Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1791-1865)

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας Φαναριωτών, μέλη της οποίας είχαν χρηματίσει κορυφαίοι αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης (διερμηνείς και ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών).

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Πρωθυπουργός και Υπουργός της Ελλάδας
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος γεννήθηκε το 1791 και, ως γιος του λόγιου αξιωματούχου στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες Νικόλαου Μαυροκορδάτου και της Σμαράγδας Καρατζά, έλαβε αξιόλογη μόρφωση, κατάλληλη για την ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων. Εκτός από τα Ελληνικά του, που το επίπεδό τους ήταν υψηλό, χειριζόταν καλά τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα τούρκικα και αραβικά. Εργάστηκε ως γραμματέας του θείου του, ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά. Το 1819, ο θείος του Ιωάννης Καρατζάς, φοβούμενος για τη ζωή του μετά από πληροφορίες που είχε για δυσαρέσκεια του σουλτάνου στο πρόσωπό του, φεύγει από το Βουκουρέστι. Μαζί του αναχωρεί και ο ανιψιός του Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που βλέπει να χάνονται οι ελπίδες του για ανάληψη κάποιας σπουδαίας θέσης στον διοικητικό μηχανισμό των Οθωμανών. Από τότε, αρχίζει να εμφανίζεται φιλικά διακείμενος στην ιδέα της επανάστασης στην Ελλάδα. Αρχικά εγκαθίσταται, στη Γενεύη και ύστερα στην Πίζα της Ιταλίας που παρακολουθεί μαθήματα ιατρικής, ενώ, μάλλον το 1819, μυείται στην Φιλική Εταιρεία, πιθανότατα από τους Τσακάλωφ και Αναγνωστόπουλο, που τότε είχαν επισκεφτεί την Πίζα.

Άφιξη στην Ελλάδα 

Στην Ελλάδα, έφτασε για πρώτη φορά το 1821 φορώντας τουρκική στολή. Αμέσως, έβγαλε τα τούρκικα ρούχα και φόρεσε ευρωπαϊκό κουστούμι. Όπως είπε ο Καποδίστριας, αντικατέστησε το σαρίκι με πίλον ευρωπαϊκόν. Οι φιλοδοξίες του είναι απεριόριστες και, μορφωμένος όπως είναι, θεωρεί ότι θα διαδραματίσει ηγετικό ρόλο, πολύ περισσότερο αφού οι Έλληνες είναι αγράμματοι και ακοινώνητοι. Είναι, μάλιστα χαρακτηριστικό, ότι προσεταιρίστηκε τον τίτλο του Πρίγκηπα, ενώ δεν ήταν. Ένα άλλο χαρακτηριστικό ήταν, ότι ενώ κατά τους χρόνους της σκλαβιάς απαγορευόταν στους υπόδουλους Έλληνες να φορούν ευρωπαϊκές φορεσιές, τον Μαυροκορδάτο, ουδείς Τούρκος τον πείραξε. Μετά την έναρξη της επανάστασης, ο Μαυροκορδάτος, κάποιοι Έλληνες συνεργάτες του και μαζί οι Γάλλοι και Ιταλοί που έφερε μαζί του, εγκαταστάθηκαν στο Μεσολόγγι. Λίγο πριν αποβιβαστεί εκεί, ο Μαυροκορδάτος βύθισε το πλοίο που τον μετέφερε με την δικαιολογία ότι θα αιχμαλωτιζόταν από τον τουρκικό στόλο που έπλεε στην περιοχή. Κατ’ άλλους η κίνηση αυτή του Μαυροκορδάτου έγινε για να καταχραστεί τις χρηματικές εισφορές των Ελλήνων ομογενών από την Ιταλία, τις οποίες μετέφερε το πλοίο. Ήταν ξεκάθαρο ότι στόχευε την εξουσία, την οποία ασκούσε στην Πελοπόννησο η Πελοποννησιακή Γερουσία, η οποία ήταν ένα είδος επαναστατικής κυβέρνησης, με τέσσερις προκρίτους και τον Άγιο Βρεσθαίνης. Από το Μεσολόγγι, κάνει αμέσως δήλωση νομιμοφροσύνης στον Δημήτριο Υψηλάντη, ο οποίος είναι στην Ελλάδα ως πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, που εθεωρείτο ο αρχηγός του επαναστατημένου Έθνους. Άλλωστε, τον Δημήτριο Υψηλάντη, είχαν αναγνωρίσει όλοι οι Έλληνες, νησιώτες, Μωραΐτες και Ρουμελιώτες. Εκεί άρχισε αμέσως τις ενέργειες για τοπική πολιτική οργά­νωση. Συναντάται με τον Δημήτριο Υψηλάντη τον Αύγουστο του ’21, ορίζεται πληρε­ξούσιός του  και συγκαλεί την «Συνέλευσιν της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» της οποίας εκλέγεται πρόεδρος. Η διαφωνία του με τον Δημήτριο Υψηλάντη και η επακόλουθη συμμαχία του με τους προεστούς του δίνουν την ευκαιρία αλματώδους προώθησης: εκλέγεται πρόεδρος της πρώτης Εθνικής Συνέλευσης της Επιδαύρου (που την 1ην Ιανουαρίου 1822 ψήφισε το «Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος» και στις 15 Ιανουαρίου εξέδωσε την περίφημη «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του Ελληνικού Έθνους»), πρόεδρος την ίδια μέρα του Εκτελεστικού Σώματος και αργότερα του Βουλευτικού. Η σύντομη Διακήρυξη που προτάσσεται στο «Προσωρινό Πολίτευμα» («πεμπτουσία της αρχής των εθνοτήτων») συντάχθηκε από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον στενό του συνεργάτη Αναστάσιο Πολυζωίδη.«Τό ἑλληνικό έθνος, τό ὑπὸ την φρικώδη ὀθωμανικήν δυναστείαν, μή δυνάμενον νά φέρη τόν βαρύτατον καί ἀπαραδειγμάτιστον ζυγόν τῆς τυραννίας καί ἀποσεῖσαν αὐτόν μέ μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον διά τῶν νομίμων παραστατῶν του, εἰς ΄Εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν, ἐνώπιον Θεού καί ἀνθρώπων, τήν πολιτικήν αὑτοῦ ύπαρξιν καί ἀνεξαρτησίαν». ΄Εν ΄Επιδαύρῳ τήν α΄ ΄Ιανουαρίου, ἔτει ạωκβ΄, και Α΄της Ἀνεξαρτησίας. Αλλά οι θεσμοί και τ’ αξιώματα δεν ήταν αυτό που πρωτίστως χρειαζόταν η Ελλάδα. Έτσι ο Μαυροκορδάτος για να δυναμώσει τη θέση του και να εφαρμόσει τις περί συγκεντρωτικής εξουσίας ιδέες του αποφάσισε ν’ αναλάβει και στρατιωτική δράση. Η επιτυχία όμως στον στρατιωτικό τομέα δεν ήταν ανάλογη με αυτήν στον πολιτικό. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που πίστευε ότι αν πετύχαινε μια περιφανή νίκη εναντίον των τουρκικών στρατευμάτων θα κατάφερνε να επισκιάσει τους οπλαρχηγούς  και να αποκτήσει ακόμα περισσότερο κύρος, οργάνωσε εκστρατεία στην Ήπειρο, η οποία οδήγησε στην αποτυχημένη μάχη του Πέτα. Είναι πάντως ο μόνος πρωθυπουργός που έλαβε προσωπικά ενεργό μέρος σε (τρεις) πολεμικές επιχειρήσεις. Ο Μαυροκορδάτος, στη συνέχεια, ζητάει από τον Υψηλάντη την άδεια να οργανώσει με επικεφαλής τον ίδιο και τον φίλο του Θεόδωρο Νέγρη, πολιτικά και στρατιωτικά τη Στερεά Ελλάδα. Ο Δημήτριος Υψηλάντης του δίνει την άδεια που ζητούσε. Παρ’ ότι ήταν άνθρωπος καλής θέλησης και αγαθών προθέσεων, ο Υψηλάντης συνέστησε στον Μαυροκορδάτο να μη χρησιμοποιήσει τον Νέγρη, επειδή ήξερε ότι επρόκειτο περί δόλιου ανθρώπου. Ο Μαυροκορδάτος, παράκουσε τον Δημήτριο Υψηλάντη και έστειλε τον Νέγρη στα Σάλωνα (σημερινή Άμφισσα) και ο ίδιος έμεινε στο Μεσολόγγι. Αμέσως, έφτιαξαν ένα είδος Συντάγματος με σκοπό να διοικήσουν ως απόλυτοι μονάρχες στην περιοχή. Δημιούργησαν, δηλαδή, με την ανοχή του Υψηλάντη, ένα νέο κράτος μέσα στην ξεσηκωμένη Ελλάδα. Ο μεν Μαυροκορδάτος έφτιαξε Γερουσία που την ονόμασε τον «Οργανισμό Προσωρινής Διοικήσεως της Δυτικής Ελλάδας», με έδρα το Μεσολόγγι, ο δε Νέγρης έφτιαξε τον Άρειο Πάγο που ονομάτισε «Νομικήν Διάταξιν Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος», με έδρα την Άμφισσα. Ουσιαστικός αρχηγός των δυο σωμάτων ήταν ο Μαυροκορδάτος, που θέλησε πλέον να καθυποτάξει τους τοπικούς οπλαρχηγούς και να τους καταστήσουν υποχείριά τους. Λίγο μετά, παραμέρισε τον Νέγρη και αυτοαναγορεύτηκε αρχηγός της Στερεάς Ελλάδας και ξεκίνησε την αμφισβήτηση του Δημητρίου Υψηλάντη. Έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να αμφισβητήσει και τον Δημήτριο και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, με μια αισχρή επιστολή που έστειλε στον πρώτο και παρουσιάζει ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», που εξεδόθη το 1925: Στην επιστολή αυτή ο Μαυροκορδάτος γράφει ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης εξαπατήθηκε από τους Φιλικούς  κι ότι τόσο εκείνος, όσο και ο Μητροπολίτης Ουγγαροβλαχίας Ιγνάτιος, είναι αντίθετοι με τον ξεσηκωμό και προσπάθησαν να τον αποτρέψουν. Στη συνέχεια της επιστολής, ο Μαυροκορδάτος αναφέρει σκαιότατα, ότι δεν αναγνωρίζει τον Υψηλάντη για αρχηγό, διότι δεν εκπροσωπεί κανέναν, ούτε φυσικά το Έθνος, ούτε μπορεί να είναι πληρεξούσιος επιτρόπου μιας ανύπαρκτης αρχής, η οποία κι αν ακόμη υπήρχε, δεν μπορούσε να έχει δικαιώματα επάνω στο Έθνος. Το αποκορύφωμα στην επιτολή ήταν ο επίλογος. Σ’ αυτόν, ο Μαυροκορδάτος, γράφει ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κι όλοι οι άλλοι που προκάλεσαν τον ξεσηκωμό, είναι ένοχοι και το έκαναν από ιδιοτέλεια και μόνο, για το δικό τους συμφέρον και όχι γιατί ήθελαν την ελευθερία της πατρίδας. Δεν σταματά, όμως, στην αμφισβήτηση και κατεδάφιση του Υψηλάντη. Πιάνει τους προκρίτους του Μοριά και κάνει πρόταση να καλέσουν για αρχηγό των Ελλήνων τον πρίγκιπα της Γαλλίας Ευγένιο, που ήταν θετός γιος του Μεγάλου Ναπολέοντα. Τους λέει ακόμη, ότι αν δεν θέλουν τον Ευγένιο, να φέρουν τον Καποδίστρια ή κάποιον ικανότερο των Υψηλάντηδων. Αυτή ήταν η αρχή του ελληνικού δράματος μεσούσης της επανάστασης. Αυτή ήταν η αρχή του εμφυλίου που ακολούθησε. Οπαδός του δόγματος των Φαναριωτών, διαίρει και βασίλευε. Αμέσως μετά την αμφισβήτηση των Υψηλάντηδων, με τα χρήματα που διέθετε προσεταιρίστηκε κάποιους καπετάνιους της Ρούμελης και σε σύντομο διάστημα αναγνωρίστηκε ένας άτυπος άρχοντας της περιοχής. Ο τρόπος της διοίκησής του,είναι χαρακτηριστικό πως σκεφτόταν στο ακόλουθο περιστατικό: Στο Ξηρόμερο, διόρισε σκοπίμως δυο οπλαρχηγούς. Τον Γρίβα και τον Τσόγκα. Όπως ήταν αναμενόμενο οι δυο τους άρχισαν να διαφωνούν και να ανταγωνίζονται. Τότε, κάποιος Ξηρομερίτης, πήγε και βρήκε τον Μαυροκορδάτο και του ανέφερε τα καθέκαστα, συμπληρώνοντας ότι έτσι όπως πάει, σύντομα κάποιος εκ των δυο θα σκοτωθεί από τον άλλον. Τότε, ο Μαυροκορδάτος, με τον κυνισμό που τον διέκρινε, απάντησε: «Το ηξεύρω. Αλλά όποιος εκ των δυο και αν λείψει, θα λείψει ένας χαλές…».    Το συγκεκριμένο περιστατικό, αποκαλύπτεται στο βιβλίο με τίτλο «Οδυσσέας Ανδρούτσος», του Κάρπου Παπαδόπουλου, που κυκλοφόρησε το 1957 από τις εκδόσεις Τσουκαλά. Σημειωτέον, ότι ο ένας εκ των δυο οπλαρχηγών που είχε διορίσει στο Ξηρόμερο, ο Τσόγκας, ήταν προσωπικός του φίλος και άνθρωπός του για επικίνδυνες αποστολές. Κι όμως, το φίλο του, τον αποκαλούσε χαλέ, που στα Αρβανίτικα σημαίνει αποχωρητήριο. Λίγο αργότερα, πήγε με τον Υδραίο Κουντουριώτη, πάμπλουτο προύχοντα της Ύδρας. Έγινε ο άνθρωπός του. Πιόνι στην αρχή κι όταν απέκτησε επιρροή, άρχισε να έρπει για την αναρρίχησή του. Υπάρχει επιστολή του, στο αρχείο Κουντουριώτη, στον οποίο γράφει: «Τι μ’ έγραψες και δεν ενήργησα…εις την άκρην του κόσμου αν θέλεις να υπάγω, εκεί υπάγω…Δεν ηξεύρω τι άλλο μπορώ να σε είπω…». Ο Μαυροκορδάτος, τον Ιανουάριο του 1822, γίνεται πρωθυπουργός και τον Μάιο αρχιστράτηγος. Εξοπλίζεται με δικτατορικές εξουσίες και λαμβάνει μέτρα πολιτικά ή στρατιωτικά, κατά την απόλυτη κρίση του και συμφώνως με τα συμφέροντά του.

Η μάχη του Πέτα

Η μάχη του Πέτα το 4 Ιουλίου 1822 ήταν μια από τις μεγαλύτερες ήττες που γνώρισαν οι επαναστατημένοι Έλληνες κατά την διάρκεια της Επανάστασης. Η ευθύνη για την ήττα βαρύνει εξ ολοκλήρου τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο αλλά ας δούμε τα γεγονότα από την αρχή.    Όπως και οι περισσότεροι πολιτικάντηδες με την είσοδο του Δράμαλη στην Πελοπόννησο ο Μαυροκορδάτος αποφασίζει να φύγει. Παίρνει μαζί του τα πρώτα τακτικά στρατιωτικά τμήματα της επανάστασης που είχε οργανώσει ο Δημήτριος Υψηλάντης και σε αυτά υπηρετούσαν πολλοί Φιλέλληνες και πάει στο Μεσολόγγι. Καταργεί την τοπική γερουσία και βάζει δικούς του ανθρώπους σε θέσεις κλειδιά. Ονομάζει τον εαυτό του στρατηγό και με ένα στράτευμα 3000 ανδρών αποφασίζει να εκστρατεύσει στην Ήπειρο για να βοηθήσει του μπλοκαρισμένους Σουλιώτες. Στις αρχές Ιουνίου φτάνει στο Κομπότι και στήνουν το στρατόπεδο τους στον Πέτα. Στις 21 Ιουνίου προσπαθούν 1500 Έλληνες με αρχηγό τον Μάρκο Μπότσαρη να ενωθούν με τους Σουλιώτες αλλά ισχυρή τούρκικη δύναμη τους απωθεί πίσω στο στρατόπεδο του Πέτα. Όλοι οι εμπειροπόλεμοι αρχηγοί συμβουλεύουν τον Μαυροκορδάτο να τραβηχτούν οι Έλληνες σε πιο οχυρές θέσεις αλλά εκείνος δεν τους ακούει. Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται οι τακτικοί και οι φιλέλληνες. Όπως αναφέρουν οι ιστορικοί μας άδικα ο Γενναίος και ο Γώγος Μπακόλας τους συμβούλευσαν να φτιάξουν ταμπούρια. Εκείνοι με λίγοι έπαρση είναι η αλήθεια τους αποκρίθηκαν ότι ξέρουν να πολεμάνε και ότι για κάστρα έχουν τα στήθια τους. Ο Κιουταχής εν τω μεταξύ έχει στείλει μια δύναμη 2000 τουρκαλβανών να πιάσει τις πλάτες των δικών μας. Όταν αρχίζουν να χτυπούν πισώπλατα τους αγωνιστές με την ταυτόχρονη ολομέτωπη επίθεση του κύριου όγκου των Τούρκων αρχίζει η καταστροφή. Οι τακτικοί και οι φιλέλληνες σε μια τελευταία απέλπιδα προσπάθεια σχηματίζουν τετράγωνο για να συγκρατήσουν την ορμή του εχθρού, αλλά άδικα καθώς ποδοπατιούνται από το τούρκικο ιππικό. Θα χάνονταν ολόκληρο το ελληνικό στρατόπεδο αν την τελευταία στιγμή ο Γώγος Μπακόλας δεν έπιανε μια ισχυρή θέση σε ένα γκρεμό και δεν πισωγύριζε τους Τούρκους. Από τους φιλέλληνες μόνο 25 γλύτωσαν που με γιουρούσι κατάφεραν να ανοίξουν δρόμο με τις λόγχες τους και να περάσουν. Για αυτή την καταστροφή σε κάποιον έπρεπε να ρίξει την ευθύνη ο Μαυροκορδάτος, αυτός φυσικά δεν έφταιγε σε τίποτε! Έτσι κατηγόρησε τον Γώγο για προδοσία, ότι τάχα επίτηδες άφησε τους τουρκαλβανούς να πιάσουν τις πλάτες των Ελλήνων. Ο ίδιος ο Γώγος, όταν έμαθε τι του καταμαρτυρούσαν, επισκέφτηκε τον Μαυροκορδάτο που πρέπει να του είπε ότι τον θεωρεί αθώο. Μην αντέχοντας να κατηγορείται άδικα, ο Γώγος πέρασε στην αντίπερα όχθη.  Κατάφεραν στο τέλος να τον κάνουν στ’ αλήθεια προδότη. Τα βρήκε με τους Τούρκους και τους υπηρέτησε ως τον θάνατό του.
Αρχικά, η αιτία της καταστροφής στο Πέτα αποδόθηκε σε «προδοσία του Γώγου Μπακόλα». Όμως, ο Γώγος πολεμούσε λυσσαλέα και μετά την κατάληψη του λόφου που κρατούσε με τους δικούς του. Ο Μαυροκορδάτος δεν συμμεριζόταν αυτή την άποψη: «η εκστρατεία (…) απέτυχεν από σφάλματα, εις τα οποία σπάνιον είναι να μην υποπέσουν οι άνθρωποι», σημείωνε σε γράμμα του της 12ης Ιουλίου. Ούτε ο Τρικούπης τον θεωρεί προδότη. Και ο Μακρυγιάννης τον επαινεί στα Απομνημονεύματά του.Ο Νικόλαος Σπηλιάδης (1785 – 1862) θεωρεί υπεύθυνο της καταστροφής τον ίδιο τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Γράφει: «Ότε οι ανδρείοι εκείνοι (φιλέλληνες) κατεκόπτοντο, μετά των Ελλήνων πολεμούντες τους Τούρκους, ο αρχηγός ήτο μακράν του πεδίου της μάχης, κατά μίμησιν των πλειοτέρων ολιγαρχικών, οίτινες, αν και στρατηγών φέροντες δίπλωμα, αφίστανται πάντοτε σχεδόν πόρρω των μαχών…».Κύριες αιτίες της καταστροφής ήταν η έλλειψη συντονισμού και οι περί μαχών διαφορετικές αντιλήψεις Ελλήνων και φιλελλήνων. Αυτό ήταν το τέλος της εκστρατείας του εξοχότατου Πρίγκιπα Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου που στοίχησε στους επαναστημένους Έλληνες μια από τις μεγαλύτερες ήττες τους.Τα λάθη του Μαυροκορδάτου οδήγησαν όχι μόνο στην ήττα των Ελλήνων αλλά και στην διάλυση των οργανωμένων ελληνικών δυνάμεων της περιοχής, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να προελάσουν μέχρι το Μεσολόγγι το οποίο και πολιόρκησαν.

Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου 

Εκεί είχε καταφύγει ήδη ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και εκεί αναδείχθηκε. Η πόλη είχε άθλια οχύρωση και ελάχιστους υπερασπιστές. Αν φύγω,είπε ο Μαυροκορδάτος  οι αλβανικές ορδές θα περάσουν στην Πάτρα, η Πελοπόννησος θα συντριβεί κι αυτό θα είναι μοιραίο για την ελληνική υπόθεση. Εδώ πρέπει να πεθάνουμε. Οργάνωσε την άμυνα, χρησιμοποίησε όλες τις μεθόδους της οχυρωματικής τέχνης και τα τεχνάσματα που μπόρεσε να επινοήσει, ανέθεσε στον Μάρκο Μπότσαρη συνομιλίες περί παράδοσης με τους πολιορκητές για να κερδίσει χρόνο, διέγειρε την αντιζηλία μεταξύ των πασάδων και τελικά με τη βοήθεια των αφιχθέντων πελοποννησιακών στρατευμάτων οι Τούρκοι αποκρούστηκαν την ένδοξη νύχτα των Χριστουγέννων του 1822 και έλυσαν με βαριές απώλειες την Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Ήταν μια προσωπική επιτυχία του Μαυροκορδάτου που αντιστάθμιζε την ήττα του Πέτα, κι αναγνωρίστηκε ακόμα κι από τους εχθρούς του.

Ο εμφύλιος του 1824 

Ο στόχος ήταν ένας και μεγάλος. Ο θρόνος της Ελλάδας, μετά την απελευθέρωση. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος που ήταν τουρκοαναθρεμμένος, τουρκοπροσκυνημένος, τουρκοδιορισμένος, σκόπευε να βασιλεύσει την Ελλάδα. Όποιος ήταν αντίθετος στα σχέδιά του, γινόταν εχθρός του. Έκανε συμμαχίες που δεν είχαν καμιά λογική, πέραν των προσωπικών του επιδιώξεων. Οι ενέργειές του εξόργισαν τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος τον απείλησε λέγοντάς του «μην καθίσεις πρόεδρος, ότι έρχομαι και σε διώχνω με τα λεμόνια, με τη βελάδα όπου ήρθες»Έτσι, ο μεγαλύτερος ήρωας της ελληνικής επανάστασης, έγινε εχθρός του μηχανορράφου Μαυροκορδάτου. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, κατέφυγε στην Ύδρα, στον προστατευόμενο του Κουντουριώτη κι έστησε τον εμφύλιο. Αιματοκύλισε την Πελοπόννησο, βάζοντας τους Ρουμελιώτες να επιτεθούν εναντίον του Μοριά, τη στιγμή που η επανάσταση ήταν στην κορύφωσή της κι ο Ιμπραήμ ετοίμαζε τ’ ασκέρια του να επιτεθούν για να την καταπνίξουν.  Τότε ήταν, που με μπροστάρη τον φίλο του Κωλέττη και πύρινα λόγια εναντίον των Μοραϊτών, ξεσήκωσε τους Ρουμελιώτες, που μπήκαν στον Μοριά και «δεν άφησαν λίθον επί λίθου, καίγοντας, βιάζοντας, λεηλατώντας, κλέβοντας, αφανίζοντας τον τόπο και τον άμαχο πληθυσμό, για να γραφτεί μια από τις μελανότερες σελίδες της ελληνικής ιστορίας», όπως γράφει και ο Θεόδωρος Παναγόπουλος στο βιβλίο του «Τα ψιλά γράμματα της ιστορίας». Στη συνέχεια, σε συνεννόηση με τον Κουντουριώτη, τον Κωλέττη και τον Παπαφλέσσα, διέλυσε τα στρατιωτικά τμήματα του Μοριά, ενώ ο Ιμπραήμ ήταν στο Αίγιο, φυλάκισε τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους καπετάνιους του Μοριά ως…προδότες και δεν τους αποφυλάκισε, παρά μόνο όταν ο Ιμπραήμ είχε ερημώσει την Πελοπόννησο.


Διπλωματία


Ο τομέας στον οποίο όλοι σχεδόν οι συγγραφείς, αναγνωρίζουν την πολύτιμη προσφορά του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, είναι η διπλωματία. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενεργούσε στον τομέα αυτό μόνος του και αυθαίρετα σχεδόν. Στις  επαφές του εξηγούσε ότι η πτώση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν όχι μόνον αναπόφευκτη αλλά και ωφέλιμη για τις ευρω­παϊκές δυνάμεις. Στην Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας φρόντισε να καθησυχάσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διαχωρίζοντας τις θέσεις της Επανάστασης από τους Καρμπονάρους, Κομουνέρος, κλπ καταργώντας τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας και καθιερώνοντας ως σημαία τη γαλανόλευκη. Και τελικά ήταν ο μόνος, μαζί με τον Μέττερνιχ, που κατάλαβε πως κάτι άλλαξε, όταν ανέλαβε υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας ο Τζωρτζ Κάνινγκ. Ήταν από το χρονικό εκείνο σημείο που ο Μαυροκορδάτος έγινε αγγλόφιλος. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που ο ίδιος ο Καποδίστριας αναφέρει: «ο πρίγκιψ Μαυροκορδάτος και ο κ. Πανταζόγλου (απεσταλμένοι των ηγεμόνων Βλαχίας και Μολδαβίας) προσεπάθησαν να μοι αποδείξουν, ότι η διατήρησις της μετά των Τούρκων ειρήνης ήτο αδύνατος, και ότι, ως Έλληνες, ήσαν ανυπόμονοι να μάθουν ότι τα Ρωσσικά στρατεύματα ήσαν έτοιμα να διαβούν τον Προύθον» . Αλλά από το 1818 που έγινε αυτή η συνάντηση μέχρι το 1828 οι Ρώσοι δεν κινήθηκαν. Έπρεπε οι Έλληνες να βρουν κάποιους άλλους.    Φρόντισε για την σύναψη του αγγλικού δανείου για το οποίο κατηγορήθηκε σφοδρότατα. Όσο κι αν λόγω λονδρέζικης αρπακτικότητας και ελληνοπρεπούς διαχείρισης το δάνειο δεν απέδωσε τ’ αναμενόμενα και θεωρήθηκε από πολλούς σαν αιτία του εμφυλίου πολέμου, εν τούτοις ο κύριος σκοπός επετεύχθη: «να ενοχοποιήσει, ούτως ειπείν, την Αγγλίαν εν τη εκβάσει της ελληνικής επαναστάσεως» και να δώσει αφορμή «εις την έναρξιν αμοιβαίων σχέσεων» μεταξύ Ελλάδος και Αγγλίας, όπως έλεγε ο ίδιος ο Μαυροκορδάτος στις οδηγίες του. Ο τεράστιος όγκος της αλληλογραφίας του περιλαμβάνει επιστολές προς κάθε κατεύθυνση, ακόμη και προς τον Γκέντς, σύμβουλο του Μέττερνιχ. Αλλά βέβαια την σπουδαιότερη σημασία είχαν οι επιστολές προς Κάνινγκ, ο οποίος τελικά απάντησε ως κυβέρνηση προς κυβέρνηση.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ήταν πεπεισμένος ότι για την απελευθέρωση της Ελλάδος ήταν απαραίτητη η εξωτερική βοήθεια. Το 1818 ζητούσε από τους Ρώσους να εισβάλουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αφού αυτό δεν έγινε, στράφηκε προς την Αγγλία χρησιμοποιώντας τώρα τη Ρωσία ως φόβητρο: η Επανάσταση, που θα συνεχιζόταν με κάθε κόστος, θα έφθειρε τόσο τις δυνάμεις της Τουρκίας που θα την καθιστούσε (μαζί και την Ελλάδα) εύκολη λεία της Ρωσίας, που θ’ αποφάσιζε κάποτε να κινηθεί με οποιαδήποτε πρόφαση. Ο Κάνινγκ εννόησε την απειλή (ενδεχομένως εκβιασμό): Η Αγγλία κινδύνευε ν’ αποκλειστεί από την ανατολική Μεσόγειο και ν’ αποκοπεί ο δρόμος της προς τις Ινδίες. Ο Μέτερνιχ επίσης είδε με τρόμο το ενδεχόμενο να καταπιεί η όμορος τότε της Αυστρίας Ρωσία όλη τη Βαλκανική και στην απόγνωσή του, μεταξύ δύο κακών, διάλεξε το μικρότερο και πρότεινε την πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδος. Όλος αυτός ο χειρισμός εξηγεί το κατά του Μαυροκορδάτου μένος των ρωσόφιλων συγγραφέων. Τον Ιούλιο του 1825, μετά την απόβαση του Ιμπραήμ και τις κατα­στροφές στη Σφακτηρία και στο Μανιάκι, οι Έλληνες υπέγραψαν την πράξη με την οποία ζητούσαν να τεθούν υπό την αγγλική προστασία. Αυτή είναι μια από τις σοβαρότερες κατηγορίες κατά του Μαυροκορδάτου, ότι προσπάθησε δηλαδή να κάνει την Ελλάδα αγγλικό προτεκτοράτο. Ο ίδιος αρνήθηκε έντονα ότι είχε την παραμικρή ανάμειξη και υπάρχουν πράγματι αμφιβολίες, αλλά ο τελικός χειρισμός είναι μάλλον δικός του. Μένει τώρα να εξεταστεί αν η αίτηση αυτή είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, αν ενέπλεξε δηλαδή ακόμη περισσότερο την Αγγλία στη δίνη του Ελληνικού ζητήματος και την οδήγησε, μαζί με την ανησυχία για το δάνειο και τον φόβο των περιπλοκών, στη ναυμαχία στο Ναυαρίνο. Από  τη ναυμαχία στο Ναυαρίνο ελευθερώθηκε η Ελλάδα επειδή ο Ιμπραήμ ήταν ανίκητος και είχε σβήσει η επανάσταση στον Μωριά. Η αποστολή του Ιμπραήμ ήταν να καταπνίξει την επανάσταση και να στείλει το μήνυμα στους  Οθωμανούς ότι δεν υπάρχει πλέον αντίσταση πουθενά. Ανίκητος, όμως, δεν ήταν. Υπήρξαν πολύ σημαντικές του ήττες, όπως  η μάχη στο ιστορικό ύψωμα της Δραμπάλας όπου στις 5-7 Ιουνίου 1825 διεξήχθη η ομώνυμη μάχη μεταξύ των στρατευμάτων του Ιμπραήμ και των οπλαρχηγών της Πελοποννήσου υπό την αρχηγία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Άλλες ήττες του ήταν στις μάχες Βέργας και Δυρού όπου εδώ τον νίκησαν γυναίκες και οι γέροι της Μάνης στις 22-6-1826 και μετά στον Πολυάραβο όπου κινδύνεψε και η ζωή του ακόμα. Η ναυμαχία στο Ναυαρίνο έγινε  8 Σεπτεμβρίου 1827. Δεκαπέντε μήνες μέχρι την ναυμαχία και δεν είχε καταφέρει να καταπνίξει την επανάσταση. Αν το είχε καταφέρει θα έστελνε το μήνυμα της νίκης στον Σουλτάνο ότι δεν υπάρχει επανάσταση και έτσι δεν θα είχαμε τη Συνθήκη του Λονδίνου (Iούλιος 1827) όπου η Αγγλία, η Ρωσία και η Γαλλία καλούσαν τους δύο εμπολέμους να σταματήσουν τις εχθροπραξίες και να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις. Άντεξαν οι Έλληνες και ας πολεμούσαν με δύο αυτοκρατορίες.

Η δράση του στα χρόνια του Ιωάννη Καποδίστρια


Όταν ήρθε ο Καποδίστριας που ο ίδιος είχε προτείνει, τον αντιπολιτεύθηκε σφοδρότητα και για πολλούς ήταν ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του. Και μη ξεχνάμε κάτι ακόμη πολύ σημαντικό. Από τη δολοφονία του Καποδίστρια κι ύστερα, άνοιξε ο δρόμος για τις θλιβερές ξενόφερτες βασιλείες που τόσο ταλαιπώρησαν τον τόπο.  Όλοι σχεδόν οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν τον Μαυροκορδάτο μοιραίο πρόσωπο της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η πολιτική του δράση συνεχίστηκε και μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια, οπότε ανέλαβε και υπουργικά καθήκοντα. Αποσύρθηκε από την κυβέρνηση το 1830 και αναδείχθηκε ηγέτης της αντιπολίτευσης, συμπορευόμενος με τους Υδραίους. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (Σεπτέμβριος 1831), εντάχθηκε στη συνταγματική παράταξη του Ιωάννη Κωλέττη και αποτέλεσε μέλος της Διοικητικής Επιτροπής που κυβέρνησε τη χώρα έως την άφιξη του Όθωνα.

Η δράση του στα χρόνια του Όθωνα

Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της απολυταρχικής περιόδου της βασιλείας του Όθωνα παρέμεινε εκτός Ελλάδας ως πρεσβευτής (Λονδίνο, Μόναχο και Παρίσι), στο πλαίσιο της προληπτικής πρακτικής της Αντιβασιλείας για τιμητική αποστρατεία διακεκριμένων Ελλήνων πολιτικών στο εξωτερικό με την ανάθεση σε αυτούς πρεσβευτικών καθηκόντων. Ο βασιλιάς Όθωνας του ανέθεσε πρωθυπουργικά καθήκοντα το 1841, το 1844 και το 1854, δίχως όμως να τον εμπιστεύεται ουσιαστικά, οδηγώντας τον έτσι σε παραίτηση. Στο διάστημα που ακολούθησε ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά αξιώματα, ενώ συνέβαλε και στη διαμόρφωση του κλίματος που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα.
Οι μηχανορραφίες του, συνεχίστηκαν και μετά την ανάδειξη της Ελλάδας σε ελεύθερο κράτος. Έγινε υπουργός Οικονομικών και Στρατιωτικών της αντιβασιλείας Όθωνα, ενώ στάλθηκε και πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, το Μόναχο και το Λονδίνο. Μετά την Επανάσταση του 1843 έγινε αντιπρόεδρος της συντακτικής συνέλευσης και τον Μάρτιο του 1844 πρωθυπουργός. Τον Αύγουστο όμως παραιτήθηκε για ν’ αποτραπεί ο εμφύλιος πόλεμος στον οποίο έσυρε τη χώρα το κόμμα του Ιωάννη Κωλέττη.

Στις 15 Μαΐου 1954 ανακλήθηκε από πρέσβης της Ελλάδας στο Παρίσι και επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου σχημάτισε και πάλι κυβέρνηση πετυχαίνοντας ν’απαλύνει τις συνέπειες της αγγλογαλλικής κατοχής που επιβλήθηκε στα πλαίσια του Κριμαϊκού πολέμου, όταν η Ελλάδα με επικεφαλής τον Όθωνα θέλησε να πραγματοποιήσει την Μεγάλη Ιδέα πολεμώντας στο πλευρό της Ρωσίας κατά της Τουρκίας και των Αγγλογάλλων. Τελικά στράφηκαν εναντίον του και το λαϊκό αίσθημα -που πρώτη φορά εκδηλώθηκε υπέρ του Όθωνος- και οι Αγγλογάλλοι και έτσι αναγκάστηκε να παραιτηθεί το Σεπτέμβριο του 1855 αφού αντιτάχθηκε στη απαίτηση του Όθωνα για την απόλυση του υπουργού των Στρατιωτικών Δημητρίου Καλλέργη. Επί της κυβερνήσεως αυτής του Μαυροκορδάτου δόθηκε χάρη και αποφυλακίστηκε ο εκτίων ποινήν ισοβίων δεσμών-κατά μετατροπήν της θανατικής- Μακρυγιάννης. To 1863 εξελέγη πρόεδρος της Επιτροπής για τη σύνταξη σχεδίου του Συντάγματος.

Επί της πρωθυπουργίας του αγοράστηκαν τα πρώτα ελληνικά επιβατηγά ατμόπλοια. Ο ίδιος ο Μαυροκορδάτος πήγε στο Λονδίνο όπου παρήγγειλε τρία πλοία έναντι 24.000 λιρών. Τα πλοία βαπτίστηκαν “Βασίλισσα της Ελλάδος”, “Ύδρα” και “Πανελλήνιον” και αποτέλεσαν τον πυρήνα της “Ελληνικής Ατμοπλοϊκής Εταιρείας” με έδρα τη Σύρο.

Προσωπική ζωή το Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος το 1863 αποσύρθηκε στην εξοχική του κατοικία στην Αίγινα, όπου και απεβίωσε το 1865 τυφλός και φτωχός. Η εξοχική αυτή κατοικία διατηρείται ακόμα και μέχρι τα τέλη του 1990 ανήκε στον απόγονό του Νικόλαο Ρωκ – Μελά. Ήταν παντρεμένος με την Χαρίκλεια Αργυροπούλου (1808 – 1884), κόρη του μεγάλου διερμηνέα της Υψηλής Πύλης Ιακώβου Αργυρόπουλου. Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιανουαρίου του 1830 στην Αίγινα. Είχαν αποκτήσει μαζί τα εξής παιδιά:

  • Νικόλαος Μαυροκορδάτος (1831 – 1837), γεννημένος στην Ύδρα, ανάδοχός του ο Ανδρέας Μιαούλης
  • Ελπινίκη Μαυροκορδάτου (1833 – 1835), γεννημένη στο Ναύπλιο, ανάδοχός της ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος, αδερφός της Χαρίκλειας
  • Κίμων Μαυροκορδάτος (1834 – 1837), γεννημένος στο Μόναχο, ανάδοχός του ο Ρώσος πρεσβευτής Γκαγκάριν
  • Ελένη Μαυροκορδάτου (1836 – 1837), γεννημένη στο Μόναχο
  • Νικόλαος Μαυροκορδάτος (1837 – 1903), πολιτικός και διπλωμάτης
  • Γεώργιος Μαυροκορδάτος (1839 – 1902), δικηγόρος, πρέσβης και συλλέκτης

Η τριετία 1835-1837 ήταν η οδυνηρότερη στη ζωή του Μαυροκορδάτου. Έχασε τέσσερα παιδιά του-ένα στο Μόναχο το 1835 και τρία μαζί στη Τεργέστη το Δεκέμβριο του 1837. Η αδελφή του Αικατερίνη ήταν παντρεμένη με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, με τον οποίο απέκτησαν τον μετέπειτα πρωθυπουργό, Χαρίλαο Τρικούπη.

Πηγή: http://homouniversalisgr.blogspot.com/2013/09/1821_17.html

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Αλέξανδρος_Μαυροκορδάτος

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

5 σκέψεις στο “Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1791-1865)”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *