Ρωμαϊκά ημερολόγια

Με το ημερολόγιο οι Ρωμαίοι καθόρισαν τις εορταστικές ημέρες, αλλά και τις εργάσιμες και τις αργίες. Καθώς πολλές γιορτές ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την έναρξη ή παύση πολλών, αγροτικών ιδιαίτερα, ασχολιών, ο ακριβής καθορισμός ήταν ιδιαίτερα σημαντικός. Το ημερολόγιο, επιπλέον, αφορούσε και πολλές πολιτικές πράξεις και ενέργειες, όπως ήταν η εναλλαγή αξιωματούχων στην εξουσία, ο προσδιορισμός των εκλογικών περιόδων ή των ημερών για λαϊκές συνελεύσεις. Η τήρηση του ημερολογίου κατά την περίοδο της Ελεύθερης Πολιτείας (509-31π.Χ.) είχε ανατεθεί στο κολλέγιο των αρχιερέων, του οποίου προΐστατο ο ανώτερος αρχιερέας, ο pontifex maximus. Οι αρχιερείς, αιρετοί αξιωματούχοι μετά το 104π.Χ., ανάμεσα στις άλλες αρμοδιότητες καθόριζαν και πολλές κινητές και θρησκευτικές ή άλλες έκτακτες εορταστικές εκδηλώσεις κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα και συνεπώς τον χαρακτηρισμό των αντίστοιχων ημερών ανάλογα με το τι επιτρεπόταν να επιτελείται κατά τη διάρκεια τους. Λόγω μη συμφωνίας με τον ηλιακό έτος, κατά τη διάρκεια της ρωμαΐκής εποχής δημιουργήθηκαν τρία ρωμαϊκά ημερολόγια, με τελευταίο το ιουλιανό.

Ρωμαϊκά ημερολόγα
Ρωμαϊκό ημερολόγιο της εποχής του Αυγούστου

Ρωμαϊκά ημερολόγια

Το ημερολόγιο του Ρωμύλου

Το πρωιμότερο από τα ρωμαϊκά ημερολόγια ταυτίζεται με τον ιδρυτή της πόλης. Τούτο κάλυπτε μια περίοδο δέκα μηνών, αρχίζοντας τον Μάρτιο και αφήνοντας εκτός υπολογισμού την περίοδο του χειμώνα, τους σημερινούς Ιανουάριο και Φεβρουάριο. Από τους 10 μήνες, οι τέσσερις, Μάρτιος, Μάιος, Ιούλιος και Οκτώβριος, είχαν 31 μέρες και οι υπόλοιποι 30, με σύνολο ημερών 304. Σε μια πρώιμη κοινωνία, όπου οι κύριες δραστηριότητες επιτελούνταν απο την άνοιξη ως το φθινόπωρο, ήταν λογικό οι χειμερινοί μήνες να μην λαμβάνονται υπόψιν.

Το ημερολόγιο του Νουμά

Η επόμενη φάση του ημερολογίου αποδιδόταν στον Νουμά Πομπίλιο, που βασίλευε στις αρχές της ιστορίας της πόλης. Τούτο διήρκεσε με διάφορες τροποποιήσεις σε όλη τη διάρκεια της Ελεύθερης Πολιτείας. Σύμφωνα με αυτό, το έτος είχε 12 μήνες, οι τέσσερις με 31 ημέρες και οι υπόλοιποι με 29, πλην του Φεβρουαρίου που είχε 28. Έτσι το έτος έφθανε τις 355 ημέρες, αρχίζοντας κατά πάσα πιθανότητα την 1η Μαρτίου και τελειώνοντας με τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο. Μόλις το 153π.Χ. η Ιη ιανουαρίου, ημέρα ανάληψης καθηκόντων από τους υπάτους και άλλους αξιωματούχους, καθιερώθηκε επίσημα ως πρώτη του έτους.

Σύντομα όμως διαπιστώθηκε ότι και αυτό δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες της ρωμαϊκής κοινωνίας. Δεν παρουσίαζε δηλαδή την απαιτούμενη ακρίβεια και είχε σοβαρές αποκλίσεις από το ηλιακό έτος. Η επιτυχής λειτουργία ενός ημερολογίου είναι φανερό ότι κρίνεται από την ακρίβεια με την οποία καθορίζει τις εορτάσιμες ημέρες μέσα στο χρόνο, καθώς αυτές συνδέονται και με την έναρξη διαφόρων εργασιών ιδιαίτερα σε μια αγροτική κοινωνία.

Προσαρμόστηκε λοιπόν σε έναν κύκλο 4 ετών: ο πρώτος χρόνος είχε 355 ημέρες, ο δεύτερος 355+23, ο τρίτος 355 και ο τέταρτος 355+22. Οι 23 και οι 22 εμβόλιμες μέρες τοποθετούνταν μετά τις 23 Φεβρουαρίου. Και αυτό το σύστημα όμως γρήγορα υστέρησε, καθώς οι 1.465 ημέρες της τετραετάις ήταν τέσσερις ημέρες περισσότερες από τις 1.461 του ηλιακού τετραετούς κύκλου.

Κάποια στιγμή, η συστηματική παρεβολή ημερών καταργήθηκε και αφέθηκε στη δικαιοδοσία των αρχιερέων (pontifices). Η ρύθμιση των εμβόλιμων ημερών από τους pontifices, καθώς κι η σχέση τους με την πολιτική διαδικασία, μετέτρεψαν το αίτημα ημερολογιακής διόρθωσης σε μέσο πολιτικής χειραγώγησης. Και τούτο γιατί με τον αυθαίρετο χαρακτηρισμό λειτουργίας των ημερών μπορούσαν μεταξύ άλλων να παρατείνουν ή και να μειώσουν τις μέρες νομοθετικού έργου των συνελεύσεων ή την παραμονή κάποιου αξιωματούχου στη θέση του, καθώς μπορούσαν να καθιερώνουν ημέρες για τον εορτασμό πολεμικών νικών αλλά και δημόσιες αργίες.

Έτσι το κολλέγιο των αρχιερέων ευθυνόταν για την περαιτέρω αποδιοργάνωση του ημερολογίου, καθώς αυτό έγινε εντελώς αναξιόπιστο για τον αγρότη, τον ναύτη ή τον στρατηγό, οι οποίοι για τον υπολογισμό του χρόνου προτιμούσαν να καταφεύγουν στα άστρα.

Το ιουλιανό ημερολόγιο

Η κατάσταση του ημερολογίου ήταν χαοτική, όταν ο Ιούλιος Καίσαρας ως pontifex maximus, ανέλαβε να το αναδιαρθρώσει. Με τη βοήθεια του Έλληνα μαθηματικού Σωσιγένη επεξέτεινε το τελευταίο έτος ισχύος του παλαιού ημερολογίου (46π.Χ.) σε 445 ημέρες και καθιέρωσε ένα έτος 365 ημερών με μία εμβόλιμη μέρα κάθε τέταρτο χρόνο μετά τα Terminalia (23 Φεβρουαρίου) και όχι στο τέλος του μήνα, όπως γίνεται σήμερα με την 29η Φεβρουαρίου (η ημερομηνία αυτή ήταν ανύπαρκτη στην αρχαιότητα). Η εμβόλιμη αυτή ημερομηνία απεκλήθη bisectus, δηλαδή δις έκτη, καθώς σύμφωνα με τη ρωμαϊκή αρίθμηση των ημερών στο τέλος του μήνα, η 24η ήταν η έκτη μέρα από τις Καλένδες του Μαρτίου. Η εμβόλιμη μέρα λοιπόν, η έκτη μέρα επαναλαμβανόταν και ακολουθούσαν ο υπόλοιπες μέρες του Φεβρουαρίου. Από τη ρύθμιση αυτή όλο το έτος αποκλήθηκε δίσεκτο, όπως και σήμερα.

Το νέο ημερολόγιο άρχισε να εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου του 45π.Χ. Ο Ιούλιος Καίσαρας απέφυγε να επιφέρει ριζικές αλλαγές στο ρωμαϊκό ημερολόγιο. Έτσι οι μήνες που διαμορφώθηκαν διατήρησαν τις μέρες τους μέχρι και σήμερα, με εξαίρεση τον Φεβρουάριο του δίσεκτου έτους. Το 42 π.Χ. ο μήνας Quintilis ονομάστηκε Ιούλιος και το 8μ.Χ. ο Αύγουστος αποδέχθηκε προηγούμενη απόφαση της Συγκλήτου, ο μήνας Sextilis να πάρει το όνομά του. Χρόνια μετά την δολοφονία του Καίσαρα, το 9π.Χ. από λάθος εεφαρμογή των οδηγιών του σχετικά με την εμβόλιμη ημέρα ανά τετραετία, το ημερολόγιο ήταν πάλι μπροστά τρεις ολόκληρες ημέρες. Τούτο διορθώθηκε από τον Αύγουστο, ο οποίος ως pontifex maximus διευθέτησε την ανωμαλία και με απόφαση του όρισε την τήρηση της εμβόλιμης μέρας ανά τετραετία. Έτσι η ορθή εφαρμογή του ιουλιανού ημερολογίου άρχισε ουσιαστικά το 8μ.Χ.

Ένα σχόλιο

Υποβολή απάντησης

EnglishGreek
error

Enjoy this blog? Please spread the word :)