Ο Αισχύλος (525π.Χ.-455π.Χ)

Ο Αισχύλος ήταν ένας από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές. Οι άλλοι δύο ήταν ο Σοφοκλής και ο Ευρυπίδης. Βρίσκεται στην αρχή της μορφοποίησης της αρχαίας ελληνικής δραματικής ποίησης. Στα έργα του θίγονται θέματα κοινωνικά, ποιητικά, μεταφυσικά. Όλα τα έργα του δίνονται με στέρεη δομή και με λυρικές εξάρσεις. Από το πλούσιο έργο του σώζονται μόνο πετά τραγωδίες: Πέρσαι, Επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Τα τρία τελευταία αποτελούν την Τριλογία «Ορέστεια».

Ο Αισχύλος
Ο Αισχύλος

Ο Αισχύλος ήταν γόνος του ευγενούς γαιοκτήμονα Ευφορίωνα, του γένους των Κοδριδών. Ήταν Αθηναίος πολίτης που μετείχε στις μάχες κατά των Περσών, πολέμησε στη μάχη του Μαραθώνα και σε όλη του τη ζωή έφερε περήφανα τον τίτλο του μαραθωνομάχου.

Έζησε σε μια μεταβατική περίοδο, όταν το δημοκρατικό κόμμα επικράτησε σε βάρος του ολιγαρχικού. Επειδή δεν πήρε ξεκάθαρη θέση ούτε υπέρ των δημοκρατικών ούτε υπέρ των ολιγαρχικών, δεν γνώρισε ποτέ τον ιδιαίτερο θαυμασμό ούτε των μεν, ούτε των δε.

Από νωρίς ασχολήθηκε με τους δραματικούς αγώνες και γνώρισε 12 νίκες. Έγραψε 90 τραγωδίες. Οι τραγωδίες του έχουν μεγαλοπρέπεια και ηθική δύναμη.  Οι μορφές στα έργα του είναι τιτανικές, μυθικές και οι συγκρούσεις προκαλούν δέος. Ανάλογη με τον όγκο των προσώπων είναι και η γλώσσα και το ύφος του ποιητή.

Στο έργο του συμπυκνώνεται η έννοια του δικαίου, καθώς και η συνείδηση του ποιητή ως μαχόμενου πολίτη ο Αισχύλος ήταν οπαδός του Πυθαγόρα και τα δράματα του είναι γεμάτα πυθαγόρειες ιδέες. Ο ίδιος θεωρούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του τη συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα, στη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Στην ακμή της ζωής του ταξίδεψε στη Σικελία, στην αυλή του Ιέρωνα, στις Συρακούσες, όπου καλούνταν σχεδόν όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής εκείνης. Πιθανόν να παρουσίασε εκεί για δεύτερη φορά τους Πέρσες.

Πέθανε στη Γέλα το 456/5 π.Χ. σε δεύτερη επίσκεψή του και λέγεται ότι σκοτώθηκε όταν δέχτηκε στο κεφάλι του μία χελώνα, την οποία είχε ρίξει από ψηλά ένας αετός, προκειμένου να σπάσει το καβούκι της και μετά να τη φάει. Οι Αθηναίοι εξασφάλισαν την υστεροφημία του μεγάλου δραματικού ποιητή, ψηφίζοντας νόμο σύμφωνα με τον οποίο επιτρεπόταν όποιος ήθελε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό με έργα του Αισχύλου. Οι δύο γιοι του, Ευαίων και Ευφιρίων, έγραψαν επίσης τραγωδίες, όπως και ο Φιλοκλής, γιος της αδελφής του.

Όταν πέθανε, ο Αισχύλος, ζήτησε να στηθεί στο τάφο του ένα επίγραμμα που έγραφε:

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεῦθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Mαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.

Στα νεότερα ελληνικά:

Τον γιο του Ευφορίωνα τον Αθηναίο Αισχύλο
κρύβει νεκρόν το μνήμα αυτό της Γέλας με τα στάρια·
την άξια νιότη του θα ειπεί του Μαραθώνα το άλσος
κι ο Μήδος ο ακούρευτος οπού καλά την ξέρει.

Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org.wiki/Αισχύλος

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *