Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856)

Ο Κριμαϊκός πόλεμος ήταν, κατά βάση, ρωσοτουρκικός πόλεμος, του οποίου οι κυριότερες φάσεις διεξήχθησαν στην Κριμαία, από όπου πήρε και το όνομα του. Ο πόλεμος αυτός αποτέλεσε μια νέα φάση του Ανατολικού ζητήματος. Η Ρωσία πίστευε ότι ήταν αρκετά ισχυρή ώστε να επιφέρει ένα νέο πλήγμα εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να πραγματοποιήσει τα προαιώνια σχέδια της, να κατέβει δηλαδή στο Αιγαίο και να εξασφαλίσει κηδεμονία των χριστιανικών λαών της Εγγύς Ανατολής. Η Γαλλία, όμως, και η Αγγλία έσπευσαν -στα πλαίσια της διατήρησης του καθεστώτος στην περιοχή- να βοηθήσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, για να αποτραπεί η πραγματοποίηση του ρωσικού σχεδίου.

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856)
Η πολιορκία της Σεβαστούπολης

Αγγλογάλλοι εναντίον Ρώσων

Η αφορμή της ανακίνησης του Ανατολικού ζητήματος ήταν πάντα πρόχειρη και φυσικά εύκολη για τη Ρωσία. Αυτή τη φορά δόθηκε από τα τοπικού χαρακτήρα επεισόδια μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων, τα οποία συνέβησαν το 1850 για την κατοχή ιερών προσκυνημάτων στους Αγίους Τόπους. Συγκεκριμένα, ο νεοανακηρυχθείς Αυτοκράτορας της Γαλλίας Λουδοβίκος Ναπολέων ζήτησε από το σουλτάνο -στα πλαίσια ενίσχυσης του καθολικισμού- και πέτυχε να ανανεωθούν οι παλιές συμφωνίες που είχαν γίνει τον 16ο αιώνα, μεταξύ του τότε σουλτάνου Σουλεϊμάν και του Γάλλου βασιλιά Φραγκίσκου Α’. Έτσι, κατά την αναδιανομή των προσκυνημάτων ευνοήθηκαν οι Καθολικοί σε βάρος των Ορθοδόξων.

Η αύξηση όμως της επιρροής των Γάλλων, εξερέθισε τον τσάρο Νικόλαο Α’, ο οποίος ζήτησε, ως προστάτης των Ορθοδόξων, όχι μόνο την επιστροφή των προσκυνημάτων σε αυτούς, αλλά και πλήρη ανεξαρτησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε θέματα εκκλησιαστικά. Η Υψηλή Πύλη, όμως, η οποία είχε εξασφαλισμένη και την αγγλογαλλική υποστήριξη, αρνήθηκε να ικανοποιήσει τις ρωσικές απαιτήσεις, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στην Πετρούπολη άπραγος ο απεσταλμένος του τσάρου στην Κωνσταντινούπολη, Αλέξανδρος Μεντζικώφ. Στη συνέχεια, οι Ρώσοι κατέλαβαν τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και τις χρησιμοποίησαν ως μοχλό πίεσης προς την Υψηλή Πύλη.

Από την πλευρά του ο σουλτάνος, ενθαρρυνόμενος και από Αγγλογάλλους, φάνηκε ότι ήταν αποφασισμένος να μην ενδώσει στη ρωσική αυτή πίεση. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1853 κήρυξε μάλιστα πόλεμο εναντίον της Ρωσίας, η οποία αντέδρασε με την ολοσχερή καταστροφή του τουρκικού στόλου κοντά στη Σινώπη (Νοέμβριος 1853). Τότε, ο ενωμένος στόλος των Άγγλων και των Γάλλων εισέπλευσε στον Εύξεινο Πόντο, για να προστατεύσει τα τουρκικά παράλια, ενώ οι διπλωμάτες του ζήτησαν από τον τσάρο να σταματήσει τον πόλεμο και να αποσύρει τα στρατεύματα του από τις Ηγεμονίες. Ο τσάρος απάντησε με την ανάκληση των πρεσβευτών του από το Λονδίνο και το Παρίσι, με αποτέλεσμα η Αγγλία και η Γαλλία να υπογράψουν συνθήκη συμμαχίας με το σουλτάνο (Μάρτιος 1854) και λίγο αργότερα να κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας.

Στην αρχή, οι πολεμικές συγκρούσεις διεξήχθησαν στο Δούναβη, αλλά οι σύμμαχες δυνάμεις μετέφεραν τον πόλεμο στην Κριμαία, όπου επιχείρησαν -με την ενίσχυση 15.000 Ιταλών στρατιωτών από το Πεδεμόντιο- να καταλάβουν το λιμάνι της Σεβαστούπολης, για να υποχρεώσουν τον τσάρο σε στρατιωτική και διπλωματική υποχώρηση. Οι Ρώσοι, όμως, αντέταξαν σθεναρή άμυνα, η οποία κράτησε δέκα μήνες περίπου, με τεράστιες απώλειες και για τις δύο πλευρές. Το Σεπτέμβριο του 1855 έπεσε η Σεβαστούπολη, αλλά ο τσάρος δεν έδειχνε διατεθειμένος να σταματήσει τον πόλεμο. Τελικά, με την παρέμβαση της Αυστρίας, η οποία απείλησε τη Ρωσία ότι θα προσχωρούσε και αυτή στους αντιπάλους της, αν δεν σταματούσε τον πόλεμο, ο τσάρος Αλέξανδρος Β’ (ο τσάρος Νικόλαος Α’ είχε πεθάνει από το 1855) δέχθηκε την πρόταση ειρήνης (Ιανουάριος 1856).

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος λήγει στο Παρίσι

Τυπικά, ο Κριμαϊκός πόλεμος έληξε με την Συνθήκη των Παρισίων (30 Μαρτίου 1856). Από αυτή την Συνθήκη κερδισμένη βγήκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία εξασφάλισε και την επίσημη διαβεβαίωση της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας ότι στο εξής θα αναλάμβαναν εγγύηση για την ακεραιότητας της. Η επίλυση ενδεχόμενων διαφορών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με οποιαδήποτε Μεγάλη Δύναμη θα γινόταν με ειρηνικές διαπραγματεύσεις και με την εποπτεία των ευρωπαϊκών κρατών, στα οποία συνυπολογιζόταν πλέον και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο σουλτάνος αποκτούσε πλέον το δικαίωμα να παρακάθεται σε ευρωπαϊκά συνέδρια.

Σε αντάλλαγμα των ωφελημάτων αυτών οι Τούρκοι αντιπρόσωποι ανακοίνωσαν στο συνέδριο το περιεχόμενο του Χάττ-ι Χουμαγιούν, του νέου, δηλαδή, μεταρρυθμιστικού προγράμματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επρόκειτο για ένα διάταγμα που είχε υπογράψει ο σουλτάνος, στις 18 Φεβρουαρίου 1856 (με τη βεβαιότητα της νίκης του στον πόλεμο, αλλά και με την υπόδειξη των ισχυρών συμμάχων του) και αναφερόταν στις συνταγματικές αναθεωρήσεις (τανζιμάτ) που είχε αποφασίσει να εφαρμόσει σε όλους τους υπηκόους του.

Με το σουλτανικό αυτό διάταγμα:

  1. αναγνωρίζονταν όλα τα προνόμια που είχε παραχωρ’ησει ο Μωάμεθ Β’ στο Πατριαρχείο, υπό την προϋπόθεση της προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της εποχής
  2. οι πιστοί όλων των θρησκειών αποκτούσαν το δικαίωμα της ελεύθερης λατρείας
  3. στο εξής η κατάληψη των δημοσίων θέσεων θα γινόταν με βάση τις ικανότητες των ενδιαφερομένων και όχι την καταγωγή και το θρήσκευμα
  4. κάθε θρησκευτική κοινότητα αποκτούσε το δικαίωμα να ιδρύει ελεύθερα ναούς και σχολεία, αλλά με την προϋπόθεση της έγκρισης, από τις τουρκικές αρχές, των αρχιτεκτονικών σχεδίων για τους ναούς και των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τα σχολεία
  5. οι τουρκικές φυλακές θα γίνονταν πιο ανθρώπινες, με την κατάργηση των εξευτελιστικών σωματικών ποινών, ραβδισμών κ.λ.π.
  6. οι φόροι θα εισπράττονταν από όλους, ανεξάρτητα από το θρήσκευμα και την καταγωγή
  7. οι αλλοδαποί θα μπορούσαν να αποκτήσουν ιδιοκτησία στην Οθωμανική αυτοκρατορία, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους και η απονομή δικαιοσύνης θα γινόταν γενικά με αμεροληψία, ενώ εμπορικές και ποινικές υποθέσεις, κατά τις οποίες οι διάδικοι δεν ήταν μωαμεθανοί, θα δικάζονταν από μικτά δικαστήρια.

Στην πραγματικότητα όλα αυτά αποτελούσαν μεγαλόστομες διακηρύξεις που δόθηκαν κάτω από τη επίδραση των συναισθημάτων της στιγμής και απλές υποσχέσεις που αντιπροσώπευαν το άμεσο αντίτιμο, που κατέβαλε η σουλτανική κυβέρνηση στους Αγγλογάλλους, για την πολύτιμη βοήθεια που του προσέφεραν στον πόλεμο. Άλλωστε, και η πείρα του παρελθόντος δεν δικαιολογούσε μεγάλη αισιοδοξία για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, αργότερα και υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων, μερικές μεταρρυθμίσεις που αναφέρονταν στον τομέα του εμπορίου, πραγματοποιήθηκαν. Οι υπόλοιπες παρέμειναν στα χαρτιά.

Πηγή: https://www.ekdotikeathenon.gr/istopia-toy-ellhnikoy-ethnoys-p16.html

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Μία σκέψη στο “Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856)”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *