Το Μεσολόγγι έπεσε

Το Μεσολόγγι έπεσε ύστερα από δωδεκάμηνη πολιορκία. Ο Ιμπραήμ μπήκε σε μια νεκρή πόλη: «…ένας σωρός ερειπίων, στάκτης, πετρών και πτωμάτων έμειναν εις την εξουσίαν του εχθρού».

Ο Χρήστος Καψάλης

Η πολιορκία του Μεσολογγίου στόχο είχε την πτώση του και την υποταγή της Στερεάς, ώστε να διευκολυνθεί η κατάπνιξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Στην πρώτη φάση της πολιορκίας (Απρίλιος-Νοέμβριος 1825) οι υπό τον Κιουταχή τουρκικές δυνάμεις υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Στη δεύτερη φάση (12 Δεκεμβρίου-10 Απριλίου 1826), όταν τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Ιμπραήμ επικεφαλής 10.000 Τουρκοαιγυπτίων, οι Μεσολογγίτες μετά την εξάντληση των τροφίμων και την έλλειψη ανεφοδιασμού αποφάσισαν την ηρωική έξοδο.

Ο Ιμπραήμ είχε καταλάβει μέχρι τα τέλη Μαρτίου όλα τα νησιά της λιμνοθάλασσας, το Βασιλάδι, τον Ντολμά, τον Πόρο και το Ανατολικό. Ο Κιουταχής όμως, που επιχείρησε να καταλάβει και την Κλείσοβα υπέστη πανωλεθρία. Αυτή η νίκη αναπτέρωσε το ηθικό των πολιορκημένων, αλλά ο αποκλεισμός από τη θάλασσα στέρησε και την τελευταία ελπίδα επικοινωνίας και παροχής βοήθειας απ’ έξω.

Η εξαμελής επιτροπή που είχε σταλεί από τους πολιορκημένους στο Ναύπλιο για βοήθεια από τις 17 Ιανουαρίου, μόλις το Μάρτιο κατόρθωσε να εξασφαλίσει 400.000 γρόσια για να κινήσει ένα μικρό στόλο 25 πολεμικών και πυροβολικών. Ο στόλος με επικεφαλής τον Μιαούλη έφθασε τέλη Μαρτίου, αλλά δεν κατόρθωσε να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό.

Οι πολιορκημένοι -που είχαν απορρίψει τις εχθρικές προτάσεις για παράδοση- όταν «πάσα ελπίς εισαγωγής τροφών εξέλιπε, και πάσα βρώσιμος ύλη εξεκενώθη εντός της πόλεως» αποφάσισαν να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης προς τη 11η Απριλίου, Κυριακή των Βαΐων. Μέσα στο Μεσολόγγι βρίσκονταν η Φρουρά από περίπου 3.500 ή 3.600 άνδρες, πολίτες περίπου 1.500 και γυναικόπαιδα περίπου 5.500, συνολικά 10.600 άτομα.

Το Μεσολόγγι λίγο πριν την Έξοδο

Η Φρουρά στο Μεσολόγγι με δύο αγγελιοφόρους ειδοποίησε τους οπλαρχηγούς στο στρατόπεδο της Δερβέκιτσας για την Έξοδο και ζήτησαν να γίνει ταυτόχρονα επίθεση και απ’ έξω, ώστε να διευκολυνθούν κατά τη φυγή τους.

Τα χαράματα της 9ης Απριλίου οι οπλαρχηγοί, οι πρόκριτοι και ο επίσκοπος Ρώγων Ιωσήφ συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Κίτσου Τζαβέλα και αποφάσισαν να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους -και η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε-, «να σφάξει ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν», αλλά η απόφαση αυτή αποτράπηκε από τον επίσκοπο Ρώγων, και να μεταφέρουν τους τραυματισμένους αγωνιστές στα πιο οχυρωμένα σπίτια, ώστε να πέσουν μαχόμενοι και να μην παραδοθούν.

Όταν γνωστοποιήθηκαν οι αποφάσεις άρχισαν οι προετοιμασίες «με τόσην αταραξίαν, με τόσην ευχαρίστησιν, με τόσα γέλια, ώστε κανένας, ούτε ο έσχατος άνθρωπος δεν εσυλλογίζετο πως έμελλε τάχα να σωθή». Οι γυναίκες μάζευαν τα ελαφρότερα αναγκαία είδη, οι άνδρες ετοίμαζαν τις ξύλινες φορητές γέφυρες που θα τις χρησιμοποιούσαν για να περάσουν την τάφρο που είχαν ανοίξει οι Τούρκοι γύρω από το Μεσολόγγι, μετέφεραν τους πληγωμένους, τους αρρώστους και τους γέροντες στα οχυρωμένα σπίτια, έθαψαν στη γη τα πιεστήρια του τυπογραφείου και διεσκόρπισαν τα τυπογραφικά στοιχεία για να μη δοθούν «Τα άγια τοις κυσί, και εις τους χοίρους οι μαργαρίται» και έσπαζαν ή αχρήστευαν ό,τι πολεμικό υλικό δεν μπορούσαν να μεταφέρουν.

Το μεσημέρι της 10ης Απριλίου συγκεντρώθηκαν στο προμαχώνα του Μακρή οι οπλαρχηγοί, μαζί με τον πρόεδρο της Διευθυντικής Επιτροπής, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο και τον επίσκοπο Ρώγων Ιωσήφ, για να καταρτίσουν το σχέδιο Εξόδου, το οποίο υπαγόρευσαν στον Κασομούλη και αυτός ανέλαβε να το γνωστοποιήσει στους πολιορκημένους.

Σύμφωνα με το σχέδιο, οι πολιορκημένοι θα περνούσαν από τις ξύλινες γέφυρες από το μέρος του τείχους που έβλεπε προς τη Ναύπακτο χωρισμένοι σε τρία σώματα. Τα δύο πρώτα αποτελούμενα από άνδρες της Φρουράς με επικεφαλής το ένα τον Δημήτρη Μακρή και το άλλο τον Νότη Μπότσαρη, θα έκαναν την έξοδο από τις γέφυρες της «Λουνέτας» και τον «Ρήγα» και το τρίτο, αποτελούμενο από τους Μεσολογγίτες και τα γυναικόπαιδα τους με επικεφαλής ντόπιους αρχηγούς, πιθανόν το Θανάση Ραζηκότσικα και το Μήτρο Δεληγεώργη, που τα πλευρά του θα προστάτευε η Φρουρά της Κλείσοβας, θα έβγαινε από τις γέφυρες «Μονταλαμπέρτ» και «Στουρνάρη». Σημείο συνάντησης ήταν η μονή του Αγίου Συμεών.

Ο Ιμπραήμ όμως που γνώριζε από προδοσία ενός φυγάδα που αιχμαλωτίστηκε την απόφαση της Εξόδου και τι σημείο από όπου θα την επιχειρούσαν -αλλά όχι την ώρα και τον τρόπο- παρέταξε τις τακτικές δυνάμεις και το πεζικό κοντά στο τείχος, ανέπτυξε το ιππικό στην πεδιάδα και τους πρόποδες του Ζυγού έβαλε τους Αλβανούς κρυμμένους πάνω από βράχια και από προμαχώνες και μέσα σε φαράγγια.

Η Έξοδος του Μεσολογγίου

Όταν όλα ήταν έτοιμα για την Έξοδο «ο περιπαθέστερος αποχαιρετισμός από όσους μνημονεύει η ιστορία εγένετο». Συνταρακτικές σκηνές περιγράφονται. Πολλοί συγγενείς, φίλοι και κυρίως γυναίκες την τελευταία στιγμή αποφάσισαν να μείνουν και να πεθάνουν με τους δικούς τους. Ο συνήθης χαιρετισμός ήταν «καλήν αντάμωσιν εις τον άλλον κόσμον», που σήμαινε ότι όλοι ήταν αποφασισμένοι και κανείς δε φοβόταν το θάνατο.

Το ηλιοβασίλεμα άρχισαν να συγκεντρώνονται στις προκαθορισμένες θέσεις. Στις 6:30 ακούστηκαν πυροβολισμοί πάνω στην κορυφή του όρους Ζυγού. Ήταν το σύνθημα για την παροχή βοήθειας απ’ έξω. Ο Ιμπραήμ το κατάλαβε και κινητοποίησε τις δυνάμεις του.

Οι πολιορκημένοι γύρω στις 9 βγήκαν από την ανατολική γέφυρα του τείχους, έστησαν τα γεφύρια τους στην πρώτη (νέα) τάφρο του Ιμπραήμ και καθώς περνούσαν δέχτηκαν τα πρώτα πυρά του εχθρού. Για να προφυλαχθούν έπεσαν καταγής στο πλάτωμα ανάμεσα στη νέα και την παλιά τάφρο (που υπήρχε από την πρώτη πολιορκία του 1822). Εκεί περίμεναν περίπου μια ώρα να χτυπήσουν οι απ’ έξω, να απασχολήσουν τον εχθρό, για να περάσουν αυτοί τη δεύτερη τάφρο. Κατά κακή τους τύχη έφυγαν τα σύννεφα και το φως του φεγγαριού φώτισε την περιοχή. Οι απ’ έξω δεν χτύπησαν και καθώς δεν τους κάλυπτε το σκοτάδι αποφάσισαν να κάνουν μόνοι τους έφοδο. Στην αρχή ψιθυριστά από στόμα σε στόμα πέρασε η απόφαση και «τρομερός αλαλαγμός ηκούσθη εν ταυτώ από το στόμα των Ελλήνων, επάνω τους, εφώναξαν όλοι με μιαν φωνήν και ώρμησαν με μαχαίρας και τουφέκια εις το εχθρικόν στρατόπεδον».

Οι άνδρες της Φρουράς ενωμένοι σε ένα σώμα τώρα, γιατί «δεν εστοχάσθησαν συμφέρον να διαρεθώσι, καθώς ήτον το σχέδιον πρότερον», διέσπασαν τις γραμμές του εχθρικού πεζικού και άνοιξαν δρόμο, αλλά σε λίγο βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ιππικό, το οποίο, επίσης, διασκόρπισαν. Ύστερα από τετράωρη μάχη έφθασαν στους πρόποδες του βουνού, στον Άγιο Συμεών, πιστεύοντας ότι εκεί ήταν ασφαλισμένοι. Εκεί, όμως, τους περίμεναν πάνω από 3.000 Αλβανοί υπό τον Μουστάμπεη Καφζέζη, τους οποίους, όμως, με έναν ελιγμό του Δημητρίου Μακρή -που τους χτύπησε από πίσω- εξουδετέρωσαν. Ταυτόχρονα ήρθε και δύναμη απ’ έξω με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Ευαγγέλη Κοντογιάννη, Γιαννούση Πανομαρά, Φαρασλή, Γ. Κόρακα, Ν. Κόπελο και άλλους. Ο Καραϊσκάκης δυστυχώς ήταν άρρωστος. Αφού απέκρουσαν τους Αλβανούς άρχισαν να ανεβαίνουν στο Ζυγό. Ύστερα από πορεία τριών ημερών έφτασαν στη Δερβέκιτσα, χωριό του Απόκουρου, όπου ξεκουράστηκαν δυο μέρες. Από εκεί διαμέσου του Πλατάνου, χωριού των Κραβάρων, έφθασαν στα Σάλωνα. Από εκεί στην Ντομπρένα όπου επιβιβάστηκαν σε πλοία και διαπεραιώθηκαν στην Περαχώρα και από εκεί διά του Ισθμού έφθασαν στις 16 Μαΐου στο Ναύπλιο.

Δεν είχε, όμως την ίδια τύχη και το τρίτο σώμα, που αποτελούνταν κυρίως από γυναικόπαιδα. Ενώ συνεχιζόταν με ορμή η Έξοδος ακούστηκε μία φωνή από το σώμα «οπίσω, οπίσω, εις ταις τάμπιαις». Επκράτησε πανικός και σύγχυση και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι και τα προπορευόμενα σώματα οπισθοχωρούσαν. Οπότε και αυτοί γύρισαν πίσω στην πόλη. Εν τω μεταξύ οι δυνάμεις των πολιορκητών είχαν μπει στο Μεσολόγγι και έτσι βρέθηκαν αντιμέτωποι και άρχισε η μάχη σώμα με σώμα.

Η αντίσταση κράτησε μία έως δύο μέρες. Όταν οι Τούρκοι, που έσφαζαν γυναίκες και παιδιά, έφθασαν πάνω στα κανονΙοστάσια, ο γέροντας Σουλιώτης ιερέας Διαμάντης «παραφυλάττων την υπόνομο, όταν είδεν ικανόν αριθμόν εχθρών συσσωρευμένων επάνω εις το κανονΙοστάσιον, έβαλεν φωτίαν, και ετίναξεν εις τον αέρα ολόκληρα τάγματα βαρβάρων, εξαγοράσας πολλά ακριβά το ολίγον γεροντικόν αίμα του». Το ίδιο έγινε και στα οχυρωμένα σπίτια όπου, όταν έμπαιναν μέσα οι Τούρκοι, οι Μεσολογγίτες «ευθύς έβανον φωτιάν εις την πυριτοθήκην, και κατεστρέφοντο μαζί νικώντες και νικώμενοι».

Στη μεγαλύτερη πυριτιδαποθήκη, όπου είχαν συγκεντρωθεί τα περισσότερα γυναικόπαιδα, την έκρηξη προκάλεσε ο γέροντας Χρήστος Καψάλης: «και έξαφνα ανεστράφη όλη η περιοχή και κατεδαφίσθησαν όλαι αι πλησίον οικίαι, ερράγη το έδαφος, άνοιξαν χάσματα φρικώδη και κατεπατήθη όλη η περιοχή εκείνη από την θάλασσαν». Στο νησάκι Ανεμόμυλος, που ήταν το τελευταίο οχυρό και κράτησε ως την 12η Απριλίου, οι υπερασπιστές του «έβαλαν και αυτοί φωτιάν εις την πυριτοθήκην και συνετάφησαν μετά των εχθρών».

Έτσι, έπεσε το Μεσολόγγι. Αλλά, ουσιαστικά, το Μεσολόγγι δεν έπεσε, διότι, όπως έγραψε στη Διοίκηση στις 12 Απριλίου 1826 η Φρουρά από τη Δερβέκιστα: «η πείνα, όμως, το επαρέδωσεν, αλλά μη φοβείσθε, διότι εκείνοι όπου εβαστούσαν το Μεσολόγγιον, οι περισσότεροι εγλύτωσαν με το σπαθί». Η θυσία του Μεσολογγίου προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμία ελληνική νίκη. Αναζωπύρωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη και την Αμερική το φιλελληνισμό όχι μόνο συγγραφέων και καλλιτεχνών, αλλά και πολιτικών και στρατιωτικών.

Οι εφημερίδες με άρθρα τους ζητούσαν την αποφασιστική επέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων για να τεθεί τέρμα στο ελληνικό δράμα. Παντού ιδρύονται φιλελληνικές εταιρείες και διενεργούνται έρανοι, συγκεντρώνονται χρήματα και στέλνονται τρόφιμα και άλλα εφόδια στους μαχόμενους Έλληνες.

Με πληροφορίες από: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών

4 Σχόλια

  1. […] Νοταρά. Σύντομα όμως έφθασε η είδηση της πτώσης του Μεσολογγίου. Τρομοκρατημένοι οι αντιπρόσωποι βλέπουν ότι η […]

Υποβολή απάντησης

error

Enjoy this blog? Please spread the word :)