Ιντιφάντα

Το 1948, μετά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ άρχισε μια σειρά προσπαθειών από την πλευρά των Παλαιστινίων για την ίδρυση και κράτους της Παλαιστίνης. Μετά από πλήθος ένοπλων συγκρούσεων, κατάληψη παλαιστινιακών εδαφών από τους Εβραίους, διπλωματικές διαπραγματεύσεις και αποφάσεις του ΟΗΕ, το 1987 ο παλαιστινιακός λαός ξεκίνησε την πρώτη ειρηνική εξέγερση που έμεινε στην ιστορία με τον όρο «Ιντιφάντα».

Η πρώτη «Ιντιφάντα» (1987-1993) απέβλεπε στην πίεση προ το Ισραήλ για διαπραγμάτευση. Η δεύτερη «Ιντιφάντα» (2000-2005) αποτέλεσε ένα ποιοτικά ανώτερο επίπεδο αντιπαράθεσης, γιατί δεν περιορίστηκε πια στις πέτρες των μικρών παιδιών αλλά προχώρησε σε πιο δυναμικές μορφές αντίστασης.

Ιντιφάντα
Παλαιστινιακός καταυλισμός στο Ναρ αλ Μπαρίντ του Λιβάνου, το χειμώνα του 1948

Οι μικροί Παλαιστίνιοι με τις πέτρες αντιμετωπίζουν τους πάνοπλους Ισραηλινούς στρατιώτες και προσφέρουν εκατοντάδες νεκρούς στον αγώνα τους. Καθοριστική καμπή για το Παλαιστινιακό αποτέλεσε ο πόλεμος στον Κόλπο το 1991, μετά την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ. Ο αραβικός κόσμος διχάστηκε ανάμεσα στην υποστήριξη προς τις ΗΠΑ και το Ιράκ και μετά τον τερματισμό των συγκρούσεων οι Ηνωμένες Πολιτείες, επωφελούμενες από το νέο διεθνές κλίμα, με την εξαφάνιση της άλλης υπερδύναμης συμβάλλουν στη σύγκληση της Διάσκεψης της Μαδρίτης.

Οι συνομιλίες δεν οδηγούν σε κάποιο αποτέλεσμα, αλλά τον Ιούνιο του 1992 το Εργατικό Κόμμα του Ισραήλ, με επικεφαλής τον Γιτζάκ Ράμπιν, κερδίζει τις εκλογές και αρχίζει μυστικές διαπραγματεύσεις με την παλαιστινιακή ηγεσία. Η έντονη παρασκηνιακή διαπραγμάτευση οδηγεί στην ιστορική συμφωνία του Όσλο, η οποία επισφραγίστηκε στον κήπο του Λευκού Οίκου, τον Σεπτέμβριο του 1993, με την χειραψία του Γιτζάκ Ράμπιν και του Γιάσερ Αραφάτ, οπότε και τεέιώνει η πρώτη «Ιντιφάντα».

Οι δύο πλευρές υπογράφουν Διακήρυξη Αρχών για την αυτονομία των παλαιστινιακών εδαφών και για πρώτη φορά επισημοποιείται η αμοιβαία αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ και της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΠΑ) ως εκπρόσωπος του παλαιστινιακού λαού.

Οι πρώτοι μήνες εφαρμογής των συμφωνιών του Όσλο δημιουργούν ένα κλίμα ευφορίας στα παλαιστινιακά εδάφη με την περιορισμένη υλοποίηση της παλαιστινιακής αυτονομίας, η οποία επιτρέπει τον Αραφάτ να επιστρέψει ύστερα από 27 χρόνια, τον Ιούλιο του 1994, στη Γάζα.

Η ειρηνευτική διαδικασία δεν εξελίσσεται βέβαια ομαλά, γιατί οι ακραίες ισλαμικές οργανώσεις συνεχίζουν τις βομβιστικές επιθέσεις ως αντίποινα στα μέτρα καταστολής. Η εφαρμογή των συμφωνιών χαρακτηρίζεται από συνεχείς αναβολές ή υπαναχωρήσεις κυρίως από την ισραηλινή πλευρά, ενώ δεν λείπουν και οι ακραίες ενέργειες, όπως η εκτέλεση 29 Παλαιστινίων σε τζαμί της Χεβρώνας από φανατικό Εβραίο.

Η τραγικότερη στιγμή σημειώνεται τις 4 Νοεμβρίου 1995, όταν ακροδεξιός Ισραηλινός σκοτώνει τον πρωθυπουργό Γιτζάκ Ράμπιν έπειτα από συγκέντρωση ειρήνης στο Τελ Αβίβ. Ο Σιμός Πέρες που τον διαδέχεται ακολουθεί μια σκληρή πολιτική εναντίον των ισλαμιστών και ευθύνεται για το θάνατο 100 αμάχων στο κτίριο του ΟΗΕ στο νότιο Λίβανο. Η ισραηλινή Δεξιά, ενισχυμένη από το κλίμα που δημιουργούν οι επιθέσεις των ισλαμιστών, κερδίζει τις εκλογές και ο νέος πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου προσπαθεί με κάθε τρόπο να ανακόψει την εφαρμογή των συμφωνιών του Όσλο. Η άρνηση της ισραηλινής κυβέρνησης να συνεχίσει την αποχώρηση της από τα παλαιστινιακά εδάφη υποχρεώνει τους Παλαιστίνιους να διακόψουν τις διαπραγματεύσεις και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναλαμβάνουν τη μεσολάβηση.

Το 2001 πρωθυπουργός του Ισραήλ εκλέγεται ο Αριέλ Σαρόν, ο μοιραίος άνθρωπος για τους Παλαιστίνιους, ο οποίος καταφέρνει να σχηματίσει κυβέρνηση μαζί με το Εργατικό Κόμμα και ξεκινά την ουσιαστική πια ανατροπή όλων των συμφωνιών που έχουν επιτευχθεί με την Παλαιστινιακή Αρχή.

Είχε προηγηθεί η καλά σχεδιασμένη πρόκληση του Σαρόν, (βουλευτής τότε στην αντιπολίτευση, επισκέφθηκε τον περίβολο του μουσουλμανικού τεμένους Αλ Ακσά στην Ιερουσαλήμ, που θεωρείται ο τρίτος πιο ιερός χώρος για το Ισλάμ). Η ενέργειά του αυτή, που θεωρήθηκε βέβηλη και προκλητική από το μουσουλμανικό στοιχείο, έδωσε το έναυσμα για τη νέα και πολύ πιο αιματηρή εξέγερση που θα μείνει στην ιστορία ως η «Ιντιφάντα του Αλ Ακσά», από το όνομα του ιερού τεμένους στην Ιερουσαλήμ. Ο Σαρόν ήθελε να προκαλέσει την οργή των Παλαιστινίων για να υπάρχει αφορμή για την πιο ωμή και βίαιη καταστολή που γνώρισαν ποτέ.

Το Ισραήλ από το 1967 και μετά δεν έπαψε ποτέ να να συνεχίζει τον εποικισμό των παλαιστινιακών εδαφών, ώστε με τη δημιουργία τετελεσμένων να μην υπάρξει ποτέ η δυνατότητα επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση. Έτσι εξηγείται και η κωλυσιεργία όλων των κυβερνήσεων να συζητήσουν το τελικό καθεστώς των εδαφών και τα ζητήματα των συνόρων, των οικισμών, των προσφύγων, του νερού και της Ιερουσαλήμ.

Ιδιαίτερα για το ζήτημα των οικισμών, οι αριθμοί είναι συντριπτικοί. Η ανάπτυξη τους έχει καταδικαστεί επανειλημμένως από τον ΟΗΕ ως παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και των συμβάσεων της Γενεύης, αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ισραηλινής στρατηγικής. Η κυβέρνηση Σαρόν προσανατολίστηκε εξαρχής στην υιοθέτηση μιας στρατηγικής που απέβλεπε στην πλήρη υπονόμευση ως την τελική εξάρθρωση της παλαιστινιακής ηγεσίας.

Έχοντας εξασφαλίσει τον πλήρη παραμερισμό, στην ισραηλινή κοινωνία, των δυνάμεων που ήθελαν την συνεννόηση με την άλλη πλευρά, ο Σαρόν αφέθηκε απερίσπαστος στην σε μια σκληρή αναμέτρηση μέχρι θανάτου με την παλαιστινιακή ηγεσία. Η στρατηγική του Σαρόν ήταν να προετοιμάσει την ισραηλινή και τη διεθνή κοινή γνώμη για την πλήρη ταύτιση κάθε εξτρεμιστικής ενέργειας με τον Παλαιστίνιο ηγέτη και την Παλαιστινιακή Αρχή, ώστε να μπορεί να στρέψει την ωμή στρατιωτική βία ενάντια στους εμβρυακούς δεσμούς των Παλαιστινίων. Μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 ο Σαρόν εξασφάλισε την αμερικανική συναίνεση. Με την συνδρομή και υποστήριξη των Αμερικανών υπέρ του κράτους του Ισραήλ η κατάσταση στη Παλαιστίνη συνεχίζεται να είναι ρευστή.

Το τέλος της δεύτερης «Ιντιφάντα» τοποθετείται είτε στο θάνατο του ιστορικού ηγέτη των Παλαιστινίων Γιασέρ Αραφάτ (11 Νοεμβρίου 2004), είτε στη συνάντηση του Σαρμ Ελ Σέιχ (8 Φεβρουαρίου 2005), μεταξύ του Πρόεδρου της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούτ Αμπάς και του πρωθυπουργού του Ισραήλ, Αριέλ Σαρόν, όπου συμφωνήθηκε, με αμερικανική μεσολάβηση, η κατάπαυση των εχθροπραξιών. Το 2005 σηματοδότησε την άνοδο του Μαχμούτ Αμπάς στην Προεδρία της Παλαιστινιακής Αρχής, την κοινοβουλευτική επικράτηση της «Χαμάς» και την αποχώρηση των Ισραηλινών στη Λωρίδα της Γάζας. Το επόμενο μεγάλο επεισόδιο της ισραηλινο-παλαιστινιακής διαμάχης θα είναι ο πόλεμος της Γάζας, που ξεκίνησε στα τέλη του 2008.

Ο «βολικός» μύθος ότι η Παλαιστίνη είναι μια χώρα χωρίς λαό, έχει καταρρεύσει εδώ και χρόνια. Πρέπει να καταρρεύσει και η αντίληψη ότι οι Παλαιστίνιοι είναι ένας λαός που περισσεύει στην ίδια του την πατρίδα. Όσο για τους ίδιους τους Παλαιστίνιους, σύμφωνα με τον αείμνηστο Παλαιστίνιο ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς, «δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο, παρά να είναι και να παραμένουν ακόμη περισσότερο Παλαιστίνιοι».

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *