Το Κιλκίς (1200 π.χ.-…)

Το Κιλκίς είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Κιλκίς και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Κιλκίς στην Κεντρική Μακεδονία.

Πρόκειται για μία πόλη πλούσια σε ιστορία, κτισμένη στους πρόποδες του λόφου του Αγίου Γεωργίου, όπου σώζεται η μεταβυζαντινή ομώνυμη εκκλησία, χτισμένη γύρω στο 1830. Το Κιλκίς είναι μία αναπτυσσόμενη επαρχιακή πόλη με αξιοσημείωτη βιομηχανική πρόοδο μετά την ίδρυση της η ίδρυση της Βι.Πε. Σταυροχωρίου. Το 2011 η πόλη είχε μόνιμο πληθυσμό 22.740 και ο Δήμος 51.710 μόνιμους κατοίκους. Απέχει 48 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη, 66 χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο «Μακεδονία» και γειτνιάζει με την ελληνοσκοπιανή μεθόριο.

Μνημείο για την πολύνεκρη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά (19-21 Ιουνίου), κατά την οποία οι ελληνικές απώλειες ξεπέρασαν τις 10.000
Το μνημείο για τη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά

Το όνομα του Κιλκίς

Η πόλη πήρε το όνομά της από την αρχαία πόλη Καλλικώς, που στη συνέχεια ως Ρωμαϊκός σταθμός του 1ου αιώνα π.Χ. ονομάζονταν Κάλλικουμ (Callicum). Callicum ή Καλλικώς ήταν το δερμάτινο κόσκινο με το οποίο συλλέγονταν ο χρυσός από τον ποταμό Εχέδωρο. Άλλωστε ο ποταμός πήρε την ονομασία “Γαλλικός” από τον οικισμό Καλλικό. Σήμερα ο οικισμός Καλλικώς/Καλλικός έχει ταυτιστεί με την Κολχίδα Κιλκίς, όπου υπάρχουν ρωμαϊκά και παλαιοχριστιανικά ερείπια οικισμού. 

Τα αρχαία χρόνια του Κιλκίς

Η περιοχή υπήρξε γνωστή από την εποχή του Τρωικού πολέμου ως κατοικία των Παιόνων με πρωτεύουσα την Αμυδώνα (Αξιοχώρι). Οι Παίονες συμμετείχαν στον Τρωικό Πόλεμο με τον βασιλιά Πυραίχμη και τον Αστερόπαιο. Στο ανατολικό τμήμα της περιοχής ζούσαν οι Κρήστωνες σε πόλεις όπως το Ίωρον (Παλατιανό) και οι Κλιταί (Ξυλοκερατιά). Ο λόφος και η γύρω περιοχή κατοικούνται από την αρχαϊκή εποχή, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα. Τον 12ο π.χ. αι. η περιοχή της Παιονίας κατοικήθηκε από Κρήτες, που ονομάστηκαν Βοττιαίοι, από τον οικιστή Βόττωνα. Τότε ιδρύθηκαν οι πόλεις Αταλάντη (Αξιούπολη), Γόρτυνα (Γοργόπη) και Ειδομένη. Οι Φρύγες επιδρομείς εγκαθίστανται στη περιοχή στις αρχές της αρχαϊκής εποχής και ιδρύουν την Βαϊρό (Κάστρο) και τις Βραγύλες (Μεταλλικό). Τα κλασικά χρόνια, η περιοχή αποτελεί τμήμα του Μακεδονικού Βασιλείου. Ιδρύονται σημαντικές ελληνικές πόλεις όπως η Μορρία Ύλη (Άνω Απόστολοι), η Καλλίνδοια και η Ευρωπός. Την ρωμαϊκή εποχή (1ος μ.χ. αι.) ιδρύεται το Callicum (ή Gallicum), η σημερινή πόλη Κιλκίς – όπου υπήρχε χρυσός από τον ποταμό Εχέδωρο (Γαλλικός)- και η πόλη Ταυριανά (Πολύκαστρο). Το Καλλίκουμ αποτελούσε επίσης σημαντικό σταθμό στη δημόσια Ρωμαϊκή όδο που διέρχονταν την περιοχή.

Το Κιλκίς στα Βυζαντινά χρόνια

Με την προσχώρηση των κατοίκων της περιοχής στο Χριστιανισμό ιδρύεται η Επισκοπή Καλλικού. Τον 5ο αιώνα μ.Χ. ιδρύεται στον λόφο του σημερινού Κιλκίς, η «μονή της Παναγίας της Καλλικούς» και γύρω από αυτή εξελίσσεται ένα μικρό πόλισμα.

Κατά τον 10ο αιώνα με την ίδρυση της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, η πόλη Καλλικόν λεηλατείται από τους Βούλγαρους και πολλοί κάτοικοί της μεταναστεύουν στην Καλαβρία της Νοτίου Ιταλίας, που τότε ανήκε στο Βυζάντιο. Ίδρυσαν εκεί την πόλη Γαλλικιάνο (Gallicianò), όπου μέχρι σήμερα οι κάτοικοι γνωρίζουν την καταγωγή τους από το Καλλικόν της Μακεδονίας και διατηρούν την ελληνική τους συνείδηση και παράδοση. Λόγω της εκτεταμένης καταστροφής του 10ου αιώνα παύει και η Επισκοπή Καλλικού. Η σύγχρονη πόλη δημιουργήθηκε από τους κατοίκους του κατεστραμμένου Καλλικού, μετά το 1014, όταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ κατέστρεψε το Βουλγαρικό στρατό και επανήλθε η ηρεμία στην περιοχή. Πολλοί κάτοικοι του Καλλικού συνέρρευσαν τότε στη μονή της Παναγίας της Καλλικούς και το ήδη υπάρχον πόλισμα εξελίχτηκε σε κωμόπολη με το όνομα Καλλικούς και μετέπειτα, εκ παραφθοράς, Καλκούσι.

Το 1246 ο αυτοκράτορας Ιωάννης Γ´ Δούκας Βατάτζης εκστράτευσε και επετέθη κατά των Βουλγάρων. Ο Ιωάννης ανέκτησε την περιοχή από τον Αξιό έως τον ποταμό Έβρο ενσωματώνοντας την περιοχή στην βυζαντινή Αυτοκρατορία της Νίκαιας.

Με την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους τον 10ο αιώνα, το Κιλκίς καταστρέφεται από τους κατακτητές και οι κάτοικοι μεταναστεύουν στη νότια Ιταλία. Μετά το 1014, με την καταστροφή του βουλγαρικού στρατού από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Βασίλειο Β΄, η πόλη ξανακτίζεται. Τον 14ο αιώνα η περιοχή, που ανήκε σε γαιοκτήμονες του Βυζαντίου, αναφέρεται  ως «κτήμα Γαλλικός».

Το Κιλκίς κατά την τουρκοκρατία

Η πόλη είναι γνωστή ως Κίλκισι και από τον 15ο αιώνα αποκτά πολιτική σταθερότητα και ακμάζει στο τομέα της μεταξουργίας και υφαντουργίας. Στις αρχές του 17ου αιώνα, ανήκε στο τσιφλίκι του Γιουρούκ Χασάν Αγά, ενώ γύρω στα 1765 ενσωματώθηκε στο τσιφλίκι του Αβδούλ Αγά από την οικογένεια των γαιοκτημόνων Χαμπεντέρογλου της Δοϊράνης. Στα 1780, η περιοχή δόθηκε  από την Πύλη, στον Γιουσούφ Μπέη της οικογένειας Εβρενός.

Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1530, το Κιλκίς είχε 195 χριστιανικά νοικοκυριά. Στις αρχές του 17ου αιώνα, ανήκε στο τσιφλίκι του Γιουρούκ Χασάν Αγά, ενώ γύρω στα 1765 ενσωματώθηκε στο τσιφλίκι του Αβδούλ Αγά από την οικογένεια των γαιοκτημόνων Χαμπεντέρογλου της Δοϊράνης. Το Κιλκίς αναφέρεται τον 17ο αιώνα ως σημαντικό αγροτοεμπορικό Κέντρο. Το «χωρίον Κηλκήση» αναφέρεται σε εκκλησιαστικό κώδικα του 1732. Στα μέσα του 18ου αιώνα η πρωτεύουσα του καζά Αβρέτ Χισάρ (σημ. Γυναικοκάστρου) μεταφέρθηκε από το Γυναικόκαστρο στο Κιλκίς. Στα τέλη του 18ου αιώνα, το Κιλκίς αποτελούσε τσιφλίκι του Γιουσούφ Μουχλίς πασά, γιου του Ισμαήλ μπέη από τις Σέρρες.

Το Κιλκίς στην Επανάσταση του 1821

Οι Κιλκισιώτες συμμετείχαν στην Επανάσταση του 1821 με αποτέλεσμα να δεχτούν τα Οθωμανικά αντίποινα μετά την καταστολή των εξεγέρσεων στη Μακεδονία. Έτσι το Κιλκίς καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς και πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν. Από τότε ο Ελληνισμός της πόλης συρρικνώθηκε ανεπανόρθωτα, καθώς άρχισαν να εγκαθίστανται Βούλγαροι αγροτοεργάτες προκειμένου να καλύψουν το κενό στα τσιφλίκια.

Το Κιλκίς πριν το Μακεδονικό Αγώνα

Από τα μέσα του 19ου αιώνα ξεκίνησε να διαδίδεται στο Κιλκίς η βουλγαρική εθνική ιδεολογία. Το 1869, προκειμένου να αποτρέψει τη μαζική προσχώρηση της τοπικής ορθόδοξης κοινότητας στην Καθολική Εκκλησία, οι ουνίτες προσηλυτιστές της οποίας δραστηριοποιούνταν στην περιοχή εκμεταλλευόμενοι τους αναδυόμενους εθνικούς ανταγωνισμούς, το Πατριαρχείο απέστειλε στο Κιλκίς ένα Βούλγαρο ιερέα. Όταν το 1874 υπήρξε συνεννόηση μεταξύ της Εξαρχίας και του Πατριαρχείου για την απομάκρυνση των εξαρχικών επισκόπων από τη Μακεδονία, περίπου 1.200 οικογένειες Κιλκισιωτών υπό τον εξαρχικό επίσκοπο Νείλο Ισβόρωφ πέρασαν στην Ουνία, εξακολουθώντας να τελούν τις θρησκευτικές τελετές στη βουλγαρική, αποφεύγοντας την εισφορά στον πατριαρχικό επίσκοπο και επωφελούμενοι από τη δωρέαν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που παρείχε το προσωπικό της Ουνίας. Μετά το 1878, την ίδρυση της ανεξάρτητης Βουλγαρίας και την εξασφάλιση ύπαρξης βουλγαρικής εθνικής εκκλησίας, η ουνιτική κοινότητα του Κιλκίς συρρικνώθηκε, αριθμώντας 300 οικογένειες το 1897 και μόλις 30, έναντι περ. 1.400 εξαρχικών οικογενειών, το 1909.

Το 1874 ο πληθυσμός του καζά του Αβρετ-Χισάρ ήταν σχεδόν αποκλειστικά βουλγαρικός, όπως μας πληροφορεί ο πρόξενος της Αυστροουγγαρίας φον Κναπ σε έκθεσή του προς τον υπουργό κόμη Αντράσσυ. Το 1884 το Κιλκίς αριθμούσε γύρω στους 800 κατοίκους. Η πλειοψηφία των χριστιανών κατοίκων της πόλης ήταν Έλληνες, όπως μας πληροφορεί ο Βρετανός πρόξενος Θεσσαλονίκης Τσαρλς Μπλαντ (Charles Blunt) σε απόρρητη έκθεσή του προς την Βρετανική πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως, στις 15 Μαρτίου του 1885.  Στο Κιλκίς αναφέρονται μετά το 1850 δύο Ελληνικές εκκλησίες, της Παναγίας του Κιλκίς, στους πρόποδες του λόφου του Αγίου Γεωργίου και ο Άγιος Γεώργιος (που αργότερα καταλήφθηκε προσωρινά από τους Ουνίτες), καθώς και ένα Ελληνικό σχολείο. Η εκκλησία της Παναγίας (χρονολογείται ήδη από τον 5ο αιώνα, καθώς ήταν το καθολικό της μονής) καταστράφηκε από ουνίτες και εξαρχικούς το 1886, κατά τη διάρκεια των εθνικών ανταγωνισμών. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου χτίστηκε το 1830 πάνω σε ερείπια Βυζαντινού ναού, και αγιογραφήθηκε από το Γεώργιο από τη Χαλάστρα και τον Εμμανουήλ από τα Γιαννιτσά. Σύμφωνα με την καταγραφή του οδοιπόρου Σχινά το 1884, το Καλκίς (ή Καλκίτσι, Κιλκίς ή Κουκούσι) βρισκόταν κτισμένο στις πλαγιές ενός λόφου σε υψόμετρο 282 μ., αριθμούσε περίπου 380 οικογένειες χριστιανικές και μουσουλμανικές, ήταν η «ἑστία τοῦ βουλγαρισμοῦ» στην επαρχία και 53 μέτρα ψηλότερα από αυτό βρισκόταν ένα «μοναστήριον ἑλληνικόν» ισομέγεθες με τη Μονή Δαφνίου.

Το 1892 ο ιδιοκτήτης τσιφλικιού στο γειτονικό Γιάννες ή Ενέσοβο (σημ. Μεταλλικό) έγραφε στον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Στέφανο Δραγούμη ότι το Κιλκίς είχε πληθυσμό περίπου 6.000, από τους οποίους χίλιοι περίπου ήταν μουσουλμάνοι, χίλιοι ουνίτες, τέσσερεις χιλιάδες εξαρχικοί και ορθόδοξοι «κατ’ όνομα μεν δυο τρεις, κατ’ ουσίαν δε ουδείς», και λειτουργούσε ως κέντρο της βουλγαρικής δράσης. Σε όλα τα έγγραφα πρακτόρων της ελληνικής δράσης στη Μακεδονία το Κιλκίς μαζί με την πέριξ αγροτική χώρα, ο έλεγχος της οποίας επηρέαζε τον έλεγχο και της γειτονικής Θεσσαλονίκης, περιγράφεται ως στερούμενο ελληνικού ή ελληνίζοντος πληθυσμού, στην παρουσία του οποίου στηρίζονταν τα εθνολογικά επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς. Από το Κιλκίς κατάγονταν και εκεί μεγάλωσαν σημαίνοντα στελέχη της ΕΜΕΟ, όπως ο Ιβάν Χατζηνικόλωφ και ο Γκότσε Ντέλτσεφ.

Όταν στις αρχές του 1901 οι οθωμανικές αρχές έλαβαν έκτακτα μέτρα για να καταστείλουν τη δράση της ΕΜΕΟ, προβαίνοντας σε συλλήψεις, φυλακίσεις και συνοπτικές καταδίκες ανταρτών, μελών και συμπαθούντων της οργάνωσης ιδίως στην περιοχή του Κιλκίς, και συλλαμβάνοντας 25 μέλη των Κομιτάτων στην πόλη, αξιωματούχοι του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών και ο επίσκοπος Πολυανής Παρθένιος θεώρησαν τη στιγμή κατάλληλη για να προσπαθήσουν σε συνεργασία με τις οθωμανικές αρχές να ανακαταλάβουν το χαμένο έδαφος στην περιοχή του Αβρέτ-Χισάρ και ιδίως στο Κιλκίς, που ήταν κέντρο διάδοσης της βουλγαρικής δράσης. Το Μάρτιο του 1901 ο Παρθένιος επισκέφθηκε το Κιλκίς και έλαβε τη διαβεβαίωση από έναν ντόπιο δάσκαλο ότι θα ήταν δυνατό να συγκεντρωθούν 20 υπογραφές ντόπιων ότι ήταν Ορθόδοξοι πατριαρχικοί ώστε να δημιουργηθεί ελληνική κοινότητα στην πόλη. Σε ανταπόκριση της αθηναϊκής εφημερίδας Εμπρός στις 21 Μαρτίου 1901 γράφηκε ότι στο Κιλκίς, «ακρόπολι του Βουλγαρισμού της Μακεδονίας», 42 οικογένειες αιτήθηκαν την επάνοδό τους στην Ορθοδοξία. Όταν ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, στον οποίον είχε απευθυνθεί ο Παρθένιος, έστειλε έναν επίτροπό του στην πόλη τον επόμενο μήνα, 16 αρχηγοί οικογενειών, εκπρόσωποι 41 ατόμων, υπέγραψαν μια αναφορά με την οποία ζητούσαν την αποστολή πατριαρχικού ιερέα και τη σύσταση σχολείου. Καθώς, ωστόσο, δεν τους καταβλήθηκαν προκαταβολικά τα υπεσχημένα ποσά, δεν παρουσιάστηκαν στον καϊμακάκη για να ζητήσουν την αλλαγή της καταχώρησης του μιλλέτ τους από «μπουλγκάρ» σε «ρουμ» στα διαμονητήριά τους («νουφούζια») και το Μάιο ο αρχιερατικός επίτροπος εγκατέλειψε την προσπάθεια. Τον Ιούλιο το έργο της σύστασης ελληνικής κοινότητας ανέλαβε ένας αρχιμανδρίτης του Πατριαρχείου που υπηρετούσε ως αρχιερατικός επίτροπος στα Σκόπια, που λίγο μετά την άφιξή του συνέταξε ένα πολυδάπανο σχέδιο δράσης σε μία έκθεση προς το ελληνικό προξενείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, όμως, κρίθηκε αμφίβολης αποτελεσματικότητας από τον υπουργό Εξωτερικών Άθω Ρωμανό. Το 1903 στάλθηκε ένας νέος αρχιερατικός επίτροπος στο Κιλκίς για να μη χαθεί η ελπίδα ανάκτησής του από την ελληνική πλευρά και το 1904 έγινε προσπάθεια σε συνεννόηση με το Γενικό Διοικητή Μακεδονίας Χιλμή πασά να αλλαχθεί ο εχθρικά διακείμενος καϊμακάμης του Κιλκίς.

Από την πόλη του Κιλκίς κατάγονταν οι Μακεδονομάχοι Γεώργιος Σαμαράς, Ιωάννης Δοϊρανλής και Πέτρος Κουκίδης καθώς και οι Ευαγγελία Τραϊανού Τζούκου και Αικατερίνη Σταμπουλή. Επίσης, σημαντική ήταν η προσφορά της οικογένειας Χατζηλαζάρου. Η οικογένεια Χατζηλαζάρου διατηρούσε μεγάλο κτήμα στο Μεταλλικό, του οποίου τη σοδειά διέθετε για τη χρηματοδότηση του Μακεδονικού Αγώνα. Το κτήμα αποτέλεσε και καταφύγιο των Μακεδονομάχων στην περιοχή.

Το Μάρτιο του 1905 στο ελληνικό σχολείο φοιτούσαν 12 παιδιά, ενώ τον Ιούλιο η «Ορθόδοξη Ελληνική Κοινότητα Κιλκισίου» αριθμούσε δύο οικογένειες.  Σε μία έκθεση προς το υπουργείο εξωτερικών το Μάιο του 1905 ο ιδρυτής ενός «Μακεδονικού Συνδέσμου» στην Καβάλα, προέκρινε σε περίπτωση αποτυχίας των προσηλυτιστικών ενεργειών των Ελλήνων στο Κιλκίς τη «δι’ οιωνδήποτε μέσων διαγραφή αυτού από του χάρτου».

Βαλκανικοί Πόλεμοι

Τον Οκτώβριο του 1912, κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, οι κάτοικοι του Κιλκίς υποδέχθηκαν πανηγυρικά το βουλγαρικό στρατό. Δυο μήνες αργότερα η πόλη έγινε πρωτεύουσα της «επαρχίας Θεσσαλονίκης» της νεοσύστατης Βουλγαρικής Στρατιωτικής Διοίκησης Μακεδονίας. Τον πρώτο καιρό της βουλγαρικής κυριαρχίας, παραστρατιωτικές ομάδες κομιτατζήδων εξαπέλυσαν διωγμό εναντίον των μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης, με αποτέλεσμα το 1913 οι περισσότεροι να έχουν καταφύγει στη Θεσσαλονίκη και μόνο 22 από τις 300 μουσουλμανικές οικογένειες της πόλης να έχουν παραμείνει εκεί.

Στο Β’ Βαλκανικό Πόλεμο του 1913 ο ελληνικός στρατός εισήλθε στο Κιλκίς μετά από την τριήμερη, πολύνεκρη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά (19-21 Ιουνίου), κατά την οποία οι ελληνικές απώλειες ξεπέρασαν τις 10.000, αλλά αποτέλεσε καθοριστικό βήμα για την τελική, νικηφόρα για την Ελλάδα έκβαση του πολέμου. Όταν ο ελληνικός στρατός εισήλθε στο Κιλκίς το πρωί της 21ης Ιουνίου/4ης Ιουλίου, βρήκε την πόλη έρημη, καθώς οι περισσότεροι κάτοικοί της, που ήταν Βούλγαροι, 7.000 συνολικά, μετά από προτροπή του Βούλγαρου επισκόπου είχαν ακολουθήσει τον υποχωρούντα βουλγαρικό στρατό, με την εξαίρεση 400 αμάχων που βρήκαν καταφύγιο στο καθολικό ορφανοτροφείο της πόλης και 70 ατόμων που παρέμειναν στην πόλη και μάλλον σκοτώθηκαν. Προς το απόβραδο της ίδιας μέρας το Κιλκίς, αφού λεηλατήθηκε, πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τον ελληνικό στρατό. Οι Κιλκισιώτες που εγκατέλειψαν την πόλη και κατέφυγαν στη Βουλγαρία εγκαταστάθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος τους στη Σόφια.

Το Κιλκίς μετά την απελευθέρωση του

Στην κατεστραμμένη πόλη ήρθαν τον Αύγουστο του 1913 και εγκαταστάθηκαν Έλληνες Μακεδόνες πρόσφυγες από τις πόλεις Στρώμνιτσα, Τίκφες και Γευγελή της βόρειας Μακεδονίας. Οι Στρωμνιτσιώτες έφεραν μαζί τους το λείψανο του αγίου Πέτρου, ενός εκ των Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων πολιούχων της Στρώμνιτσας, που καθιερώθηκαν από τότε και ως πολιούχοι του Κιλκίς, και έδωσαν στην πόλη την ονομασία «Νέα Στρώμνιτσα». Το επόμενο έτος, 1914, εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς Θρακιώτες από το Ακαλάν (σήμερα Μπελοπόλιανε) και τη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας, λόγω των διώξεων των Βουλγάρων, και από τη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης. Από το 1913 έως το 1919 οι περισσότεροι Έλληνες των περιοχών αυτών μετακινήθηκαν εντός Ελληνικής επικράτειας στη Μακεδονία σύμφωνα με τη χάραξη των νέων συνόρων. Οι τελευταίοι Έλληνες της Στενημάχου, 304 οικογένεις, ήρθαν ως πρόσφυγες στο Κιλκίς το 1925 σύμφωνα με όσα είχε προβλέψει λίγα χρόνια νωρίτερα η Συνθήκη του Νεϊγύ. Οι Θρακιώτες πρόσφυγες της Στενημάχου τιμούν την Παναγία Ελεούσα και τον Άγιο Τρύφωνα προστάτη των αμπελοκαλλιεργητών καθώς ασχολούνταν με την καλλιέργεια της αμπέλου.

Σε ανάμνηση της νικηφόρας για την Ελλάδα μάχης του Κιλκίς-Λαχανά το Πολεμικό Ναυτικό ονόμασε το 1914 ένα θωρηκτό με το όνομα της πόλης, το θωρηκτό Κιλκίς (πρώην USS Mississippi) και το 1925 ο εισηγητής μετονομασίας των μη ελληνικών τοπωνυμίων της Μακεδονίας Βασίλειος Κ. Κολοκοτρώνης πρότεινε τη διατήρηση της παλαιάς ονομασίας της πόλης.

Το 1915 οι Θρακιώτες και Μακεδόνες πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην πόλη (από από το Ακαλάν (σήμερα Μπελοπόλιανε) της Ανατολικής Ρωμυλίας, τη Στρώμνιτσα και τη Βιζύη) επανέκτησαν τον ναό του Αγίου Γεωργίου, καθώς τον κατείχαν ακόμα Ουνίτες. Τότε, αποκαλύφθηκαν οι παλαιότερες ελληνικές γραφές στις αγιογραφίες, αφού ξύστηκαν οι νεώτερες κυριλλικές που είχαν προστεθεί.

Η πόλη επεκτάθηκε εγγύτερα στη σιδηροδρομική γραμμή της Θεσσαλονίκης ώστε να μπορέσει να δεχτεί και τους Έλληνες πρόσφυγες από τη Βουλγαρία, τη Σερβία και τη Μικρά Ασία.

Κατοχή, Εθνική Αντίσταση και Απελευθέρωση (1941-44)

Η πόλη του Κιλκίς περιήλθε υπό Βουλγαρική κατοχή το 1943, όταν η Βουλγαρική ζώνη κατοχής επεκτάθηκε, ώστε να συμπεριλάβει τις περιφέρειες του Κιλκίς και της Χαλκιδικής. Οι Βούλγαροι ακολούθησαν πολιτική βίαιου εκβουλγαρισμού με απώτερο σκοπό την προσάρτηση της περιοχής στη Βουλγαρία, αλλά εμποδίστηκαν σ’ αυτό από τους Γερμανούς συμμάχους τους, που φοβήθηκαν μια αποσταθεροποίηση της Ελλάδας, αν οι Βούλγαροι συνέχιζαν την πολιτική τους. Η περιοχή έγινε μείζον κέντρο αντάρτικης αντιστασιακής δράσης πριν απελευθερωθεί το 1944.

Στις 4 Νοεμβρίου 1944 έλαβε χώρα η Μάχη του Κιλκίς (1944) μεταξύ του ΕΛΑΣ, από τη μία πλευρά, και εθνικιστικών ομάδων-συνεργατών του ναζιστικού Γ΄ Ράιχ και Ταγμάτων Ασφαλείας της Μακεδονίας, από την άλλη. Η μάχη διήρκεσε 9 ώρες και κατέληξε σε πλήρη επικράτηση του ΕΛΑΣ.

Το Κιλκίς σήμερα

Σήμερα η περιοχή βρίσκεται σε γενική ανασυγκρότηση, οικονομική και πολιτισμική, και δέχεται τον επισκέπτη της στα πλούσια από άποψη φυσικής ομορφιάς μέρη της με μεγάλη ευχαρίστηση.

Πηγή: http://www.golden-greece.gr/places/makedonia/kilkis/kilkis_kilkis.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Κιλκίς

Πηγή: https://www.gtp.gr/LocInfo.asp?InfoId=28&Code=EGRMKL0p&PrimeCode=EGRMKL0p&Level=6&PrimeLevel=6&lng=1

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *