Το κράτος του Ισραήλ

Η ανεξαρτησία της Ιορδανίας το 1946 και η προσάρτηση από αυτή της Δυτικής Όχθης άνοιξε το τελευταίο κεφάλαιο στην «προϊστορία» του παλαιστινιακού ζητήματος. Στα 1948, το κράτος του Ισραήλ περιέλαβε το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους της Παλαιστίνης σπρώχνοντας στο δρόμο της προσφυγιάς δεκάδες χιλιάδες Παλαιστίνιους. Οι τραγωδίες, που οι ακροδεξιοί ολοκληρωτισμοί έφεραν στην Ευρώπη, μεταφέρθηκαν στην μικρή Παλαιστίνη, όπου εξακολουθούν να βυθίζουν τους ανθρώπους στο αίμα και την απόγνωση.

Το κράτος του Ισραήλ
Στο βήμα ο Μεναχέμ Μπέγκιν, μετέπειτα πρωθυπουργός του Ισραήλ, σε εκδήλωση μετά την ανακήρυξη του κράτους
Στην αφίσα χάρτης του μεγάλου Ισραήλ

Το κράτος του Ισραήλ γεννιέται

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος πιστοποίησε το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και έφερε στο προσκήνιο το θέμα της κατανομής των εδαφών της, μεταξύ των οποίων και της Παλαιστίνης. Η Βρετανία, όπως όλα έδειχναν θα είχε τον πρώτο λόγο σε αυτή την περιοχή. Το Νοέμβριο του 1017, καθώς τα βρετανικά και τα αραβικά στρατεύματα πλησίαζαν την Ιερουσαλήμ, η βρετανική κυβέρνηση έσπευσε να καθησυχάσει τις ανησυχίες του ισχυρού εβραϊκού στοιχείου σχετικά με το μέλλον της περιοχής. Το γνωστό ως Διακήρυξη του Μπάλφουρ κείμενο δέσμευε τη βρετανική πολιτική στην κατεύθυνση της δημιουργίας εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη που θα «σεβόταν τα πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα» των μη Εβραίων κατοίκων της περιοχής.

Η διακήρυξη δεν προκάλεσε αυτή καθ΄αυτή νέα κύματα εποικισμού. Αντίθετα, στη σχετικά ήρεμη δεκαετία του 1920 η ροή Εβραίων μεταναστών προς την Παλαιστίνη γνώρισε σχετική ύφεση. Από την άλλη πλευρά όμως αποτέλεσε τη βάση για τη διατύπωση της Εντολής (Madate) που η Κοινωνία των Εθνών έδωσε στη Μεγάλη Βρετανία τον Ιούλιο του 1922. Σε αυτό το κείμενο, η συγκρότηση στα παλαιστινιακά εδάφη εθνικού ισραηλιτικού κράτους οριζόταν πλέον ως ευθύνη και στόχος της βρετανικής παρουσίας στην περιοχή. Ως πυρήνας μάλιστα των θεσμών της υπό κατασκευήν κρατικής οντότητας αναγνωρίστηκε ως εβραϊκή αρχή το συμβούλιο της Σιωνιστικής Οργάνωσης. Αυτός ο οργανισμός θα ήταν πλέον ο βασικός συνεργάτης των βρετανικών αρχών που ανέλαβαν τη διαχείριση του παλαιστινιακού χώρου.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 οι εξελίξεις στην Ευρώπη και στην ίδια την Παλαιστίνη μετέβαλαν και πάλι τα δεδομένα του προβλήματος. Η άνοδος του ναζισμού και του αντισημιτισμού στη Γηραιά Ήπειρο και οι μεθοδευμένοι διωγμοί των εβραϊκών πληθυσμών σε πολλές περιοχές προκάλεσαν νέα κύματα φυγής που πλέον δεν μπορούσαν να απορροφήσουν οι κλειστές στη μετανάστευση ΗΠΑ.

Με την παραίνεση και τα δίκτυα των σιωνιστικών οργανώσεων μεγάλο ποσοστό αυτού του νέου ρεύματος προσφύγων κατευθύνθηκε προς την Παλαιστίνη. Οι 80.000 Εβραίοι στην περιοχή, το 1922, έφθασαν τους 450.000 το 1939. Η συνεπακόλουθη ζήτηση για γη και χώρους εγκατάστασης αύξησε κατακόρυφα τις πιέσεις προς το γηγενή παλαιστινιακό πληθυσμό, με επακόλουθο την όξυνση των σχέσεων ανάμεσα στην αραβική και την ισραηλιτική κοινότητα και το ξέσπασμα βίαιων συγκρούσεων, αιματηρών τις περισσότερες φορές.

Η βρετανική κυβέρνηση προσπάθησε να προλάβει τα χειρότερα ξεκινώντας επαφές και συνομιλίες με εκπροσώπους των Αράβων και των Εβραίων εποίκων. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στην ιδέα της κατανομής του παλαιστινιακού εδάφους ανάμεσα στις δύο κοινότητες, κατανομή που, πολύ πριν προσδιοριστεί γεωγραφικά, δυσαρέστησε και τις δύο πλευρές.

Στα 1939 οι Βρετανοί δημοσίευσαν μια Λευκή Βίβλο που, μεταξύ άλλων, προσπαθούσε να εξηγήσει ότι η Διακήρυξη Μπάλφουρ και η δημιουργία εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη δε σήμαινε κατ’ ανάγκη τον εξοβελισμό ή έστω τον περιορισμό των δικαιωμάτων του αραβικού πληθυσμού της περιοχής. Το υπό δημιουργία εβραϊκό κράτος δεν θα ήταν στην Παλαιστίνη ολόκληρη, αλλά θα κτιζόταν μέσα σε αυτήν. Μια ενιαία Αρχή, που θα περιελάμβανε Παλαιστίνιους και Εβραίους θα μεριμνούσε για τη διατήρηση των ισορροπιών και θα εμπόδιζε το ξέσπασμα ταραχών με αντικείμενο την επέκταση των δικαιωμάτων κάθε πλευράς.

Το κλειδί για την επιτυχία των παραπάνω προθέσεων ήταν ο έλεγχος της εβραϊκής μετανάστευσης προς την περιοχή. Η κατάσταση στην Ευρώπη οδηγούσε προς την Παλαιστίνη συμπαγείς εβραϊκούς πληθυσμούς η άφιξη των οποίων θα ανέτρεπε κάθε τοπική ισορροπία. Η Βρετανία ανέλαβε να κρατήσει σταθερούς τους αριθμούς των μεταναστών αυτών, στους 75.000 χιλιάδες συνολικά για τα επόμενα 6 έως 6 χρόνια. Η προσπάθεια των ναυτικών και χερσαίων δυνάμεων της Μεγάλης Βρετανίας να εφαρμόσουν αυτήν την απόφαση προκάλεσε έντονες τριβές καθώς και μερικές τραγωδίες. Καθώς δε στη ναζιστική Γερμανία, η Τελική Λύση, η μαζική, «βιομηχανική» εξόντωση των εβραϊκών πληθυσμών, έπαιρνε τερατώδεις διαστάσεις, ο έλεγχος της εβραϊκής μετανάστευσης στην Παλαιστίνη έχανε προοδευτικά τα ηθικά και πολιτικά ερείσματα του. Το μείζον πρόβλημα που ο Δυτικός ρατσισμός και η ναζιστική ιδεολογία προκαλούσαν, μεταφέρθηκε στη φτωχή γη της Παλαιστίνης και «λύθηκε» σε βάρος των ανυποψίαστων Αράβων κατοίκων της. Εξάλλου οι πολεμικές συνθήκες και ο κίνδυνος εξάπλωσης των επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή είχαν οδηγήσει στο μαζικό εξοπλισμό των Εβραίων κατοίκων της περιοχής με την ανοχή αν όχι τη παρότρυνση των βρετανικών αρχών, που αντιμετώπιζαν με καχυποψία τους Άραβες.

Το γεγονός αυτό οδήγησε σε αποφασιστική ανατροπή των ισορροπιών ανάμεσα στις δύο κοινότητες, παρά το γεγονός ότι, αριθμητικά, οι Παλαιστίνιοι εξακολουθούσαν να αντιπροσωπεύουν τα 2/3 του συνολικού πληθυσμού της περιοχής. Η δυσαναλογία που προέκυψε προκάλεσε τη ριζοσπαστικοποίηση των μεθόδων και οι ένοπλες εβραϊκές ομάδες, επίσημες, ημιεπίσημες και ανεπίσημες, προώθησαν βίαια τα σε βάρος των γειτόνων τους αιτήματα με σφαγές, πυρπολήσεις χωριών και τρομοκρατικές επιθέσεις κάθε είδους.

Ένα σχόλιο

Υποβολή απάντησης

EnglishGreek
error

Enjoy this blog? Please spread the word :)