αυτά που επισύρουν την ποινή της καθαιρέσεως,
    • τις αστυνομικές και αγορανομικές παραβάσεις και τα πταίσματα που διαπράττονται στην περιφέρεια της οικείας μονής (τα πταίσματα που διαπράττονται στις Καρυές δικάζονται από την Ιερά Επιστασία) και
    • τις οριακές και άλλες διαφορές μεταξύ ορισμένης μονής και εξαρτήματός της ή μεταξύ δύο εξαρτημάτων της οικείας μονής.
  • Η Ιερά Κοινότητα δικάζει
    • σε πρώτο βαθμό τις οριακές διαφορές μεταξύ των μονών ή μεταξύ εξαρτημάτων δύο ή περισσοτέρων μονών και
    • σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των Γεροντιών των Ιερών Μονών.
  • Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία μπορεί να αναθέτει τις δικαστικές της αρμοδιότητες σε δικαστήριο που απαρτίζεται από Εξαρχία τριών Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου και τα είκοσι μέλη της Έκτακτης Δισενιαύσιας Σύναξης, δικάζει
    • τα εκκλησιαστικά αδικήματα που συνεπάγονται την ποινή της καθαιρέσεως και
    • σε δεύτερο βαθμό τις εφέσεις κατά των αποφάσεων της Ιεράς Κοινότητας.

Οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους

Όλες οι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους αποτελούν θρησκευτικά πνευματικά ιδρύματα και όλες χαρακτηρίζονται ως «Κυρίαρχες», «Βασιλικές», «Πατριαρχικές» και «Σταυροπηγιακές».
Κυρίαρχες επειδή διατηρούν ιδιοκτησιακό και οργανωτικό αυτοδιοίκητο του χώρου τους, μη υποκείμενο σε κανένα περιορισμό ως προς τον αριθμό των μοναχών.
Βασιλικές επειδή η ίδρυσή τους οφείλεται σε εντολή ή συνδρομή των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων ή η ίδρυσή τους επικυρώθηκε με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο.
Πατριαρχικές ονομάστηκαν αργότερα με την έκδοση πατριαρχικών σχετικών σιγιλλίων, όταν συνδέθηκαν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, που ανέλαβε την πνευματική και μόνο εποπτεία τους.
Σταυροπηγιακές γιατί κατά την ίδρυσή τους τοποθετήθηκε σε αυτές σταυρός, ο οποίος απεστάλη από το Οικουµενικό Πατριαρχείο.

Οι Αθωνικές Μονές σήμερα είναι όλες κοινόβιες. Παλιότερα ορισμένες ήταν ιδιόρρυθμες.

  • Στις κοινόβιες οι αδελφοί έχουν τα πάντα κοινά και τίποτε ιδιόκτητο. Της Μονής προΐσταται ισόβιος Ηγούμενος, ο Κοινοβιάρχης, έχοντας γύρω του τη Γεροντία και τους Επιτρόπους, εκλεγόμενος δε διά πλειοψηφίας από τη Γεροντία σε μυστική ψηφοφορία, από κατάλογο υποψηφίων, που και αυτός καταρτίζεται από πλειοψηφία από τους έχοντες δικαίωμα ψήφου (διανυόντων του 6ου από της κουράς των έτους) μοναχών. Για τον Ηγούμενο απαιτούνται ορισμένα πνευματικά και ηθικά προσόντα, δύναται όμως να παυθεί με απόφαση της Γεροντίας και κατόπιν πλειοψηφίας των εχόντων δικαίωμα ψήφου της Αδελφότητας. Αν ο εκλεγείς Ηγούμενος δε φέρει το βαθμό του Αρχιμανδρίτη, χειροτονείται αμέσως μετά την εκλογή.
  • Στις ιδιόρρυθμες Μονές οι μεν μοναχοί ενδιαιτώνται μεμονομένα ο καθένας, τα δε των Μονών αυτών διέπει Επιτροπή και η Σύναξη των Προϊσταμένων.

Κατά ταύτα, των μεν κοινοβίων η Διοίκηση είναι σχεδόν μοναρχική αλλά μετά κοινοκτημοσύνης, των δε ιδιορρύθμων ολιγαρχική αριστοκρατική. Ο αριθμός των είκοσι Μονών, ως ανεγνωρισμένων ανέκαθεν από την Εκκλησία και την Πολιτεία, δεν μπορούν ούτε να αυξηθεί αλλά ούτε και να ελαττωθεί. Από αυτές οι δεκαεπτά είναι ελληνικές, μία σερβική, μία ρωσική και μία βουλγαρική.

Η χερσόνησος του Άθω όπως φαίνεται από την κορυφή του Αγίου Όρους προς
Η χερσόνησος του Άθω όπως φαίνεται από την κορυφή του Αγίου Όρους προς βορειοδυτικά

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Άγιο_Όρος

Please follow and like us:
error0

Ο Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)

Ο Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 – 18 Μαρτίου 1996), φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη του Παναγιώτη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς      του ’30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, γνωστός για τα ποιητικά του έργα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.

Ο Οδυσσέας Ελύτης
Ο Οδυσσέας Ελύτης

Ο Βίος του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της Παναγιούδας Λέσβου και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Ηρακλείου από το 1895, όταν σε συνεργασία με τον αδελφό του ίδρυσε ένα εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας. Το παλαιότερο όνομα της οικογένειας Αλεπουδέλλη ήταν Λεμονός, το οποίο αργότερα μετασχηματίστηκε σε Αλεπός. Η μητέρα του καταγόταν από τον Παππάδο της Λέσβου.

Το 1914, ο πατέρας του μετέφερε τα εργοστάσιά του στον Πειραιά και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. O Οδυσσέας Ελύτης εγγράφτηκε το 1917 στο ιδιωτικό σχολείο Δ.Ν. Μακρή, όπου φοίτησε για επτά χρόνια, έχοντας μεταξύ άλλων δασκάλους του τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ι.Θ. Κακριδή. Τα πρώτα καλοκαίρια της ζωής του πέρασαν στην Κρήτη, στη Λέσβο και στις Σπέτσες. Το Νοέμβριο του 1920, μετά την πτώση του Βενιζέλου, η οικογένειά του αντιμετώπισε διώξεις, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του πατέρα του, εξαιτίας της προσήλωσής της στις βενιζελικές ιδέες. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε στενές σχέσεις με την οικογένεια και είχε φιλοξενηθεί συχνά στην οικία της στο κτήμα του Ακλειδιού. Το 1923 ταξίδεψε οικογενειακώς στην Ευρώπη, επισκεπτόμενος την Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη ο ποιητής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Το φθινόπωρο του 1924 εγγράφτηκε στο Γ’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και συνεργάστηκε στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Όπως ο ίδιος ομολογεί πρωτογνώρισε τη νεοελληνική λογοτεχνία, αυτός ο θρεμμένος με παγκόσμια έργα του πνεύματος, που ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Εκτός από την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε ενεργά με ορειβατικές εκδρομές στα βουνά της Αττικής και αντιδρώντας στη διάθεσή του για διάβασμα στράφηκε στον αθλητισμό. Ακόμη και τα βιβλία που αγόραζε, έπρεπε να έχουν σχέση με την ελληνική φύση: Καμπούρογλου, Κ.Πασαγιάννης, Στ. Γρανίτσας, κι ένας τρίτομος «Οδηγός της Ελλάδος». Την Άνοιξη του 1927 μία υπερκόπωση και μία αδενοπάθεια τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τις φίλαθλες τάσεις του καθηλώνοντας τον στο κρεβάτι για περίπου τρεις μήνες. Ακολούθησαν ελαφρά συμπτώματα νευρασθένειας και περίπου την ίδια περίοδο στράφηκε οριστικά προς τη λογοτεχνία, γεγονός που συνέπεσε με την εμφάνιση αρκετών νέων λογοτεχνικών περιοδικών όπως η Νέα Εστία και τα Ελληνικά Γράμματα.

Το καλοκαίρι του 1928 πήρε το απολυτήριο του γυμνασίου με βαθμό 73/11. Μετά από πιέσεις των γονέων του, αποφάσισε να σπουδάσει χημικός, ξεκινώντας ειδικά φροντιστήρια για τις εισαγωγικές εξετάσεις του επόμενου έτους. Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με το έργο του Καβάφη και του Κάλβου ανανεώνοντας τη γνωριμία του με τη θελκτική αρχαία λυρική ποίηση. Παράλληλα ανακάλυψε το έργο του Πωλ Ελυάρ και των Γάλλων υπερρεαλιστών, που επέδρασαν σημαντικά στις ιδέες του για τη λογοτεχνία, σύμφωνα με τον ίδιο: «…μ’ ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση».

Τα Νέα Γράμματα του Οδυσσέα Ελύτη

Όπως ο Ελύτης αναγνωρίζει, το 1935 στάθηκε μια ιδιαίτερη χρονιά στην πνευματική πορεία του. Τον Ιανουάριο κυκλοφόρησε το περιοδικό Νέα Γράμματα. Το Φεβρουάριο γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που χαρακτηριστικά τον περιέγραψε: «…ο μεγάλης αντοχής αθλητής της φαντασίας, με γήπεδο την οικουμένη ολόκληρη και διασκελισμό τον Έρωτα. Το έργο του, κάθε του καινούργιο έργο, ζωσμένο από ένα μικρό ουράνιο τόξο, είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα, μια δωρεά που αν δεν την κρατούν ακόμα όλοι στα χέρια τους είναι αποκλειστικά και μόνον από δική τους αναξιότητα». Τον ίδιο μήνα ο Εμπειρίκος έδωσε διάλεξη με θέμα «Υπερρεαλισμός, μια νέα ποιητική σχολή», που αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη παρουσίαση του υπερρεαλισμού στο ελληνικό κοινό. Οι δύο ποιητές συνδέθηκαν με στενή φιλία, που κράτησε πάνω από 25 χρόνια. Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, εκτός από το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Υψικάμινος του Εμπειρίκου, με ποίηση ορθόδοξα υπερρεαλιστική. Ο Ελύτης, δέκα χρόνια νεότερος, είδε να ανοίγεται μπροστά του διάπλατη μια πόρτα σε μια νέα ποιητική πραγματικότητα, όπου μπορούσε με τα δικά του εφόδια να θεμελιώσει το ποιητικό του οικοδόμημα. Το Πάσχα οι δυο φίλοι επισκέφτηκαν τη Λέσβο, όπου με τη συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη ήρθαν σε επαφή με την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, που είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν. Κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης του κύκλου των Νέων Γραμμάτων στο σπίτι του ποιητή Γ.Κ. Κατσίμπαλη, οι παριστάμενοι κράτησαν ορισμένα χειρόγραφα του Ελύτη, με το πρόσχημα να τα μελετήσουν καλύτερα, και τα στοιχειοθέτησαν κρυφά παρουσιάζοντάς τα αργότερα στον ίδιο τον Ελύτη με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Βρανάς, με στόχο τη δημοσίευσή τους. Ο Ελύτης αρχικά ζήτησε την απόσυρσή τους απευθύνοντας ειδική επιστολή στον Κατσίμπαλη, ωστόσο τελικά πείστηκε να δημοσιευτούν αποδεχόμενος επίσης το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης. Η δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων του στα Νέα Γράμματα έγινε το Νοέμβριο του 1935, στο 11ο τεύχος του περιοδικού.

Ο Ελύτης δημοσίευσε επίσης μεταφράσεις ποιημάτων του Ελυάρ και στο προλογικό του άρθρο παρουσιάζει το δημιουργό τους ως τον ποιητή που «Ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας». Το 1936 η ομάδα των νέων λογοτεχνών ήταν πιο στέρεη και μεγαλύτερη. Ο Ελύτης γνωρίστηκε επίσης με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, που μερικά χρόνια αργότερα τύπωσε την υπερρεαλιστική «Αμοργό». Το 1937 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, αλληλογραφώντας παράλληλα με το Νίκο Γκάτσο και το Γιώργο Σεφέρη που βρίσκονταν στην Κορυτσά. Λίγο μετά την απόλυσή του, τον επόμενο χρόνο, ο Μήτσος Παπανικολάου δημοσίευσε το άρθρο «Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης» στα Νέα Γράμματα, το οποίο συνέβαλε στην καθιέρωσή του.Το 1939 εγκατέλειψε οριστικά τις νομικές σπουδές και μετά από αρκετές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Προσανατολισμοί. Τον επόμενο χρόνο, μεταφράστηκαν για πρώτη φορά ποιήματά του σε ξένη γλώσσα, όταν ο Samuel Baud Bovy δημοσίευσε ένα άρθρο για την ελληνική ποίηση στο ελβετικό περιοδικό Formes et Couleurs.

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο Αλβανικό μέτωπο

Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α’ Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαΐου του 1943. Εκεί, την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».

Ο Οδυσσέας Ελύτης στην Ευρώπη

Το 1948 ταξίδεψε στην Ελβετία, για να εγκατασταθεί στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόνη. Περιγράφοντας τις εντυπώσεις του από την παραμονή του στη Γαλλία, σχολίασε τα συναισθήματα και τις σκέψεις του: «Ένα ταξίδι που θα μ’ έφερνε πιο κοντά στις πηγές της μοντέρνας τέχνης, συλλογιζόμουνα. Χωρίς να λογαριάζω ότι θα μ’ έφερνε συνάμα πολύ κοντά και στις παλιές μου αγάπες, στα κέντρα όπου είχαν δράσει οι πρώτοι Υπερρεαλιστές, στα καφενεία όπου είχαν συζητηθεί τα Μανιφέστα, στη Rue de l’Odeon και στην Place Blanche, στο Montparnasse και στο St.Germain des Pres». Στο Παρίσι υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Association Internationale des Critiques d’ Art ενώ είχε επίσης την ευκαιρία να γνωριστεί με τους Αντρέ Μπρετόν, Πωλ Ελυάρ, Αλμπέρ Καμύ, Τριστάν Τζαρά, Πιερ Ζαν Ζουβ, Χουάν Μιρό και άλλους.

Με τη βοήθεια του Ελληνογάλλου τεχνοκριτικού E. Teriade, που πρώτος είχε προσέξει την αξία του έργου του συμπατριώτη του Θεόφιλου, συνάντησε τους μεγάλους ζωγράφους Ανρί Ματίς, Μαρκ Σαγκάλ, Αλμπέρτο Τζιακομέτι, Τζόρτζιο ντε Κίρικο και Πικάσο, για του οποίου το έργο έγραψε αργότερα άρθρα και αφιέρωσε στην τέχνη του το ποίημα «Ωδή στον Πικασσό». Το καλοκαίρι του 1950 ταξίδεψε στην Ισπανία ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο, από τα τέλη του 1950 μέχρι το Μάιο 1951, συνεργάστηκε με το Β.Β.C. πραγματοποιώντας τέσσερις ραδιοφωνικές ομιλίες. Λίγο νωρίτερα είχε ξεκινήσει τη σύνθεση του Άξιον Εστί.

Ο Οδυσσέας Ελύτης επιστρέφει στην Ελλάδα

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1952 έγινε μέλος της «Ομάδας των Δώδεκα», που κάθε χρόνο απένειμε βραβεία λογοτεχνίας, από την οποία παραιτήθηκε το Μάρτιο του 1953 αλλά επανήλθε δύο χρόνια αργότερα. Το 1953 ανέλαβε και πάλι για ένα χρόνο τη Διεύθυνση Προγράμματος του Ε.Ι.Ρ, διορισμένος από την κυβέρνηση Παπάγου, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον επόμενο χρόνο. Στο τέλος του έτους έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Πολιτισμού στη Βενετία, και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν.

Το 1958, μετά από μία δεκαπενταετή περίπου περίοδο ποιητικής σιωπής, δημοσιεύτηκαν αποσπάσματα από το Άξιον Εστί, στην Επιθεώρηση Τέχνης. Το έργο εκδόθηκε το Μάρτιο του 1960 από τις εκδόσεις Ίκαρος, αν και φέρεται τυπωμένο το Δεκέμβριο του 1959. Λίγους μήνες αργότερα απέσπασε για το Άξιον Εστί το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Την ίδια περίοδο εκδόθηκαν και οι «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Το 1961 με κυβερνητική πρόσκληση επισκέφτηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα τέλη Μαρτίου έως τις αρχές Ιουνίου. Τον επόμενο χρόνο μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση, προσκεκλημένος μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τον Γιώργο Θεοτοκά. Το δρομολόγιο που ακολούθησαν περιλάμβανε την Οδησσό, τη Μόσχα, όπου έδωσε μία συνέντευξη, και το Λένινγκραντ.

Το 1964 ξεκίνησε η ηχογράφηση του μελοποιημένου Άξιον Εστί από τον Μίκη Θεοδωράκη ενώ η συνεργασία του Ελύτη με το συνθέτη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1961. Το ορατόριο του Θεοδωράκη εντάχθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και επρόκειτο αρχικά να παραουσιαστεί στο Ηρώδειο, ωστόσο το Υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να το παραχωρήσει με αποτέλεσμα ο Ελύτης και ο Θεοδωράκης να αποσύρουν το έργο, το οποίο παρουσιάστηκε τελικά στις 19 Οκτωβρίου στο κινηματοθέατρο Rex.

To 1965 του απονεμήθηκε από τον Κωνσταντίνο Β΄ το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος και το επόμενο διάστημα ολοκλήρωσε τη συλλογή δοκιμίων που θα συγκροτούσαν τα Ανοιχτά Χαρτιά. Παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια στη Σόφια, καλεσμένος της Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων και στην Αίγυπτο. Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, απήχε από τη δημοσιότητα ασχολούμενος κυρίως με τη ζωγραφική και την τεχνική του κολάζ, ενώ αρνήθηκε πρόταση να απαγγείλει ποιήματά του στο Παρίσι εξαιτίας της δικτατορίας που επικρατούσε. Στις 3 Μαΐου του 1969 εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ξεκίνησε τη συγγραφή της συλλογής Φωτόδεντρο. Λίγους μήνες αργότερα επισκέφτηκε για ένα διάστημα την Κύπρο, ενώ το 1971 επέστρεψε στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο αρνήθηκε να παραλάβει το «Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας» που είχε θεσπίσει η δικτατορία. Μετά την πτώση της δικτατορίας, διορίστηκε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος για δεύτερη φορά του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1974 – 1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στους καταλόγους των βουλευτών επικρατείας, ο Ελύτης αρνήθηκε, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμιγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνήθηκε επίσης την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκό.

Το Βραβείο Νομπέλ του Οδυσσέα Ελύτη

Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο. Το 1978 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ενώ το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η αναγγελία της απονομής του βραβείου από την Σουηδική Ακαδημία έγινε στις 18 Οκτωβρίου «για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία» σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης. Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής του βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, παραλαμβάνοντας το βραβείο από τον βασιλιά Κάρολο Γουστάβο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα. Τον επόμενο χρόνο κατέθεσε το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη. Την απονομή του Νομπέλ, ακολούθησαν τιμητικές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας, μεταξύ αυτών και η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευση του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο «Έδρα Ελύτη», στο πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσεϊ, καθώς και η απονομή του αργυρού μεταλλίου Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου.

Πέθανε στις 18 Μαρτίου του 1996 από ανακοπή καρδιάς, στην Αθήνα.

Το έργο του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του ’30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ’ την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος». Το έργο του έχει επανηλειμμένα συνδεθεί με το κίνημα του υπερρεαλισμού, αν και ο Ελύτης διαφοροποιήθηκε νωρίς από τον «ορθόδοξο» υπερρεαλισμό που ακολούθησαν σύγχρονοί του ποιητές όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος ή ο Νικόλαος Κάλας. Επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό και δανείστηκε στοιχεία του, τα οποία ωστόσο αναμόρφωσε σύμφωνα με το προσωπικό του ποιητικό όραμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το λυρικό στοιχείο και την ελληνική λαϊκή παράδοση. Οι επιρροές από τον υπερρεαλισμό διακρίνονται ευκολότερα στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Προσανατολισμοί (1940) και Ήλιος ο πρώτος (1943).

Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε το ποίημα Το Άξιον Εστί (1959), έργο με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο». Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασσική ακρίβεια της φράσης ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που «δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης». Τον «εθνικό» χαρακτήρα του Άξιον Εστί υπογράμμισαν μεταξύ άλλων ο Δ.Ν. Μαρωνίτης και ο Γ.Π. Σαββίδης, ο οποίος σε μία από τις πρώτες κριτικές του ποιήματος διαπίστωσε πως ο Ελύτης δικαιούταν το επίθετο «εθνικός», συγκρίνοντας το έργο του με αυτό του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού.

Η μεταγενέστερη πορεία του Ελύτη υπήρξε πιο ενδοστρεφής, επιστρέφοντας στον αισθησιασμό της πρώιμης περιόδου του και σε αυτό που ο ίδιος ο Ελύτης αποκαλούσε ως έκφραση μιας «μεταφυσικής του φωτός»: «Έτσι το φως, που είναι η αρχή και το τέλος κάθε αποκαλυπτικού φαινομένου, δηλώνεται με την επίτευξη μιας ολοένα πιο μεγάλης ορατότητας, μιας τελικής διαφάνειας μέσα στο ποίημα που επιτρέπει να βλέπεις ταυτοχρόνως μέσα απ’ την ύλη και μέσα από την ψυχή». Ιδιόμορφο, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ελύτη, μπορεί να χαρακτηριστεί το σκηνικό ποίημα Μαρία Νεφέλη (1978), στο οποίο χρησιμοποιεί – για πρώτη φορά στην ποίησή του – την τεχνική του κολάζ.

Πέρα από το ποιητικό του έργο, ο Ελύτης άφησε σημαντικά δοκίμια, συγκεντρωμένα στους τόμους Ανοιχτά Χαρτιά (1974) και Εν Λευκώ (1992), καθώς και αξιόλογες μεταφράσεις Ευρωπαίων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων.

Ποιήματα

«Προσανατολισμοί», (1940) 
«Ηλιος ο πρώτος, παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα», (1943) 
«Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», (1946) 
«Το Άξιον Εστί», (1959) 
«Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό», (1960) «Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά», (1971) 
«Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου», (1971)«Ο Ήλιος ο ηλιάτορας», (1971)«Το Μονόγραμμα», (1972) 
«Τα Ρω του Έρωτα», (1973) 
«Ο Φυλλομάντης», (1973)
«Τα Ετεροθαλή», (1974) 
«Σηματολόγιον», (1977) 
«Μαρία Νεφέλη», (1978) 
«Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας», (1982) 
«Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», (1984) 
«Ο Μικρός Ναυτίλος», (1988) 
«Τα Ελεγεία της Οξώπετρας», (1991) «Η ποδηλάτισσα» , (1991)
«Δυτικά της λύπης», (1995) 
«Εκ του πλησίον» , (1998)

Πεζά, δοκίμια, συνεντεύξεις

  • «Η Αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου», (1942)
  • «Ο ζωγράφος Θεόφιλος» (1973))
  • «Ανοιχτά χαρτιά» (1974)
  • «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη» (1976)
  • «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο» (1978)
  • «Ιδιωτική Οδός» (1989)
  • «Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά» (1990)
  • «Εν λευκώ» (1992)
  • «Ο κήπος με τις αυταπάτες» (1995)
  • «Συν τοις άλλοις»,επιμ.: Ηλίας Καφάογλου, εκδ.Ύψιλον, 2011 [με 37 συνεντεύξεις του ποιητή]

Μεταφράσεις

  • «Δεύτερη γραφή» (1976)
  • «Σαπφώ» (1984)
  • «Η αποκάλυψη» (1985)

Μελοποιημένα έργα / ποιήματα του Ελύτη
Σημαντικός αριθμός ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη έχει μελοποιηθεί και τραγουδηθεί από πολλούς καλλιτέχνες. Μερικά έργα αναφέρονται παρακάτω:

  • «Άξιον Εστί», Μίκης Θεοδωράκης
    • Της δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ
    • Ένα το χελιδόνι
  • Μικρές Κυκλάδες
    • Του μικρού Βοριά, Μίκης Θεοδωράκης
    • Η Μάγια, Μίκης Θεοδωράκης
  • Τα Ρω του Έρωτα
    • Το θαλασσινό τριφύλλι, Λίνος Κόκκοτος
  • Η πεντάμορφη στον κήπο, Γιώργος Κουρουπός
  • Η νεροσταγόνα, Θόδωρος Αντωνίου
  • Με την πρώτη σταγόνα της βροχής, Μάνος Χατζιδάκις
  • Ο Ήλιος ο ηλιάτορας, Δημήτρης Λάγιος
  • «Προσανατολισμοί», Ηλίας Ανδριόπουλος – Οδυσσέας Ελύτης, δίσκος (1984)
  • Ο Ήλιος ο ηλιάτορας, Ζαράνης Πέτρος
  • Ο Αύγουστος, Ζαράνης Πέτρος

Πηγή: https://odysseas-elitis.weebly.com/betaiotaomicrongammarhoalphaphiiotakappaomicron.html#

Please follow and like us:
error0