Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι (1475-1564)

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι, (πλήρες όνομα Μικελάντζελο ντι Λοντοβίκο Μπουοναρότι Σιμόνι, Michelangelo di Lodovico Buonarroti Simoni, 6 Μαρτίου 1475 – 18 Φεβρουαρίου 1564), γνωστός περισσότερο απλά ως Μιχαήλ Άγγελος, ήταν Ιταλός γλύπτης, ζωγράφος, αρχιτέκτονας και ποιητής της Αναγέννησης, που άσκησε απαράμιλλη επίδραση στην ανάπτυξη της δυτικής τέχνης.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι

Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς στην ιστορία της τέχνης. Υπήρξε ο μοναδικός καλλιτέχνης της εποχής, του οποίου η βιογραφία εκδόθηκε πριν τον θάνατό του, στους Βίους του Τζόρτζιο Βαζάρι, ο οποίος επέλεξε να τον τοποθετήσει στην κορυφή των καλλιτεχνών, χρησιμοποιώντας για τον Μιχαήλ Άγγελο το προσωνύμιο ο θεϊκός (Il Divino). Στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι νωπογραφίες που φιλοτέχνησε για το Παπικό παρεκκλήσιο του Βατικανού (Καπέλα Σιξτίνα), το άγαλμα του Δαβίδ και η Πιετά (Αποκαθήλωση) στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου, στη Ρώμη.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Δευτέρα Παρουσία, Καπέλα Σιξτίνα

Ο καλλιτέχνης και ο άνθρωπος Μιχαήλ Άγγελος

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι ήταν δοσμένος με πάθος στην τέχνη του, βλέποντας ότι το πιο δύσκολο πρόβλημα μπορούσε να το λύσει με ευκολία. Γιατί η φύση τον είχε εφοδιάσει με πνεύμα που εξασφάλιζε την ικανότητα του σχεδίου πέρα για πέρα. Για να τελειοποιηθεί σ’ αυτό, ασχολήθηκε διεξοδικά με την ανατομία, ανατέμνοντας ο ίδιος πολλά πτώματα για να ερευνήσει τις ενώσεις των ιστών, τους μυώνες, τα νεύρα, τις φλέβες και τις αρτηρίες, και τις διάφορες κινήσεις και θέσεις του ανθρώπινου σώματος. Επίσης καταπιάστηκε με τη μελέτη των ζώων, κυρίως των αλόγων. Οι εργασίες του με το πινέλο και τη σμίλη έμειναν ανεπανάληπτες. Προσέδιδε στα έργα του τόσο μεγάλη ομορφιά, χάρη και ζωντάνια που ξεπέρασε ακόμη και τους αρχαίους.

Η τέχνη του Μιχαήλ Άγγελου αναγνωρίστηκε ήδη ενόσω εκείνος ζούσε. Οι μεγάλοι Πάπες, ο Ιούλιος Β’, ο Λέων Ι’, ο Κλήμης Ζ’, ο Παύλος Γ’, ο Ιούλιος Γ’ και ο Πίος Ε’, ήθελαν να το έχουν πάντα κοντά τους. Το ίδιο και ο Τούρκος Σουλτάνος Σουλεϊμάν, ο Φραγκίσκος Βαλουά, ο βασιλιάς της Γαλλίας, ο αυτοκράτορας Κάρολος Ε’, ο δούκας Κόζιμο των Μεδίκων: όλοι προσφέρθηκαν να πληρώνουν τιμητικό μισθό για να συμμετέχουν στη δόξα του. Όλοι είχαν δει και αναγνωρίσει ότι σ’ αυτόν οι τρεις τέχνες είχαν φτάσει την τελειότητα.

Είχε μια τόσο δυναμική φαντασία, που τα χέρια του δεν μπορούσαν να μορφοποιήσουν τις μεγάλες και φοβερές σκέψεις που το πνεύμα συνελάμβανε ως ιδέες και πολλές φορές άφησε τα έργα μισοτελειωμένα ή κατέστρεψε πολλά. Ο Μιχαήλ Άγγελος αγαπούσε τη μοναξιά, γιατί πάρα πολύ δοθεί στην τέχνη του, η οποία θέλει ολόκληρο τον άνθρωπο που αφιερώνεται σ΄αυτήν και φτάνει να θεωρεί καθήκον του την αποφυγή της παρέας. Η τέχνη απαιτεί σκέψη, μοναξιά και άνεση και δεν αντέχει αντιπερισπασμούς.

Ο Μιχαήλ Άγγελος σαν καλός Χριστιανός αγαπούσε πολύ τις Άγιες Γραφές και ήταν θαυμαστής το Μοναχού Σαβοναρόλα. Αγαπούσε στο έπακρο την ανθρώπινη ομορφιά και προσπαθούσε να τη μιμηθεί στην τέχνη του επιλέγοντας ό,τι ωραιότερο από το ωραίο. Ήταν πολύ μετριοπαθής και του αρκούσε στα μεν νιάτα του λίγο ψωμί και κρασί, ενώ στα στερνά του έπαιρνε τα βράδια μετά τη δουλειά της ημέρας ένα απλό βραδινό. Αν και ήταν πλούσιος, ζούσε σαν φτωχός. Ποτέ ή σπάνια έτρωγε ένας φίλος μαζί του. Δεν δεχόταν δώρα από κανέναν, γιατί υποχρεωνόταν απέναντι στον δωρητή. Η μετριοπάθεια του συνέτεινε στο να χρειάζεται ελάχιστο ύπνο. Συχνά, σηκωνόταν τη νύχτα, όταν δε μπορούσε να ησυχάσει, για να δουλέψει με τη σμίλη. Γι’ αυτόν τον σκοπό είχε κατασκευάσει ένα χάρτινο σκούφο και στην κορυφή του είχε στερεώσει ένα κερί, ώστε να έχει φως οπουδήποτε κι αν εργαζόταν χωρίς να εμποδίζονται τα χέρια του.

Στα νιάτα του, κοιμόταν πολλές φορές ντυμένος, όταν, κουρασμένος από τη δουλειά, δεν είχε τη δύναμη να γδυθεί και να ντυθεί πάλι, όταν ξυπνούσε. Μερικοί τον θεωρούσαν τσιγκούνη, όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού απέδειξε κατά τη διάρκεια του βίου το του ακριβώς αντίθετο. Με χρήματα που πήρε από τον κόπο του αποκλειστικά βοήθησε πολλούς φτωχούς και πάντρεψε στα κρυφά πολλά κορίτσια.

Ο Μιχαήλ Άγγελος είχε μια πολύ καλή και πλατιά μνήμη. Χρειαζόταν να δει μόνο μια φορά τα έργα των άλλων, για να τα συγκρατήσει και κατά κάποιον τρόπο να τα χρησιμοποιήσει χωρίς κανείς να το καταλάβει. Επίσης ποτέ δεν έφτιαξε πότε κάτι όμοιο με άλλα έργα του. Θύμωνε με αυτούς που τον πρόσβαλαν. Ποτέ όμως δεν ήταν εκδικητικός, αντίθετα ήταν πολύ υπομονετικός και απλός στις συνήθειες του, στα λόγια του πολύ κατανοητός, απαντούσε πάντα με σοφία και σοβαρότητα και πολλές φορές έλεγε πράγματα περιεκτικά, αστεία ή και σκληρά.

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι
Πιετά (Αποκαθήλωση), Βασιλική του Αγίου Πέτρου, Ρώμη

Το τέλος του Μιχαήλ Άγγελου

Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι άφησε την τελευταία του πνοή στις 18 Φεβρουαρίου του 1564. Ο Μιχαήλ Άγγελος κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές και με συμμετοχή όλων των καλλιτεχνών, των φίλων της φλωρεντινής παροικίας, μπροστά στα μάτια ολόκληρης της Ρώμης, σε μια κρύπτη των Αγίων Αποστόλων, γιατί ο Πάπας είχε την πρόθεση να ταφεί στον Άγιο Πέτρο, σε ένα ιδιαίτερο μνημείο. Ο δούκας Κόζιμο των Μεδίκων επειδή δεν μπόρεσε να τον κερδίσει όσο ζούσε, ήθελα να μεταφέρει το νεκρό στη Φλωρεντία και να του αποδώσει μεγάλες τιμές με όλη τη προσήκουσα μεγαλοπρέπεια. Το πτώμα του Μιχαήλ Άγγελου το πήραν τυλιγμένο, για να μην γίνει θόρυβος στη Ρώμη και ματαιωθεί το εγχείρημα. Μετέφεραν το φέρετρο στην Αδελφότητα της Αναλήψεως της Θεοτόκου και το τοποθέτησαν κάτω από τον κεντρικό βωμό, χωρίς να κάνουν τίποτα. Τη νύχτα, γύρω στις δώδεκα, μαζεύτηκαν γύρω από το σκήνωμα. Ήθελαν να ό,τι έκαναν να γίνει αθόρυβα. Η είδηση όμως μεταπήδησε από το ένα στόμα στο άλλο και η εκκλησία πλημμύρισε από κόσμο. Τελικά ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουαναρότι ετάφη στην Santa Croce, όπως ήταν και η επιθυμία του, αφού εκεί βρισκόταν και η κρύπτη των προγόνων του. Με εντολή του Κόζιμο των Μεδίκων ανεγέρθηκε μνημείο με τρία αγάλματα: της Ζωγραφικής, της Γλυπτικής και της Αρχιτεκτονικής.

Πηγή: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Στέλιος Λυδάκης, εκδ. ΚΑΝΑΚΗ

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *