Η Φλώρινα (6000 π.Χ.-…)

Η Φλώρινα είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Φλώρινας και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Φλώρινας στην Δυτική Μακεδονία. Η πόλη της Φλώρινας βρίσκεται σε υψόμετρο 687 μέτρων και έχει πληθυσμό 17.686 κατοίκους (απογραφή 2011).

Άποψη της Φλώρινας από τον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα προς τα ΒΑ
Η Φλώρινα

Ιστορία της Φλώρινας

Η Φλώρινα στην Αρχαιότητα

Η Φλώρινα κατοικείται τουλάχιστον από το 6.000 π.Χ. καθώς ευρήματα μαρτυρούν την πρώτη εγκατοίκηση. Ο παραλίμνιος προϊστορικός οικισμός του Αγίου Παντελεήμονα, που βρίσκεται 3 χλμ. δυτικά της σύγχρονης εγκατάστασης, παρουσιάζει εκτεταμένη διάρκεια κατοίκησης, η οποία καλύπτει χρονικά 5300 χρόνια και εκτείνεται στο σύνολο σχεδόν της Νεολιθικής Εποχής και Εποχής του Χαλκού (6500-1200 π.Χ.).

Η περιοχή κατακλύστηκε από ελληνόφωνα φύλα γύρω στο 19ο αιώνα π.Χ. όταν η βορειότερη Πελαγονία ήταν ένα από τα δύο κύρια κέντρα του ελληνόφωνου κόσμου (το δεύτερο ήταν η Χαονία). Τους αμέσως επόμενους αιώνες, ελληνόφωνα φύλα όπως οι Αχαιοί και οι Αιολείς μετανάστευσαν νοτιότερα, υπό την πίεση των Βρυγών. Η γη των Βρυγών αποτελούσε μέρος της αρχαίας Λυγκηστίδος (η περιοχή οφείλει την ονομασία της στον πρώτο μυθικό βασιλιά της, τον ήρωα και αργοναύτη Λυγκέα). Ήταν πάντα αυτόνομο κράτος με δυναστεία που συγγένευε με τους Βακχιάδες της Κορίνθου. Εντούτοις, το εθνικό υπόβαθρο της περιοχής παρέμεινε ελληνικό, και αφού αποχώρησαν οι Βρύγες στη Μικρά Ασία (15ος αιώνας π.Χ.), τους επόμενους αιώνες, σημείωσε ιδιαίτερη πληθυσμιακή ανάπτυξη. Αυτό οδήγησε σε νέα μετανάστευση νοτιότερα κατά τον 11ο αιώνα π.Χ. που έμεινε γνωστή ως κάθοδος των Δωριέων. Στο λόφο του Αγίου Παντελεήμονος, υπάρχει αρχαιολογικός χώρος οικισμού που κατοικούνταν αδιάλειπτα από το 16ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ. και από το 4ο έως τον 1ο αιώνα π.Χ. 

Οι σπουδαιότερες πόλεις ήταν η Ηράκλεια που ίδρυσε ο Φίλιππος το 352 π.Χ. στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα η Φλώρινα, η Κέλλα (σημερινή Κέλλη), η Βεύο (σημερινή Βεύη) και η Μελιτώνα (σημερινή Μελίτη) με κατοίκους Έλληνες Δωρικής καταγωγής. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Ηροδότου στο κεφάλαιο του Ουρανία (137) για τη Λεβαία, που σήμερα ανήκει στο Δήμο Φιλώτα: «Του δε Αλεξάνδρου τού έβδομος γενέτωρ Περδίκκας εστί ο κτησάμενος… την τυραννίδα τρόπω τάδε εξ’ ργεως έφυγον ες Ιλλυριούς των Τημένου απογόνων τρεις αδελφέοι, Γαυάνης τε και Αέροπος και Περδίκκας… απίκοντο ες Λεβαίην πόλιν… οι δε απικόμενοι ει άλλην γην της Μακεδονίας οίκησαν πέλας των κήπων…». Ιδρυτής της Λυγκηστικής δυναστείας ήταν ο Βρομερός, πατέρας του Αρραβαίου και παππούς της γιαγιάς του Αλεξάνδοου του Γ’ του Μεγάλου. Ο Φίλιππος ο Β’ -πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου – προσάρτησε την περιοχή στο Βασίλειο της Μακεδονίας. Η περιοχή γνωρίζει μεγάλη ακμή στην ελληνιστική περίοδο. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στην επιφάνεια την ελληνιστική πόλη των Πετρών (κοντά στο Αμύνταιο) και ομόχρονη με την Πέλλα και το Δίον και την Ακρόπολη Ηράκλειας (στο λόφο του Αγίου Παντελεήμονα πάνω από τη Φλώρινα).

Η Φλώρινα στη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή

Όπως μαρτυρεί η ανεύρεση λατινικών επιγραφών και ρωμαϊκών αγγείων και νομισμάτων, ο σημαντικός αυτός οικισμός επιβίωσε ως το τέλος της ρωμαϊκής αρχαιότητας, χάρη στην εξαιρετικά στρατηγική θέση του, καθώς ασκούσε έλεγχο σε δυο σπουδαίους δρόμους, δηλαδή στη ρωμαϊκή Εγνατία οδό και στο δρόμο που έφερνε, μέσω των στενών του Πισοδερίου, από την περιοχή των Πρεσπών στον κάμπο της Φλώρινας. Η θέση της πόλης ως φυσικό πέρασμα από το λεκανοπέδιο Πρεσπών προς το λεκανοπέδιο Λυγκηστίδας ανάμεσα στα όρη Βαρνούντας και Βέρνο, δημιούργησε την ανάγκη για την κατασκευή φρουρίου ήδη από την αρχαιότητα. Λόγω της στρατηγικής της θέσης έγινε συχνά πεδίο μαχών, κάτι που εμπόδισε την ανάπτυξή της. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής έπαιξε η Εγνατία οδός. Το 148 π.Χ. όταν η Μακεδονία γίνεται Ρωμαϊκή Επαρχία, η περιοχή της Φλώρινας υπάγεται στην 4η Τοπαρχία της «Άνω Μακεδονίας». Αργότερα κατά τη Βυζαντινή περίοδο το φρούριο κτίστηκε ψηλότερα στους πρόποδες του Βαρνούντα  και έμεινε γνωστό ως «Κάστρο του Χλερηνού». Γι αυτό και ο οικισμός κατά το μεσαίωνα αναφέρεται ως «Χλερηνός» και εξελίχθηκε κατά τη βυζαντινή εποχή, σε πόλη. Το όνομα «Χλερηνός» προέρχεται πιθανώς από τη λέξη «χλωρό» λόγω του κλίματος και της βλάστησης της περιοχής.

Η Φλώρινα επί Οθωμανικής κυριαρχίας

Επί Τουρκοκρατίας η Φλώρινα ήταν τοπικό εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο ενώ η πλειοψηφία των κατοίκων της Μουσουλμάνοι. Το 16ο αιώνα δρα στην περιοχή ο αρματολός Τσολάκης. Από τη Φλώρινα κατάγονταν ο νεομάρτυρας Αγαθάγγελος που μαρτύρησε το 1727 στο Μοναστήρι. Στις αρχές του 19ου αιώνα η Φλώρινα, κείμενη βορείως της νοητής γραμμής που αποτελούσε το βόρειο όριο της συμπαγούς ελληνοφωνίας στη Μακεδονίας, ήταν μία νησίδα ελληνογλωσσίας σε μία εν πολλοίς αλλόφωνη ενδοχώρα, που, ως έδρα μητρόπολης όπου λειτουργούσαν ελληνικά σχολεία, δρούσε ως εστία εξελληνισμού των Αλβανών, Βλάχων και Σλάβων που συνέρρεαν από την ύπαιθρο στην πόλη, δίχως, ωστόσο, να εξαλειφθεί η αλλοφωνία. Κατά το 1821 οι Έλληνες ήταν περίπου 80 οικογένειες. Οι Φλωρινιώτες συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Σημαντικότερος αγωνιστής, ήταν ο Αγγελίνας που πολέμησε, μεταξύ άλλων, και στην Κρήτη. Φλωρινιώτες επίσης, πολέμησαν στο Μεσολόγγι. Μέλη της Φιλικής Εταιρείας, ήταν οι αδελφοί Λουκάς και Νικόλαος Νεδέλκος, καταγόμενοι από την περιοχή της Φλώρινας. Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, οι Οθωμανοί συγκέντρωσαν στην κεντρική πλατεία της πόλης τους 7 σημαντικότερους προκρίτους, και τους κρέμασαν. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η Φλώρινα είναι σημαντικό κέντρο μεταποίησης καπνών, διάσημη για τα καπνοξηραντήριά της.

Οι Εθνικοί Ανταγωνισμοί της Φλώρινας

Ως αποτέλεσμα του εξελληνιστικού ρόλου που διαδραμάτιζε το ελληνικό σχολείο, στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα μεγάλο τμήμα των κατοίκων της Φλώρινας, ιδίως οι νέοι, συνήθιζαν να μιλούν τα ελληνικά και στο σπίτι τους. Το 1881 οι Έλληνες οπλαρχηγοί Ναούμ Κωνσταντινίδης (ή Καραναούμ ή Ορλίνης) και Νάιδος εισέβαλαν με το σώμα τους στην πόλη και απήγαγαν τον Οθωμανό καϊμακάμη (έπαρχο), σε μια προσπάθεια να σταματήσουν οι διώξεις των ανταρτών της  Επανάστασης του 1878. Μετά την Επανάσταση του 1878 που είχε αναστατώσει την περιοχή, και την ίδρυση του Βουλγαρικού κράτους, άρχισαν να εμφανίζονται στην περιοχή της Φλώρινας, πολυάριθμες Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες, σταλθείσες από τη Βουλγαρία με σκοπό να πιέζουν τους κατοίκους να μεταστραφούν στην Βουλγαρική Εξαρχία. Μάλιστα, όταν το 1885 πήρε τα όπλα και άρχισε να δρα στην περιοχή ο καπετάν Τσανάκας, ως αντίδραση στις Βουλγαρικές επιθέσεις, οι Οθωμανικές αρχές, παρόλο που η ομάδα ντύνονταν με την τοπική Ελληνική φουστανέλα και μιλούσε ελληνικά, ήταν πεπεισμένες ότι επρόκειτο για Βουλγαρική ομάδα, που προσπαθούσε να παραπλανήσει τις αρχές ως προς την καταγωγή της. Οι Βούλγαροι προκειμένου να δελεάσουν τους Έλληνες μαθητές να εγγραφούν στο σχολείο τους, είχαν εισάγει και την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, αλλά παρ’ όλ’ αυτά οι μαθητές του εν λόγω σχολείου ήταν ελάχιστοι κατά το 1883, και συνεχώς μειώνονταν, αφού προσέτρεχαν στα Ελληνικά σχολεία της πόλης. Το 1884 η Κοινότητα Φλωρίνης έστειλε επιστολή διαμαρτυρίας προς την Υψηλή Πύλη, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και τις Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, για τις ψευδείς και παραποιημένες στατιστικές του πληθυσμού που διοχέτευαν εντέχνως οι Βούλγαροι προς τους Ευρωπαίους, και αρκετές είχαν μάλιστα υιοθετηθεί, διατρανώνοντας την Ελληνική τους συνείδηση. Κατά την επίσημη Οθωμανική απογραφή του 1885, στην υποδιοίκηση Φλώρινας οι Έλληνες αποτελούσαν τα 2/3 του συνολικού πληθυσμού, παρόλο που οι Βούλγαροι με διάφορες μεθοδεύσεις είχαν κατορθώσει, να χαρακτηρίζονται οι σλαβόφωνοι Έλληνες, ως «πατριαρχικοί Βούλγαροι» (ήταν η πρώτη φορά που εισάχθηκαν οι έννοιες «πατριαρχικοί» και «εξαρχικοί» κατ’ απαίτηση των Βουλγάρων).

Τα δυσμενή για τους Βούλγαρους, αποτελέσματα της απογραφής εντατικοποίησαν τις ενέργειές τους και εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή που σημειώνονταν στην Ανατολική Ρωμυλία, βρήκαν την ευκαιρία να αποστείλουν εκατοντάδες πολυάριθμα ένοπλα σώματα σε όλη τη Μακεδονία. Στην περιοχή της Φλώρινας, η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη και η Βουλγαρική τρομοκρατία, σχεδόν παρέλυσε την οικονομική ζωή. Οι Οθωμανικές αρχές αναγκάστηκαν να εγκαταστήσουν στη Φλώρινα ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Στα τέλη του 1886, αποκαλύφθηκε η μυστική οργάνωση των Ελλήνων της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, που δρούσε από το 1867 υπό τον Αναστάσιο Πηχεώνα, και ξέσπασαν μεγάλες διώξεις κατά των Ελλήνων κατοίκων, τα γνωστά Πηχεωνικά. Στην πόλη της Φλώρινας πολλοί κάτοικοι διώχθηκαν, καθώς από τις ανακρίσεις αποκαλύφθηκε ότι πολλοί Φλωρινιώτες ήταν συνεργαζόμενοι με την «νέα Φιλική Εταιρεία». Τελικά, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν αρκετοί Φλωρινιώτες, ενώ ο ιατρός Αργύριος Βούζας εξορίστηκε. Το Σεπτέμβριο του 1888, ο βοηθός  επίσκοπος Μογλενών και Φλωρίνης και Επίτροπος Φλωρίνης, Άνθιμος Πελτέκης αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Φλώρινα, προκειμένου να εγκατασταθεί για το χειμώνα στη Γευγελή για να εισπράξει τους εκεί φόρους, της μητρόπολης. Οι Βούλγαροι εκμεταλλεύτηκαν το κενό που δημιουργήθηκε στην πόλη, προκειμένου να μεταστρέψουν πολλούς κατοίκους στη Βουλγαρική Εξαρχία.

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα ο συνολικός πληθυσμός της πόλης ανερχόταν σε 9 με 10 χιλιάδες, από τους οποίους τα 3/4 ήταν Μουσουλμάνοι και οι υπόλοιποι Χριστιανοί και Τσιγγάνοι. Το 1890  ο Γάλλος περιηγητής Βικτόρ Μπεράρ επισκέφθηκε την πόλη και ανέφερε πως τα 3/4 των κατοίκων (1.500 σπίτια) ήταν Μουσουλμάνοι (κυρίως Αλβανοί και Σλάβοι προσηλυτισμένοι και περίπου εκατό οικογένειες Τούρκων). Όλοι οι Χριστιανοί, περίπου 500 οικογένειες, χρησιμοποιούσαν την ελληνική και αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, εκτός από περίπου 200-300 φανατικούς νεοπροσήλυτους Βουλγάρους, που απολάμβαναν της προστασίας της τοπικής οθωμανικής διοίκησης. Κατά την Επανάσταση του 1896 – 1897, πολλοί Φλωρινιώτες ξεσηκώθηκαν ενάντια στα Βουλγαρικά ένοπλα σώματα, ενώ κατά την άφιξη των σωμάτων των Τάκη Περήφανου (Νάτσιου), Λάζου Βαρζή και Ιωάννη Τσάμη κοντά στην πόλη, προκλήθηκε μεγάλη αναταραχή που οδήγησε στην εγκατάσταση ισχυρού  Οθωμανικού  στρατιωτικού αποσπάσματος 200 ανδρών στην πόλη για την καταστολή της εξέγερσης. Σύμφωνα με Αυστριακές στατιστικές του 1897, στην πόλη της Φλώρινας επικρατεί το Ελληνικό στοιχείο. Το 1898 λόγω της συνεχιζόμενης διαμάχης ανάμεσα, από τη μία, των εκπροσώπων της Ελληνικής κυβέρνησης, δηλαδή των προξένων Μοναστηρίου, που προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τη Βουλγαρική ένοπλη βία χωρίς καμία συνεννόηση και συνεργασία με την τοπική μητρόπολη Μογλενών, και από την άλλη, των Μητροπολιτών, οι κάτοικοι είχαν χωριστεί σε δύο αντιμαχόμενες πτέρυγες (φιλομητροπολιτική και αντιμητροπολιτική). Για το λόγο αυτό, ο Μητροπολίτης Ιωαννίκιος Μαργαριτιάδης απέστειλε το ίδιο έτος επιστολή προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αναλύοντας τους προβληματισμούς του για την τεταμένη κατάσταση και μάλιστα, εντός μίας ολοένα και εχθρικότερης προς τους Έλληνες Μητροπολίτες, Οθωμανικής Διοίκησης. Για τον ίδιο λόγο, το ίδιο έτος, ο Μητροπολίτης Πελαγονίας Ιωακείμ Φορόπουλος, απέστειλε επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, προτείνοντας να αποσπαστούν τα Μογλενά (Αλμωπία) από τη Μητρόπολη και να δημιουργηθεί μία νέα Μητρόπολη Πρεσπών και Φλωρίνης, ώστε να υπάρξει αποτελεσματικότερη διοικητική οργάνωση, ανταποκρινόμενη στην ιδιαίτερα ταραγμένη περίοδο. Τελικά, οι προτάσεις του δεν υλοποιήθηκαν.

Την περίοδο 1899 – 1900 οι Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες στην περιοχή οργάνωσαν μαζικές δολοφονίες Ελλήνων επιφανών ανδρών, μεταξύ των οποίων και ο Φλωρινιώτης Κωνσταντίνος (Κώτσης) Πέτρου. Την ίδια χρονιά, ο αρχηγός των κομιτατζήδων στην περιοχή, Γεώργης Ιβάνωφ (Μάρκος), που γνώριζε άπταιστα ελληνικά, κατάφερε να οργανώσει πυρήνα εντός της πόλης της Φλώρινας, διαδίδοντας ότι στοχεύει στην Ελληνοβουλγαρική σύμπραξη, επιδεικνύοντας τα όπλα του που είχε φέρει λαθραία από την Αθήνα. Λόγω της εντεινόμενης Βουλγαρικής τρομοκρατίας στον τοπικό πληθυσμό, ο Έλληνας  πρόξενος  Μοναστηρίου Σταμάτης Κιουζές Πεζάς το 1901 πρότεινε τη σύσταση τριμελούς επιτροπής από Φλωρινιώτες για την οργάνωση του αγώνα και τη συγκρότηση ένοπλων Ελληνικών σωμάτων. Σε στατιστική της σχολικής χρονιάς 1901/1902 οι Έλληνες μαθητές υπερτερούσαν σαφώς έναντι των Βουλγάρων. Στις αρχές του 1902, οι Βούλγαροι, στα πλαίσια της προπαγάνδας, διέρρευσαν ψευδώς ότι θα εγκατασταθεί στη Φλώρινα Βούλγαρος επίσκοπος, κάτι που προκάλεσε νέα απογοήτευση στον Ελληνικό πληθυσμού. Προς επίρρωση των φημών μάλιστα, αντιπρόσωποι της Βουλγαρικής κοινότητας Μοναστηρίου ευχαρίστησαν δημόσια το Βαλή (Περιφερειάρχη) του Βιλαετίου Μοναστηρίου για την ευνοϊκή στάση του Σουλτάνου προς τους Βούλγαρους.

Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου του 1902, ο καπετάν Κώττας Χρήστου, σε μια προσπάθεια να προσεταιριστεί τον Αναστάς Γιάγκωφ και να τον απομονώσει από τους λοιπούς κομιτατζήδες της ΕΜΕΟ στην περιοχή, σχεδίασε επίθεση, από κοινού με τον Γιάγκωφ, στη Φλώρινα. Η κοινή δράση Κώττα – Γιάγκωφ προκάλεσε την έντονη ανησυχία των Ελλήνων κατοίκων που θεωρούσαν τον Γιάγκωφ, μισητό εχθρό αλλά και την αποστροφή των εκπροσώπων του Βουλγαρικού κομιτάτου. Έτσι, όταν επιχειρήθηκε η επίθεση στη Φλώρινα στα τέλη του πρώτου δεκαπενθήμερου του Σεπτεμβρίου του 1902, πολλοί ήταν εκείνοι, και από τις δυο πλευρές που ήταν καχύποπτοι ως προς το εγχείρημα. Ο Κώττας έστειλε τότε, επιστολή στον Έλληνα ιατρό Κύρο Καραμπίνα, προκειμένου να καθησυχάσει τους Έλληνες της Φλώρινας και να προετοιμάσει προμήθειες σε τρόφιμα, λόγω της επικείμενης επίθεσης στην πόλη. Η επιχείρηση τελικά απέτυχε γιατί αφενός, η επιστολή δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη, καθώς έπεσε στα χέρια κομιτατζήδων οι οποίοι την κατέστρεψαν και αφετέρου το σχέδιο προδόθηκε στις Οθωμανικές αρχές από τον Έλληνα πρόκριτο της Τύρσιας (Τρίβουνο), που δεν έβλεπε με καλό μάτι την εμπλοκή του Γιάγκωφ στις ελληνικές ενέργειες. Στις αρχές του 1903, ο Νικόλαος (Λάκης) Πύρζας είχε συγκροτήσει μυστική επιτροπή στη Φλώρινα με τους Φλωρινιώτες Γεώργιο Λουκά, Πέτρο Χατζητάση, Αθανάσιο Κοτλάρτζη και Στέργιο Σαπουντζή προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη Βουλγαρική βία (το 1904 ως εκπρόσωπος της “Επιτροπής Φλώρινας” στάλθηκε στην Αθήνα και επέστρεψε συνοδεύοντας τον Παύλο Μελά). Στα μέσα του 1903 τα πολυάριθμα Βουλγαρικά σώματα που δρούσαν στην περιοχή, στα πλαίσια της προετοιμαζόμενης εξέγερσης πύκνωσαν τις επιθέσεις τους, ώστε να προκαλέσουν τα Οθωμανικά αντίποινα κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Έτσι, στα μέσα του 1903 επιτροπές κατοίκων της Φλώρινας (Ελλήνων και Βουλγάρων) μετέβηκαν στο Μοναστήρι  προκειμένου να διαμαρτυρηθούν στους Ευρωπαίους προξένους και να ζητήσουν της προστασίας τους. Παρά την καταπίεση, κατά την εξέγερση του Ίλιντεν, ελάχιστοι Φλωρινιώτες συμμετείχαν,  αναφέρονται μόνο δυο αδέρφια από την πόλη της Φλώρινας.

Η Φλώρινα στο Μακεδονικό Αγώνα

Η Φλώρινα ανέδειξε σημαντικούς οπλαρχηγούς, όπως ο Νικόλαος Πύρζας στην εικόνα
Ο Νικόλαος Πύρζας

Στο Μακεδονικό Αγώνα, η Φλώρινα ανέδειξε σημαντικούς οπλαρχηγούς, όπως ο Νικόλαος Πύρζας (1880 – 1947) και ο Πέτρος Χατζητάσης, ενώ ηγετική μορφή στην περιοχή ήταν ο Ξενοφών Πούσκας. Σε απογραφή των πατριαρχικών κατοίκων της πόλης που διενεργήθηκε το 1905 από το Μητροπολίτη Μογλενών και Φλωρίνης Άνθιμο για το χωρισμό τους σε ενορίες καταγράφονται 406 ελληνορθόδοξες οικογένειες. Από το καλοκαίρι του 1906, η δράση των Ελληνικών αντάρτικων σωμάτων καρποφόρησε, και στην πόλη της Φλώρινας, καθώς και στη γύρω περιοχή, σταμάτησαν πλέον να δρουν Βουλγαρικές ένοπλες ομάδες. Ταυτόχρονα, η Ελληνική εκπαιδευτική δραστηριότητα είχε επικρατήσει πλήρως, παρά την άστοχη παρουσία του Μητροπολίτη Άνθιμου. Τον Ιούλιο του 1907, οι Βούλγαροι δολοφόνησαν τον ιερέα της πόλης παπα-Κωνστάντιο. Σε αντίποινα ο Αρ. Γιαννόπουλος, γραμματέας της Μητρόπολης, σκότωσε τον Βούλγαρο ιερέα παπα-Ηλία. Για την ενέργειά του αυτή, συνελήφθη και εκτελέστηκε από τις Οθωμανικές αρχές. Κατά τα έτη 1906 και 1907 οι συγκρούσεις Ελληνικών και Βουλγαρικών ομάδων στην περιοχή ήταν τόσο έντονες, που οι Οθωμανικές αρχές για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση προέβαιναν σε αθρόες συλλήψεις, φυλακίσεις, αλλά και φόνους χριστιανών. Αυτό προκάλεσε μαζικές μεταναστεύσεις κατοίκων προς τις ΗΠΑ. Στα τέλη του  1907  η  Οθωμανική καταστολή απέδωσε αποτελέσματα και συνέλαβε πολλούς Έλληνες οπλαρχηγούς και οπλίτες. Έτσι, νέα ένοπλα Βουλγαρικά σώματα άρχισαν να δρουν στην περιοχή δολοφονώντας Έλληνες, όπως η δολοφονία του Γεώργιου Στεφάνου στην πόλη της Φλώρινας στα μέσα Ιανουαρίου του 1908.

Η Φλώρινα γίνεται επίσημα ελληνική πόλη

Η πόλη απελευθερώθηκε τελικά από τον ελληνικό στρατό στις 8 Νοεμβρίου του 1912, ύστερα από 527 χρόνια σκλαβιάς (1385, κατακτητής Σουλτάνος Μουράτ ο Α’) η περιοχή ελευθερώνεται αλλά όχι για πολύ, καθώς ακολουθεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Το 1916 οι σύμμαχοι απελευθέρωσαν τη Φλώρινα, που για ένα περίπου μήνα κατείχαν οι Βούλγαροι. Στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, η Πρώτη Νίκη του ’40 κατά των Ιταλικών στρατευμάτων από το 33ο Σύνταγμα της Φλώρινας γέμισε χαρά τους Έλληνες. Ακολούθησε η Γερμανική κατοχή, με μέρες δραματικές για τον τόπο που, δυστυχώς, έμελλε να συνεχιστούν για άλλα πέντε περίπου χρόνια, μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων το Νοέμβριο του ’44. Το 1 949 λήγει η εμφύλια σύρραξη, που διαδραματίστηκε κυρίως σ’ αυτήν την περιοχή. Την περίοδο 1951-1954 ο Νομός Φλώρινας αποκτά τα σημερινά του όρια.     

Οι σλαβόφωνοι της Φλώρινας    

Η περιοχή της Φλώρινας την περίοδο της οθωμανοκρατίας διακρίνεται για την παρουσία σλαβόφωνων πληθυσμών, οι οποίοι υπάγονταν στην πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και ήταν μέρος του μιλλέτ (Γένους) των Ρωμιών. Σε μια αυτοκρατορία όπως η Οθωμανική, οι διακρίσεις ανάμεσα στις ομάδες που την αποτελούσαν, ήταν θρησκευτικές. Επομένως με τον όρο σλαβόφωνοι εννοούμε όλους τους κατοίκους της περιοχής που είχαν μητρική γλώσσα την σλαβική και αναγνώριζαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως πνευματικό και θρησκευτικό αρχηγό τους.

Εντάσσοντας τους σλαβόφωνους στο ιστορικό πλαίσιο και στις συγκυρίες που διαδέχτηκαν η μία την άλλη, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως την περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας η συμβολή τους υπήρξε σημαντική, τόσο στην συντήρηση της ορθόδοξης παράδοσης, όσο και στην διάχυση του ορθόδοξου πολιτισμού. Και το κυριότερο, οι περισσότεροι σλαβόφωνοι στήριξαν τους αγώνες του Ελληνισμού στην Μακεδονία και για αυτόν τον λόγο προσδιορίζονταν ως φανατικοί Έλληνες, γκραικομάνοι.

Η κατάτμηση όμως του μιλλετ των ορθοδόξων έλαβε χώρα το 1870, όταν η διαμόρφωση μιας εξαρχικής-βουλγαρικής ταυτότητας διέσπασε την ελληνορθόδοξη κοινοπολιτεία των Ρωμιών. Οι σημαντικότερες αιτίες θα πρέπει να αναζητηθούν στην πολιτική και στις μακροχρόνιες βλέψεις της Βουλγαρίας, η οποία διεκδικούσε τους σλαβόφωνους της Μακεδονίας για να ανασυστήσει την Μεγάλη Βουλγαρία της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, του έτους 1878.

Η ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας είχε καθοριστικές επιπτώσεις αφού σήμανε την έναρξη του ανταγωνισμού μεταξύ των πατριαρχικών-ελληνοφρόνων σλαβοφώνων, και των εξαρχικών βουλγαροφρόνων, σλαβοφώνων, οι οποίοι αναγνώριζαν διαφορετικό θρησκευτικό αρχηγό, οι μεν τον Πατριάρχη, οι δε τον Βούλγαρο Έξαρχο. Οι αντιπαραθέσεις εκδηλώθηκαν σε δύο επίπεδα: στα σχολεία και στον ένοπλο Μακεδονικό Αγώνα.

Τα ελληνορθόδοξα πατριαρχικά σχολεία οδηγούσαν τους σλαβόφωνους πληθυσμούς στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και στην αφομοίωση της ελληνικής εθνο-πολιτισμικής ταυτότητας. Τα σχολεία αυτά στηρίζονταν από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, στον οποίο προήδρευε κυρίως ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Όφειλαν όμως την συγκρότησή τους πρώτα στις ελληνικές κοινότητες των πόλεων και των χωριών, της Φλώρινας, που διοικούνταν από τον ορθόδοξο Μητροπολίτη και εξέλεγαν σε τακτές χρονικές περιόδους τους άρχοντές τους: τους Δημογέροντες που ασχολούνταν με τα οικονομικά ζητήματα, τους Εφόρους που φρόντιζαν για την λειτουργία των ελληνορθόδοξων σχολείων και τους Ταμίες που ασχολούνταν με την ορθόδοξη Εκκλησία των κοινοτήτων.

Κάθε χωριό της Φλώρινας είχε στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, στο πλαίσιο των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων, που επέβαλε η Ευρώπη, το δικαίωμα να ιδρύει σχολεία και εκκλησίες. Στη Φλώρινα, ο Μητροπολίτης Μογλενών έμενε από το 1904 στην ορθόδοξη Μητρόπολη, έργο του Μητροπολίτη Ιωαννίκιου. Ο ελληνορθόδοξος ναός ήταν η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, στην έξοδο της πόλης. Τα σχολεία της κοινότητας χτίστηκαν με την αγορά του οικήματος του Ιζέτ πασά στον χώρο όπου βρίσκονται σήμερα το Α και Β Δημοτικό σχολείο και διαμόρφωσαν σταδιακά μια δίγλωσση αστική τάξη, η πλειοψηφία της οποίας προερχόταν από τα χωριά.

Μέσα σε αυτό το συγκείμενο εκλεκτές κατοικίες χτίστηκαν στο Βαρόσι, οι ιδιοκτήτες των οποίων ήταν δίγλωσσοι ή σλαβόφωνοι, είχαν συνεργαστεί με το ελληνικό κράτος κατά τον μακεδονικό αγώνα και μετείχαν στον ελληνορθόδοξο βίο της κοινότητας. Παράδειγμα κατοικιών ή ξενοδοχείων μεγάλων οικογενειών γύρω από το Βαρόσι είναι οι οικίες των Σαπουντζήδων που κατάγονταν από το χωριό τότε Γκορνίτσοβο και μετά το 1925 Κέλλη, το σπίτι της οικογένειας Πύρζα, το διπλό σπίτι της οικογένειας Ανδρέου, δίπλα στην οικία Κούλη, μιας οικογένειας που καταγόταν από το τότε χωριό Άρμεντσκο και τώρα Άλωνα, η οικία Ν. Χάσου, τέως Δημάρχου της πόλης που καταγόταν από το βλαχόφωνο Πισοδέρι.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι εγκαταστάσεις πληθυσμών στην πόλη και στα χωριά της περιοχής είναι από την έναρξη του Α παγκοσμίου πολέμου και έπειτα πυκνές. Το 1914 εγκαθίστανται Μοναστηριώτες πρόσφυγες από την ευρύτερη περιοχή της Πελαγονίας και ασκούν κυρίως αστικά επαγγέλματα. Το σημαντικότερο όμως γεγονός είναι πως το 1923 η περιοχή της Φλώρινας κατοικείται πλέον από μεγάλο αριθμό προσφύγων, που προέρχονταν από τις χαμένες ελληνικές κοιτίδες και οι οποίοι άρχισαν να αποκαθίστανται αγροτικά και αστικά από την ΕΑΠ=Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων.

Οι σχέσεις τους με τους σλαβόφωνους γηγενείς κατοίκους απέβησαν προβληματικές, κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας του ελληνικού κράτους να διαχειριστεί τα ζητήματα της αποκατάστασης, που αποτελούσαν αντικείμενο διεκδίκησης από τις δύο πλευρές, δηλαδή τόσο από τους πρόσφυγες, όσο και από τους γηγενείς. Και αυτό γιατί, μετά την αναχώρηση των Τούρκων, ορισμένοι εκ των γηγενών είχαν αγοράσει με χρυσές δραχμές τα κτήματά των Τούρκων, δοσοληψίες που χαρακτηρίστηκαν ήδη από το 1914 παράνομες και δεν αναγνωρίστηκαν από το ελληνικό κράτος, καθώς έλλειπαν και τα αναγκαία έγγραφα. Με την έλευση μάλιστα των προσφύγων, το ελληνικό κράτος αποδύθηκε σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει τους πρόσφυγες στα κτήματα των Τούρκων, κάποια από τα οποία εφέροντο να έχουν αγοράσει οι γηγενείς, ενώ δεν μπορούσε να αποκλειστεί σε ορισμένες περιπτώσεις και η χρησικτησία των συγκεκριμένων κτημάτων, ήδη από το 1914 από γηγενείς καλλιεργητές.

Εξίσου πιθανή είναι η μνημονευθείσα σε πολλές πηγές μεροληπτική ή προνομιακή μεταχείριση από το κράτος των προσφύγων, έναντι των σλαβόφωνων. Το κυριότερο είναι η αβελτηρία, η αδράνεια κάποιων από τους κρατικούς λειτουργούς ή ακόμα και από τις κεντρικές κυβερνήσεις. Απέφευγαν να εκπονήσουν νόμους και κανόνες για να λύσουν τις διαφορές προσφύγων και γηγενών που ανέκυπταν. Έτσι πολιτικοί και κόμματα αδικούσαν άλλοτε τους μεν, άλλοτε τους δε ή τους άφηναν να συγκρούονται, διαιωνίζοντας τα ζητήματα νομής και κατοχής της γης, στην ενδοχώρα της Φλώρινας, της Εορδαίας, της Κοζάνης, της Καστοριάς. Ένα ανάπηρο και αναποφάσιστο κράτος που αδυνατούσε για πολλά χρόνια να δώσει λύση στα προβλήματα της προσφυγικής αποκατάστασης Το αποτέλεσμα υπήρξε καταλυτικό: η συγκυρία της Κατοχής, ειδικά σε αυτή την περιοχή, αναπαρήγαγε παλιές ταυτότητες, αναθέρμανε διαφορές και δημιούργησε χαρακώματα.

Υπήρχαν όμως και ευχάριστες όψεις της κοινωνικής εξέλιξης στην περιοχή, όπου οι σλαβόφωνοι συμμετείχαν ως μέλη της ελληνικής εθνικής κοινότητας, μοχθώντας σύμμετρα και δημιουργικά. Στην πόλη στην οποία είχαν εγκατασταθεί μόλις οι πρόσφυγες του 1923 και ήδη από το 1914 οι πρόσφυγες της Πελαγονίας, δηλαδή της περιοχής Μοναστηρίου, το 70% των αστών προερχόταν από τους σλαβόφωνους των γύρω χωριών που είχαν σταθεί δίπλα στον Μητροπολίτη Μογλενών (Φλωρίνης) και είχαν συγκροτήσει την αστική κοινότητα. Οι ευκαιρίες που είχαν δημιουργηθεί με την ενσωμάτωση της περιοχής στο εθνικό κράτος οδήγησαν στην οικονομική ακμή των κατοίκων της πόλης την δεκαετία του 30.

Σε αυτή την παραγωγή πλούτου η συμβολή των σλαβόφωνων οικογενειών υπήρξε καθοριστική. Με την μερική μετανάστευση στις υπερπόντιες χώρες και την στήριξη του ντόπιου εισοδήματος με εμβάσματα, με την οικοδόμηση εκλεκτικίστικων κατοικιών και ιδίως με την αγορά γαιών, οι σλαβόφωνοι άλλαξαν την οικονομία και την κοινωνία της ευρύτερης περιοχής. Και καθόρισαν το μέλλον της.

Το όνομα της περιοχής της Φλώρινας

Το όνομα της περιοχής δεν είναι τυχαίο. Για την ονομασία της πόλης και του νομού υποστηρίζονται διάφορες εκδοχές:
Σύμφωνα με τη μυθολογία, η ονομασία «Φλώρινα» προέρχεται από το όνομα του μυθικού Φλώριδος, ο οποίος ήταν φίλος των βασιλιάδων Ίδα και Κάστορα. Στην ύστερη βυζαντινή περίοδο, ο ιστορικός Καντακουζηνός (14ος αι.) μνημονεύει τον «Φλερηνόν» ή «Χλερηνόν». Στα τουρκικά έγγραφα, που έχει εκδώσει το ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου, η «Φλώρινα» αναφέρεται συχνά. Στον «Κώδικα του Παρισιού» (14ος αι.) μαρτυρείται το «Κάστρο της Φλώρινας». Σε παρισινή γκραβούρα του 1684 αναφέρεται η «Florina». Ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσεμπελή (17ος αι.) καταγράφει τη “Φιλορίνα”, η «πόλη των φλουριών ή των πουλιών φλώρων». Ο Ρήγας Φερραίος αναφέρει τη «Φιλουρίνα» στη «Μεγάλη Χάρτα» του. Σύμφωνα με την πειστική ερμηνεία του ιστοριοδίφη Σωκράτη Λιάκου, από τη βυζαντινή ονομασία «Χλερηνός» προήλθε η αλ­βανόφωνη «Φολορίνα» ή «Φιλορίνα», δεδομένου ότι στη γραπτή τουρκική γλώσσα της Τουρκοκρατίας το -φ- και το -χ- γράφονται με τον ίδιο τρόπο. Από δω προφανώς, προέκυψε και η τελική ονομασία «Φλώρινα». Το βέβαιο είναι ότι η ονομασία «Χλερηνός» συγγενεύει νοημα­τικά και ηχητικά με τη «Χλωρίδα», θεά της βλάστησης, αλλά και με τη flora, τη χλωρίδα, κατά τους Ρωμαίους. Οι ονομασίες αυτές δεν είναι άσχετες με την οργιώδη βλάστηση που υπήρχε στην περιοχή και καταπλακώθηκε από βίαιες γεωλογικές ανακατατάξεις.
  

Πηγή: http://users.sch.gr/aristhodas/istoria%20ths%20florinas.htm

Πηγή: https://www.orthodoxianewsagency.gr/istoria-ethnika-themata/i-symvoli-ton-slavofonon-ellinon-tis-florinas/

Πηγή:https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%BB%CF%8E%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%B1

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *