Μονεμβασιά και Ελκόμενος Χριστός

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, στο Νομό Λακωνίας. Είναι περισσότερο γνωστή από το μεσαιωνικό φρούριο, επί του ομώνυμου “Βράχου της Μονεμβασιάς”, που αποτελεί στην κυριολεξία μικρή νησίδα που συνδέεται με γέφυρα σε σχηματιζόμενο λαιμό συνολικού μήκους 400 μέτρων με τη σημερινή παράλια κατ΄ έναντι πόλη επί της λακωνικής ακτής. Στα διασωθέντα κτήρια και τις δομές στο κάστρο περιλαμβάνονται αμυντικές κατασκευές του εξωτερικού κάστρου και αρκετές μικρές βυζαντινές εκκλησίες. Μπαίνοντας στην Μονεμβασιά ο κεντρικός δρόμος με το βυζαντινό καλντερίμι οδηγεί στη Κεντρική Πλατεία όπου βρίσκεται το παλαιό κανόνι και ο Ελκόμενος Χριστός.

Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη, που προέρχεται από τις δύο ελληνικές λέξεις Μόνη και Έμβασις. Πολλές από τις οδούς είναι στενές και κατάλληλες μόνο για τους πεζούς. Ο κόλπος της Παλαιάς Μονεμβασιάς βρίσκεται στο Βορρά. Το παρωνύμιο της Μονεμβασιάς είναι «Γιβραλτάρ της ανατολής», επειδή τυγχάνει να είναι σε σμίκρυνση πανομοιότυπη με τον βράχο του Γιβραλτάρ.

Μονεμβασιά
Μονεμβασιά και Ελκόμενος Χριστός

Η Μονεμβασιά στα αρχαία χρόνια

Η Μονεμβασιά απαντάται ήδη από την προϊστορική περίοδο. Πρωτοκατοικήθηκε πριν από 8.000 χρόνια και πρόκειται για τον μοναδικό Πρωτοελλαδικό οικισμό στις ανατολικές ακτές της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς. Ο Πρωτοελλαδικός πολιτισμός συμπίπτει χρονολογικά με τον πρώτο Κυκλαδίτικο και τον Πρωτομινωικό πολιτισμό.

Η Μονεμβασιά, τότε Άκρα Μινώα, που παρέμενε ακόμα στεριά και όχι διαμορφωμένο νησί, αποτέλεσμα σεισμού που έλαβε χώρα αιώνες αργότερα, αποτέλεσε τον ενδιάμεσο σταθμό ανάμεσα στις χερσαίες περιοχές της Ελλάδας και στο ήδη ακμάζον δίπτυχο Κυκλάδων- Κρήτης.

Η Μονεμβασιά συνεχίζει να αποτελεί νευραλγικό σημείο- σταθμό και κατά την διάρκεια της Μυκηναϊκής ή Υστεροελλαδικής εποχής, καθώς υπήρξε σπουδαίο Μυκηναϊκό κέντρο², εξελισσόμενη σε πελαγίσιο μονοπάτι μεταξύ του Μυκηναϊκού και Μινωικού πολιτισμού.

Η Μονεμβασιά στα Βυζαντινά χρόνια

Μεταπηδώντας χρονικά στον 4ο αιώνα μ.Χ., οπότε και αλλάζει ριζικά ο εδαφολογικός χάρτης της περιοχής, κατά τον ισχυρότατο σεισμό του 375μ.Χ., με την αποκοπή μέρους της στεριάς η Άκρα Μινώα, μετατρέπεται σε νησί, την Μονεμβασιά. Χρονικά της εποχής, παρέχουν σχετικά ασφαλείς πληροφορίες για τις συνθήκες κτίσης της πόλης πάνω στον βράχο.

Η περιοχή που κατοικήθηκε εκείνη την περίοδο, ήταν ο Γουλάς, ή Πάνω Πόλη του βράχου. Γουλάς ονομάστηκε από το αλβανικό «Γουλάς» που σημαίνει οχύρωμα ή, κατ’ άλλους από τη λέξη Γουλί, λόγω της φαλακρότητας του εδάφους. Οι ανάγκες της εποχής καλούσαν για σύνθετα οχυρωματικά έργα. Τότε κατασκευάστηκε και η πρώτη γέφυρα που συνέδεε το νησί με την απέναντι στεριά.

Στα τέλη του 6ου μ.Χ. αιώνα, κατά τη βασιλεία του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μαυρίκιου, οι κάτοικοι της Λακεδαίμονας εγκατέλειψαν ομαδικά τον τόπο τους λόγω των Σλαβικών επιδρομών. Πολλοί από αυτούς βρήκαν ασφάλεια στη Σικελία, ενώ οι υπόλοιποι εγκαταστάθηκαν σε ένα βράχο στις ανατολικές ακτές της Λακωνίας. Εκεί δημιούργησαν μία πόλη που λόγω της μοναδικής της εισόδου ονόμασαν Μονεμβασία (“Μόνη-Έμβαση”). Κατά το Χρονικό της Μονεμβασίας, τα παραπάνω γεγονότα έγιναν κατά τον έκτο χρόνο της βασιλείας του Μαυρίκιου, δηλαδή το 588 μ.Χ. 

Αμέσως μετά την ίδρυση της, η Μονεμβασία αναπτύχθηκε γρήγορα και εξελίχθηκε σε μία σημαντική πόλη. Για πρώτη φορά, στις μέχρι σήμερα γνωστές ιστορικές πηγές, η πόλη αναφέρεται το 723 μ.Χ. από τον επίσκοπο Willibald ο οποίος πέρασε από την Μονεμβασία στο ταξίδι του προς τους Άγιους Τόπους. Λίγο αργότερα, το 746 μ.Χ., ο ιστορικός Θεοφάνης αναφέρει ότι μολυσματική ασθένεια μεταδόθηκε στη Μονεμβασία, μέσω του λιμανιού της, από τη Σικελία και την Καλαβρία.  Το 787 μ.Χ. ο επίσκοπος Μονεμβασίας Πέτρος συμμετείχε στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο. Το εμπόριο και η ναυτιλία αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα και το λιμάνι της πόλης ήταν από τα μεγαλύτερα της Πελοποννήσου. Η φυσική οχύρωση της ενισχύθηκε με τείχη, αρχικά στην Άνω και αργότερα στην Κάτω Πόλη.

Η Μονεμβασιά φραγκοκρατούμενη

Το 1147 οι Νορμανδοί επιχείρησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν με πολιορκία το Κάστρο, ενώ λίγα χρόνια αργότερα ο Άραβας γεωγράφος Εδρισί ονομάζει την πόλη Μαλλιάσα. Το 1249 η πόλη κυριεύτηκε από τους Φράγκους, ύστερα από τρίχρονη πολιορκία από τον Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο. Η Φραγκοκρατία διήρκησε 14 χρόνια και το 1262 ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος κατέλαβε την πόλη. Κατά την βασιλεία του Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου, παραχωρήθηκαν σημαντικά προνόμια στη Μονεμβασία μέσω δύο Χρυσόβουλλων που εκδόθηκαν το 1284 και 1301. Τα προνόμια αυτά επεκτάθηκαν το 1336 με άλλο Χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Γ’. Το 1292, ο Καταλανός πειρατής Roger de Lluria λεηλάτησε τη Μονεμβασία και άλλες πόλεις του Αιγαίου. Το 1395, η πόλη καταλαμβάνεται για τρεις μήνες από τους Τούρκους, ενώ το 1443 ο Θεόδωρος Β’ Παλαιολόγος ανανέωσε τα προνόμια της πόλης.

Το 1460 η πόλη ήταν υπό την προστασία του Πάπα Πίου Β’ ενώ το 1463 καταλήφθηκε από τους Βενετούς. Η Α’ Ενετοκρατία τελείωσε το 1540. Αμέσως μετά η πόλη παραχωρήθηκε στους Τούρκους για 150 χρόνια (1540-1690). Το 1564 οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη επιχείρησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν το Κάστρο. Μετά από αυτήν την επιχείρηση, η είσοδος στη Βορεινή πλευρά του βράχου σφραγίστηκε με τείχος (Mura Rossa). Το 1690 η πόλη ξαναπέφτει στα χέρια των Βενετών για 25 χρόνια. Η Β’ Ενετοκρατία τελείωσε το 1715, όταν η Μονεμβασία παραδόθηκε και πάλι στους Τούρκους.

Η Μονεμβασιά απελευθερώνεται

Την 23η Ιουνίου ο Αλέξανδρος Καντακουζηνός, πληρεξούσιος του Δημητρίου Υψηλάντη, κατέφθασε από τα Βέρβαινα στη Μονεμβασία, προκειμένου να διαπραγματευθεί την παράδοση της πόλης. Επειδή, όμως, οι Τούρκοι κωλυσιεργούσαν και οι διαπραγματεύσεις καθυστερούσαν αποφάσισε να στενέψει τον πολιορκητικό κλοιό με την κυρίευση του πύργου της γέφυρας. Στις 10 ή 11 Ιουλίου ένοπλο σώμα  Τσακώνων και Μανιατών κατέλαβε μετά από σκληρή μάχη τον πύργο της γέφυρας εξορμώντας μέχρι τα τείχη της Κάτω Πόλης. Μετά την εξέλιξη αυτή οι Τούρκοι έσπευσαν να αποδεχθούν τη συνθήκη της παράδοσης.

Το Σάββατο της 23ης  Ιουλίου ο Τούρκος διοικητής Μουσταφάμπεης Χασάν Μπεηζανδές παρέδωσε τα κλειδιά της πόλης στον Αλέξανδρο Καντακουζηνό. Στη συνέχεια, οι Έλληνες οπλαρχηγοί κατευθύνθηκαν στον μητροπολιτικό ναό του Ελκομένου Χριστού, όπου τελέσθηκε θεία δοξολογία.

Η απελευθέρωση της Μονεμβασίας είχε καθοριστική σημασία για τον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας, διότι γέμισε αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση τους Έλληνες αγωνιστές. Παράλληλα, τα πολεμοφόδια του κάστρου χρησίμευσαν στην κρητική επανάσταση, καθώς επίσης στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, του Ναυπλίου και της Κορίνθου. Η Μονεμβασία πέρασε στην κυριαρχία των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων μετά από 358 χρόνια ξένης κατοχής, καθώς γνώρισε την μακρόχρονη εναλλαγή Βενετών και Τούρκων. Το 1463 ήταν το τελευταίο βυζαντινό έρεισμα της Πελοποννήσου που πέρασε σε ξένη κυριαρχία, ενώ το 1821 ήταν το πρώτο κάστρο που περιήλθε στην ελληνική κυριαρχία.

Μια άγνωστη ιστορία για το κάστρο

Αν και η Μονεμβασιά είναι φημισμένη για το κάστρο της, ωστόσο μια όχι και τόσο γνωστή ιστορία συνέβη σε αυτήν.

Στο κέντρο περίπου του κάστρου υπάρχει ένας λευκός ναός με καταπληκτική θέα και ένα κανόνι μπροστά του. Η εκκλησία αυτή φέρει το όνομα Χριστός Ελκόμενος και είναι η μοναδική εκκλησία στην Ελλάδα με αυτό το όνομα, το οποίο προέρχεται από το ρήμα έλκω που στα αρχαία σημαίνει τραβώ, φέρω.

Στο εσωτερικό της εκκλησίας υπάρχει ειδικός χώρος στον οποίο φυλάσσεται η ομώνυμη εικόνα κάτω από δρακόντια μέτρα ασφαλείας. Ο λόγος είναι ότι πριν από περίπου 35 χρόνια και μια βροχερή νύχτα, η εικόνα εκλάπη υπό αρχαιοκαπήλων. Η εικόνα έχει μέγεθος λίγο μικρότερο μιας πόρτας. Για να μπορέσουν, λοιπόν, να την βγάλουν από την εκκλησία, την έκοψαν σε 4-5 κομμάτια. Βρέθηκε λίγους μήνες μετά και έκτοτε φυλασσόταν στο Βυζαντινό μουσείο, όπου έγινε και η αποκατάστασή της, ενώ στην Μονεμβάσια γύρισε 32 χρόνια αργότερα ύστερα από πολυετείς προσπάθειες του Μητροπολίτη και αφού δόθηκαν οι απαραίτητες εγγυήσεις για την ασφάλειά της. Οι εγγυήσεις αυτές αφορούσαν το ειδικό κουβούκλιο στο οποίο φυλάσσεται η εικόνα και στοιχίζει πάνω από 200.000 ευρώ. Για να εισέλθει κάποιος στο κουβούκλιο, θα πρέπει η υπεύθυνη του ναού να πληκτρολογήσει τον ειδικό κωδικό, ενώ μέσα υπάρχουν κάμερες που σαρώνουν την εικόνα ανά 2 δευτερόλεπτα.

Την αξία της εικόνας, που είναι ανεκτίμητη, μας επιβεβαίωσε ο αρχαιολόγος της περιοχής που μας έκανε μια μίνι ξενάγηση και μας έδωσε πληροφορίες όχι μόνο για την εικόνα και την περιπέτειά της, αλλά και για την τέχνη της αγιογραφίας. Είναι από τις σημαντικότερες και μεγαλύτερες εικόνες της Παλαιολόγειας περιόδου ενώ  έχει χαρακτηριστεί ως η σπουδαιότερη Σταύρωση σε φορητή εικόνα.

Παρουσιάζει μια σκηνή του θείου Πάθους και συγκεκριμένα αυτήν αμέσως μετά το θάνατο του Χριστού. Στο κέντρο βρίσκεται ο Χριστός με τα μάτια κλειστά, σε αντίθεση με άλλες εικόνες που τον θέλουν με τα μάτια μισάνοιχτα. Τον περιβάλλουν 2 συμμετρικού κύκλοι. Αριστερά η Παναγία με τις Μυροφόρες ενώ δεξιά ο Ιωάννης με τον εκατόνταρχο πίσω του. Στην κορυφή υπάρχει η επιγραφή ‘’Ο βασιλιάς της δόξης’’  ενώ στη βάση ένα σπήλαιο με το κρανίο του Αδάμ μέσα σε αυτό.

Κάτι που επίσης, δεν είναι γνωστό είναι ότι στην ιστορία της κλοπής της εικόνας βασίστηκε και η σειρά ‘’Ιερόσυλοι’’ της κρατικής τηλεόρασης εκείνη την εποχή, με τον Θάνο Λειβαδίτη στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πηγή: http://xifoupolis.gr/sitemap/Ηπεριοχήμας/ΙστορικήΑναδρομή.html

Πηγή; http://dim-monemv.lak.sch.gr/istoria.htm

Πηγή: http://www.monemvasianews.gr/απελευθέρωση-της-μονεμβασίας-23-ιουλίο/

Πηγή: http://alternatrips.gr/el/peloponissos/lakonia/mia-ohi-kai-toso-gnosti-istoria-gia-ti-monemvasia

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *