Τα Δωδεκάνησα μεγαλώνουν την Ελλάδα

Τα Δωδεκάνησα γνώρισαν επιδρομείς και κατακτητές στο πέρασμα των αιώνων. Όλα αυτά τα πάθη και οι κακουχίες που πέρασαν οι Δωδεκανήσιοι δεν μπόρεσαν παρά να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την ιστορική στέρεη αλυσίδα της ελληνικότητας των νησιών μας. Γιατί τα Δωδεκάνησα δεν ήταν τίποτα άλλο από ελληνικά. Με τη Συνθήκη των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου 1947 τα Δωδεκάνησα ενσωματώθηκαν επίσημα στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948.

Τα Δωδεκάνησα μεγαλώνουν την Ελλάδα
Τα Δωδεκάνησα

Τα Δωδεκάνησα και τα οικονομικά τους

Η οικονομία τους ήταν διαλυμένη, όχι μόνο γιατί προηγήθηκε ο καταστροφικός πόλεμος, που εκδικήθηκε ιδιαίτερα το Αιγαίο, αλλά κυρίως γιατί η ιταλική κατοχή των νησιών εξουδετέρωσε κάθε παραδοσιακή παραγωγική δραστηριότητα του γηγενή πληθυσμού, εξαναγκάζοντας τον σε φυγή. Ευνόησε το εβραϊκό και τουρκικό στοιχείο, ιδιαίτερα αισθητό σε Ρόδο και Κω, χρησιμοποιώντας και σαν αιχμή στην αφελληνική της τακτική. Συνέδεσε και στήριξε την όλη δομή της οικονομίας των νησιών στα συμφέροντα της μικροπολιτικής Ιταλίας, στις βραχυπρόθεσμες ανάγκες του κατακτητή και στις μακρόπνοες βλέψεις του ιταλικού φασισμού σ’ αυτό το νευραλγικό σημείο της Μεσογείου.

Ο αγροτικός πληθυσμός αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γη και να μεταναστεύσει στην ελεύθερη Ελλάδα και στο εξωτερικό, για να επιβιώσει εθνικά και βιολογικά, είτε να μετασχηματιστεί σε εργάτη οικοδομών, ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’30, στα εργοτάξια των δημοσίων έργων του κατακτητή, όπου με μειωμένο μεροκάματο σε σύγκριση με το μεροκάματο που εισέπραττε ο Ιταλός «άποικος». Τα εντυπωσιακά κτίρια σε Ρόδο και Κω έγιναν κυριολεκτικά με τον ιδρώτα και το αίμα του δωδεκανησιακού λαού. Αυτό αποτέλεσε και το επιχείρημα της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο των Παρισίων που τερμάτιζε το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και παραχωρούσε τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα, να αποκρούσει την αξίωση της Ιταλίας, που ζητούσε αποζημίωση για τα κτίρια που κατασκεύασε στα νησιά.

Το εμπόριο στα νησιά ελεγχόταν κυρίως από από δυο-τρεις μεγάλες ιταλικές εισαγωγικές επιχειρήσεις, που είχαν την αμέριστη συμπαράσταση των ιταλικών τραπεζών και κυρίως από το εβραϊκό εμπορικό κατεστημένο, που διέθετε και την τράπεζα του (Τράπεζα Αλχαδέφ), που συνεργαζόταν αρμονικά με την κρατούσα τάξη. Οι μόνες αξιόλογες εμπορικές επιχειρήσεις που ανήκαν στο γηγενή ελληνικό πληθυσμό, ήταν οι σπογγοεμπορικές, που δρούσαν στη Σύμη και την Κάλυμνο.

Τα νησιά αυτά από τα μέσα του 19ου αιώνα ήλεγχαν το παγκόσμιο εμπόριο των φυσικών σπόγγων με καταστήματα που διατηρούσαν στο Λονδίνο, την Τεργέστη, την Οδησσό και την ελεύθερη Ελλάδα. Το εμπόριο κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής ήταν κυρίως εισαγωγικό, με ευνοϊκή μεταχείριση των ιταλικών προϊόντων, μέσω ενός ειδικού τοπικού δασμολογίου, που εξυπηρετούσε τις αυξημένες και εξειδικευμένες ανάγκες των Ιταλών «αποίκων» και του στρατού κατοχής, που αριθμούσε μερικές δεκάδες χιλιάδες.

Αλλά και στη μεταποίηση η κατάσταση δεν ήταν διαφορετική. Κάποιες βασικές βιομηχανίες, όπως η αλευροβιομηχανία, η καπνοβιομηχανία, η επεξεργασία γεωργικών προϊόντων, η ελαιουργία, η οινοποιία και η κεραμουργία, δημιουργήθηκαν και ελέγχονταν από τους «αποίκους» βιομήχανους του Μιλάνου, για να εξυπηρετούν και αυτές τις ανάγκες της κατάκτησης. Οι παραδοσιακές μικροβιομηχανίες του ντόπιου στοιχείου (βυρσοδεψία, σαπωνοποιία, οινοποιία) συνθλίβονταν υπό την πίεση του άνισου ανταγωνισμού και διατηρούνταν σε λειτουργία για λόγους κυρίως οικογενειακού γοήτρου.

Και ο τουρισμός, τον οποίο ιδιαίτερα πρόσεξε η ιταλική διοίκηση, ελεγχόταν σχεδόν αποκλειστικά από επιχειρήσεις ιταλικών συμφερόντων. Από τος αρχές της δεκαετίας του ’30, οι Ιταλοί διέβλεψαν τις δυνατότητες της Ρόδου για τουριστική ανάπτυξη και άρχισαν να εκτελούν μια σειρά από έργα, με τα οποία στόχευαν να καθιερώσου το νησί ως διεθνές τουριστικό κέντρο της Μεσογείου. Κατασκεύασαν το «Ξενοδοχείον των Ρόδων», ένα από τα πολυτελέστατα ξενοδοχεία της Ανατολικής Μεσογείου, το οποίο σήμερα στεγάζει το Καζίνο της Ρόδου, καθώς και άλλα ξενοδοχεία. Οι Ιταλοί ανέδειξαν την μεσαιωνική πόλη και κατασκεύασαν το «Μέγαρο των Ιπποτών», αξιοποίησαν το Υδροθεραπευτήριο της Καλλιθέας,δημιούργησαν λουτρικές εγκαταστάσεις και γήπεδα γκολφ, καθώς και άλλα έργα τουριστικής υποδομής και συνέδεσαν τη Ρόδο με την Ιταλία αεροπορικώς και θαλάσσια με την «Adriatica» που εκτελούσε περιηγητικά δρομολόγια στη Μεσόγειο.

Τα έργα αυτά, που αποτέλεσαν τη βάση για το ξεκίνημα μετά την απελευθέρωση του ροδιακού τουρισμού, ήταν το μόνο θετικό στοιχείο της ιταλικής κατοχής των νησιών.

Ο πληθυσμός των Δωδεκανήσων

Οι οικονομικές συνθήκες στα νησιά είχαν και επιπτώσεις στις δημογραφικές εξελίξεις της περιοχής. Το 1947 στην πρώτη γενική απογραφή πληθυσμού οι κάτοικοι των Δωδεκανήσων ήταν 115.343. Λιγότεροι κατά 32.000 από το 1910 και κατά 20.000 κατά το 1936, σύμφωνα με τις αντίστοιχες απογραφές της τουρκικής και της ιταλικής διοίκησης. Από τη μέρα που οι Ιταλοί ήρθαν στα Δωδεκάνησα (Μάιος 1912), άρχισε η μαζική φυγή του πληθυσμού και ολοκληρώθηκε κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πενήντα χιλιάδες Δωδεκανήσιοι είχαν εγκατασταθεί στην Αμερική, την Αυστραλία και την ελεύθερη Ελλάδα. Η παρουσία των Καρπαθίων και των Νισύριων ήταν έντονη στην Αστόρια της Νέας Υόρκης, όπου πολλοί από αυτούς διατηρούσαν εστιατόρια την 36 Λεωφόρο. Οι Ροδίτες συγκεντρώθηκαν στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ. Οι Χαλκίτες, οι Συμιακοί και οι Καλύμνιοι εγκαταστάθηκαν στο Τάρπον Σπρινγκ της Φλόριδας. Οι Καστελοριζιοί της Αυτσραλίας έφτασαν τους 15.000.

Στην Αθήνα και στο Πειραιά είχαν εγκατασταθεί χιλιάδες Δωδεκανήσιοι. Χατζηκυριάκειο, Δραπετσώνα, Άγιος Νείλος είναι περιοχές με μεγάλο πληθυσμό από τη Σύμη. Τα «Καρπάθικα» ίδρυσαν οι Καρπάθιοι που βρέθηκαν και στο Μαρούσι και στην Πεντέλη, τεχνίτες άριστοι στο λάξευμα της πέτρας και του μαρμάρου και ακόμη και στου Ψυρρή και στην Πλάκα.

Οι Δωδεκανήσιοι τα χρόνια της διασποράς συντηρούσαν τα σχολεία στα νησιά, έχτισαν εκκλησίες, ξεχρέωσαν τα χρέη των γονιών τους και πάντρεψαν τις αδελφές που έμειναν πίσω. Και το πιο σημαντικό: σήκωσαν το βάρος του Δωδεκανησιακού Αγώνα.

Τα Δωδεκάνησα διοικούνται από Έλληνες

Μετά το πέρας των εορτών για την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων το ελληνικό κράτος έστειλε ό,τι καλύτερο διέθετα για να στελεχώσει τη νεοσύστατη Γενική Διοίκηση Δωδεκανήσου. Σύμβουλοι Επικρατείας τέθηκαν επικεφαλής των τοπικών υπηρεσιών, ανώτατοι διπλωματικοί υπάλληλοι ανέλαβαν τις εξωτερικές υποθέσεις, γνωστοί οικονομολόγοι ανέλαβαν τα οικονομικά, διακεκριμένοι δικαστές ίδρυσαν τα πρώτα δικαστήρια. Οι μεγάλες τότε τράπεζες, η Εθνική, η Ιονική, η Αγροτική, η Τράπεζα της Ελλάδος, ίδρυσαν αμέσως υποκαταστήματα στη Ρόδο, με διευθυντές έμπειρους τραπεζίτες που αφουγκράστηκαν τις ανάγκες της αγοράς και συμπαραστάθηκαν στους επιχειρηματίες στα πρώτα τους βήματα.

Από τα πρώτα μελήματα του ελληνικού κράτους ήταν να αποδώσει στους αγρότες τη γη που τους είχε δημεύσει ο κατακτητής. Έπειτα να νοικοκυρέψει την ακίνητη περιουσία που βρήκε, δημιουργώντας ένα ειδικό τοπικό φορέα διαχείρισης. Να διατηρήσει και να κατοχυρώσει το τοπικό δασμολογικό καθεστώς για να τονώσει την αγορά και να κρατήσει το κόστος ζωής χαμηλό. Ακόμη να εφαρμόσει χαμηλούς συντελεστές στην άμεση φορολογία που σταδιακά εξομοιώθηκε. Να μην επιβάλλει ορισμένους φόρους κατανάλωσης που ίσχυαν στην υπόλοιπη Ελλάδα ή να τους εφαρμόσει μεμονωμένα. Να χρηματοδοτήσει γενναία τον ιδιωτικό τομέα στην αρχή και στη συνέχεια να εφαρμόσει με χαλαρότητα τους πιστοδοτικούς περιορισμούς που ίσχυαν στη λοιπή Ελλάδα. Και ακόμη να ενισχύσει τον τουρισμό των Δωδεκανήσων, αξιοποιώντας τις ευνοϊκές φυσικές και πολιτιστικές συνθήκες με έργα υποδομής και με την παροχή μακροπρόθεσμων κατασκευαστικών δανείων, για τη δημιουργία των απαραίτητων έργων για τον τουρισμό.

Επιπλέον, στα Δωδεκάνησα κατασκευάστηκαν λιμάνια και αεροδρόμια σε όλα τα νησιά, λαϊκές κατοικίες, δρόμοι και σχολεία. Ιδρύθηκε η τότε Παιδαγωγική Ακαδημία στη Ρόδο. Ενισχύθηκε η τοπική αυτοδιοίκηση με ειδικούς οικονομικούς πόρους. Το ελληνικό κράτος έδωσε όσα έπρεπε και όσα μπορούσε. ήταν προκλητικά ευνοϊκό με τα Δωδεκάνησα. Αλλά και ο γηγενής πληθυσμός έδωσε πολλά στο ελληνικό κράτος. Έμεινε στον τόπο του και δημιούργησε. Το «αναπτυξιακό θαύμα» ήταν η συγκυρία: της εύνοιας της φύσης, της στοργής του κράτους και της θέλησης του γηγενή πληθυσμού για δημιουργία.

Οι δημογραφικές εξελίξεις, οι μεταβολές στα οικονομικά μεγέθη και οι δείκτες ευημερίας στα πιστοποιούν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την πρόοδο που σημειώθηκε στα Δωδεκάνησα μετά την απελευθέρωση τους. Μια πρόοδος που οφείλεται αποκλειστικά στην ανάπτυξη του τουρισμού.

Πηγή: http://www.enet.gr

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *