Ολόγυρα στη Λίμνη

Η ζωοδότρα και επικίνδυνη θάλασσα, ο πόνος του ανεκπλήρωτου έρωτα, η παρηγοριά που χαρίζει η θρησκευτική λατρεία, η αγανάκτηση του απλοϊκού νησιώτη για την αδιαφορία και τη διαφθορά του κρατικού μηχανισμού. Η Σκιάθος του 19ου αιώνα, το νησί που γέννησε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη – κι αυτός με τη σειρά του, το λάτρεψε – ζωντανεύει στις σελίδες του διηγήματος του: «Ολόγυρα στη λίμνη».

Ολόγυρα στη Λίμνη

Όταν επανήλθες μετά επτά έτη εις την ωραίαν τοποθεσία, την προσφιλή εις τας αναμνήσεις σου, δεν ήτο Φεβρουάριος ο μην και δεν υπήρχον πλέον ίτσια να μυρωνώσι την ατμόσφαιραν με τας μεθυστικάς ευωδίας των. Αλλά δεν ήτο πλέον και η Πολύμνια εκεί, αλλά έμψυχον ίον, η μεθύσκουσα ποτέ την παιδικήν φαντασίαν σου μόνον της λευκής λινομετάξου εσθήτος της τον θρούν. Δεν εσώζετο πλέον ούτε ο σικυών του αγαθού Παρρήση, ο περιβάλλων ποτέ με χλοερόν πλαίσιον την γαληνιώσαν λίμνην, την αντανακλώσαν εις τα νερά της το αίθριον κυανούν, ούτε καν η καλύβα του Λουκά του Θανασούλα, η βρεχόμενη από το κύμα, παρά το στόμιον της λίμνης, όπου ουδείς αλιεύς ετόλμα βολής να πλησιάση, διότι, και κοιμωμένου του Λουκά, η καραμπίνα ηγρύπνει παρά το πλευρόν του, και ήκουες τότε έξαφνα, εν τω μέσω της νυκτός, ξηρόν κρότον, ουδένα καλόν υποσχόμενον εις τον τολμητίαν, όστις θα εδοκίμαζε να πλησιάση ποτέ. Αν ηδύνατο τις να πιστεύση τα λεγόμενα, η καραμπίνα αυτή ήτον το αληθές ξυπνητήρι του ενοικιαστού της λίμνης, ειδοποιούσαν αυτόν μυστηριωδώς διά κτύπου εις τον δεξιόν ώμον περί της λαθραίας προσεγγίσεως βάρκας τινός εκ του λιμένος διά νυκτός. Διότι οι όροι του συμβολαίου έλεγαν, ότι όλα τα κεφαλόπουλα και τα καβούρια, όσα επλησίαζαν εις την λίμνην, ήσαν της λίμνης, ενώ όσα ετόλμων να εξελθώσιν αυτής, δεν ήσαν του λιμένος. Εφηρμόζετο δ’ ενταύθα κατά πλάτος το αξίωμα «τα εμά εμά, και τα σά εμά».

Άλλοτε κατήρχετο εκεί βόσκων τας ολίγας αμνάδας και τα αρνία του. ο μπάρμπα-Γιώργος, Θεός σχωρέσ’τον, ο Κοψιδάκης , όστις δεν εφείδετο να διηγήται εις πάντας όσας οπτασίας έβλεπεν (αγίους, αγγέλους, δαίμονας, την κατάστασιν των ψυχών, και αυτήν την τελευταίαν κρίσιν, όλα τα έβλεπεν ο μακαρίτης) και άπαξ μάλιστα ηλήθευσε περιφανώς, όταν έπεισε τους πολίτας και τον δήμαρχο με όλη τη δωδεκάδα, ότι ήτο επάναγκες ν’ ανακαινίσωσιν εκ βάθρων τον ναΐσκον του Αγίου Γεωργίου. Και προείπεν αυτοίς, ότι, άμα ανέσκαπτον τα θεμέλια, ο Άγιος θα ήρχετο βοηθός. Και πράγματι, ως ήρχισεν η σκαπάνη να ξεκοιλιάζει μετά δούπου την γην και να στομούται, πλήττουσα λίθους και χαλίκας, προέκυψαν εις το φως δίδυμοι τάφοι μετά κιτρίνων σκελετών, τις οίδεν από ποιου λοιμού κατά τους παρελθόντας αιώνας εκεί θαμμένων, και μεταξύ αδελφωμένων κοκκάλων και χώματος ευρέθησαν περί τα εκατόν ενετικά φλωρία. Άλλοι επίστευσαν τότε το θαύμα και άλλοι εξεπλάγησαν διά την σύμπτωσιν, αλλά το ορατόν αποτέλεσμα είναι, ότι ο ναΐσκος, ευπρεπής οποσούν, εκτίσθη. Εις τον ναΐσκον εκείνον, όταν ήτον ακόμη παλαιός και στενός και μικρούτσικος, εκλείετο το πάλαι, όταν ήθελες να επικαλεσθής την βοήθειαν του Αγίου διά τους πρώιμους πόνους της καρδίας σου. Και δεν ηδύνατο τις να σε ονομάση βέβηλον, καθόσον δεν εζήτεις από τον Άγιον εγκόσμιον ευτυχίαν, αλλά παρηγορίαν διά τας θλίψεις σου. Και συ έπλεες τότε εις ψευδή ασφάλειαν, πεποιθώς, ότι κανείς άλλος δεν σε έβλεπε από τον Θεόν και από τον Άγιον-αλλ’ ο νέος εκείνος, όστις εφύλαγε τότε τα πρόβατα του μπάρμπα-Γιώργου, Θεός σχωρέσ’τον, του Κοψιδάκη, αν και δεν ήτο προικισμένος με το χάρισμα της προφητείας και των οπτασιών, ως ο αφέντης του, όταν σ’ έβλεπε αντίκρυ από το λόφον, κι έκλειες την θύραν, άμα έμβαινες εις το εξωκκλήσιον, κατήρχετο γοργά-γοργά από τον λόφον, με τα τσαρουχάκια του, πατών εις την γην τόσο μαλακά, ως να ήτο ελαφρός ατμός διολισθαίνων επί της χλόης, και συνέχων την αναπνοήν του, επλησίαζε σιγά-σιγά εις την μικράν, μισοασβεστωμένην και λαδωμένην από την υπερβολικήν ευλάβειαν των προσκυνητριών υαλόφρακτον θυρίδα του ναΐσκου κι έβλεπε, χωρίς να τον βλέπης, τας μετανοίας και τας προσευχάς σου, και ήκουε, χωρίς να τον ακούης, τους ψιθυρισμούς σου και τους στεναγμούς σου. Ω! πόσα έτη παρήλθον έκτοτε!

…………………………………………………………………………………………..

Ολόγυρα στη Λίμνη, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *