Η Συνθήκη των Βερσαλλιών (1919)

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών είναι η συνθήκη ειρήνης που τερμάτισε επίσημα τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στην Αντάντ (Entente) και την Γερμανική Αυτοκρατορία.

Τα ανάκτορα των Βερσαλλιών
Τα ανάκτορα των Βερσαλλιών

Η υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών

Μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων, που έλαβαν χώρα στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, η συνθήκη των Βερσαλλιών υπεγράφη ως συνέχεια της ανακωχής της 11ης Νοεμβρίου 1918 του δάσους της Κομπιένης. Παρότι υπήρχαν πολλές διατάξεις στη Συνθήκη, μία από τις πιο σημαντικές όριζε ότι η Γερμανία αποδεχόταν την πλήρη ευθύνη για την έναρξη του πολέμου και, σύμφωνα με τα άρθρα 231-248, αποδεχόταν να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις σε διάφορες χώρες. Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους συμμάχους άρχισαν στις 18 Ιανουαρίου στην Αίθουσα των Κατόπτρων του Ανακτόρου των Βερσαλλιών. Εβδομήντα αντιπρόσωποι από είκοσι έξι έθνη διαπραγματεύθηκαν τους όρους της Συνθήκης. Η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Ρωσία αποκλείστηκαν από τις διαπραγματεύσεις. Αλλά τον πιο σημαντικό ρόλο για τη συγγραφή των όρων της συνθήκης είχαν οι τακτικές διαβουλεύσεις των «Δέκα Μεγάλων», που περιελάμβαναν τους επτά κύριους νικητές (ΗΠΑ, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία, Βέλγιο και Σερβία). Αργότερα η Ρωσία και άλλες πέντε χώρες εγκατέλειψαν τις διαβουλεύσεις, οπότε έμειναν μόνο οι «Τέσσερις Μεγάλοι». Αφού αποχώρησε και η Ιταλία, οι τελικοί όροι καθορίστηκαν από τους «Τρεις Μεγάλους»: ΗΠΑ, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία.

Στις 29 Απριλίου η Γερμανική αντιπροσωπεία υπό την ηγεσία του Υπουργού Εξωτερικών Κόμητος Ούλριχ φον Μπρόκντορφ-Ράντσαου (Ulrich Graf von Brockdorff-Rantzau) έμαθε, επιτέλους, τους όρους της ειρήνης. Αυτοί περιελάμβαναν την απώλεια εδαφών, την απώλεια όλων των αποικιών και τον περιορισμό των στρατιωτικών δυνάμεων της Γερμανίας. Καθώς δεν επιτρεπόταν στη γερμανική αντιπροσωπεία να λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις, η Γερμανική κυβέρνηση δημοσίευσε έγγραφη διαμαρτυρία για τους, κατά τη γνώμη της, άδικους όρους, και σύντομα αποχώρησε από τις διεργασίες του συνεδρίου. Στις 20 Ιουνίου, δημιουργήθηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Καγκελάριο Γκούσταφ Μπάουερ, αφού παραιτήθηκε ο Φίλιπ Σάιντεμαν. Η Γερμανία τελικά συμφώνησε με τους όρους με 237 ψήφους υπέρ και 138 κατά στις 23 Ιουνίου.

Στις 28 Ιουνίου 1919 ο Χέρμαν Μύλλερ, ο νέος Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών, και ο Υπουργός Μεταφορών, Γιοχάνες Μπελλ (Johannes Bell) συμφώνησαν να υπογράψουν τη Συνθήκη, που επικυρώθηκε από την Κοινωνία των Εθνών στις 10 Ιανουαρίου 1920. Στη Γερμανία η Συνθήκη προκάλεσε σοκ και αισθήματα ταπείνωσης, γιατί πολλοί Γερμανοί θεωρούσαν άδικο να επωμιστεί μόνον η Γερμανία και οι σύμμαχοί της την ευθύνη για την έναρξη του πολέμου. Οι «Τρεις Μεγάλοι» που διαπραγματεύθηκαν τη συνθήκη ήταν ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Λόυντ Τζωρτζ (Lloyd George), ο Γάλλος Πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσώ (Georges Clemenceau) και ο Aμερικανός Πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον (Woodrow Wilson). Ο Ιταλός Πρωθυπουργός Βιτόριο Ορλάντο (Vittorio Orlando) διαδραμάτισε δευτερεύοντα ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Η Γερμανία δεν συμμετείχε καθόλου σε αυτές. Στις Βερσαλλίες ήταν δύσκολο να αποφασιστεί μία κοινή θέση, γιατί οι επιδιώξεις των διαφόρων χωρών συγκρούονταν μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένας «δυσχερής συμβιβασμός».

Οι όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών

Η συνθήκη των Βερσαλλιών όριζε την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών, γεγονός μείζονος σημασίας για τον Αμερικανό Πρόεδρο Γούντροου Ουίλσον. Η Κοινωνία των Εθνών επρόκειτο να διαιτητεύει τις διεθνείς διαφορές και έτσι να αποφεύγει μελλοντικούς πολέμους. Μόνο τρία από τα δεκατέσσερα σημεία του Ουίλσον πραγματοποιήθηκαν, αφού ο Αμερικανός Πρόεδρος αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τον Κλεμανσώ, τον Λόυντ Τζωρτζ και τον Ορλάντο σε μερικά σημεία για να επιτύχει την έγκρισή τους, προκειμένου να ιδρυθεί το δέκατο τέταρτο σημείο, η Κοινωνία των Εθνών. Η καθιερωμένη άποψη είναι ότι ο Κλεμανσώ ήταν αυτός που διεκδικούσε με περισσότερη εμπάθεια την εκδίκηση σε βάρος της Γερμανίας, καθώς μεγάλο μέρος του πολέμου διαδραματίστηκε στη βορειοανατολική Γαλλία με καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα. Αυτή η συνθήκη θεωρήθηκε υπέρμετρα αυστηρή καθώς έριχνε όλο το βάρος της ευθύνης στους ώμους της Γερμανίας. Η Γερμανία έχασε τα παρακάτω εδάφη:

  • Αλσατία-Λωραίνη (Alsace-Lorraine). Η Γερμανία είχε κερδίσει αυτά τα εδάφη σύμφωνα με την προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε στις Βερσαλλίες στις 26 Φεβρουαρίου 1871, και με τη συνθήκη της Φρανκφούρτης στις 10 Μαΐου 1871.
  • Βόρειο Σλέσβιγκ (γερμ.Schleswig), περιλαμβανομένων των γερμανικών πόλεων Τόντερν (Tondern), Απενράντε (Apenrade), Ζόντερμπουργκ (Sonderburg), Χάντερσλέμπεν (Hadersleben) και Λύγκουμ (Lügum) στο Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν (γερμ. Schleswig-Holstein). Ενσωματώθηκαν στην Δανία.
  • Οι πρωσικές επαρχίες του Πόζεν (Posen, σήμ. Πόζναν) και της Δυτικής Πρωσίας, που είχαν προσαρτηθεί με τον Διαμερισμό της Πολωνίας  (1772-1795), αποδόθηκαν στην νεοδημιουργηθείσα  Πολωνία. Τα εδάφη είχαν ήδη απελευθερωθεί από τον αυτόχθονα πολωνικό πληθυσμό κατά τη Μεγάλη Εξέγερση της Πολωνίας του 1918-9.

Η Δυτική Πρωσία αποδόθηκε στην Πολωνία για να έχει διέξοδο στη θάλασσα, παρότι η περιοχή είχε σημαντικό γερμανικό πληθυσμό. Έτσι, δημιουργήθηκε ο λεγόμενος Πολωνικός Διάδρομος ή Διάδρομος του Ντάντσιχ και η Ανατολική Πρωσία αποκόπηκε από την υπόλοιπη Γερμανία, όντας έτσι θύλακας της Γερμανίας.

  • Η περιοχή Χλουτσίνσκο Χούλτσιν της Άνω Σιλεσίας παραχωρήθηκε στην Τσεχοσλοβακία 
  • Το ανατολικό τμήμα της Άνω Σιλεσίας στην Πολωνία
  • Οι γερμανικές πόλεις Όιπεν (Eupen) και Μαλμεντύ (Malmedy) με τις γύρω περιοχές παραχωρήθηκαν στο Βέλγιο.
  • Η περιοχή του Ζόλνταου (Soldau) της Ανατολικής Πρωσίας στην Πολωνία
  • Το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Πρωσίας με την πόλη Μέμελ (στα γερμανικά η περιοχή ονομάζεται Μέμελλαντ, γερμ. Memelland) πέρασε υπό γαλλικό έλεγχο, ενώ αργότερα έγινε τμήμα της Λιθουανίας.
  • Η Βάρμια (Warmia) και η Μαζουρία (Masuria) αποδόθηκαν στην Πολωνία.
  • Η περιοχή του Σάαρ πέρασε υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών για 15 χρόνια, στη συνέχεια θα ακολουθούσε δημοψήφισμα, με το οποίο οι κάτοικοι θα επέλεγαν αν η περιοχή θα αποδιδόταν στην Γερμανία ή στην Γαλλία. Για αυτό το διάστημα η Γαλλία είχε δικαίωμα να εξορύσσει τον άνθρακα.
  • Το λιμάνι του Ντάντσιχ (γερμ. Danzig, πολ. Gdańsk), με το δέλτα του ποταμού Βιστούλα στη Βαλτική δημιούργησε την Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ υπό την προστασία της Κοινωνίας των Εθνών.

Οι γερμανικές αποικίες περιήλθαν υπό την επικυριαρχία της Κοινωνίας των Εθνών: η Γερμανική Ανατολική Αφρική στη Βρετανία, η Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική στη Νότιο Αφρική, το Καμερούν και το Τόγκο στη Βρετανία και τη Γαλλία, η Γερμανική Σαμόα στη Νέα Ζηλανδία, η Γερμανική Νέα Γουινέα στην Αυστραλία, τα νησιά Μάρσαλ και τα νησιά του Ειρηνικού βόρεια του Ισημερινού στην Ιαπωνία.

Η Γερμανία έχασε το ένα όγδοο των εδαφών της, και περισσότερους από 5.000.000 Γερμανούς κατοίκους.

Επίσης, στη Συνθήκη περιλαμβανόταν ο όρος ότι η Γερμανία αναγνωρίζει και σέβεται την ανεξαρτησία της Αυστρίας.

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών και οι γερμανικές υποχρεώσεις

Σύμφωνα με το άρθρο 156 οι γερμανικές κτήσεις στο Σανντόνγκ (Shandong) της Κίνας μεταβιβάζονταν στην Ιαπωνία αντί να επιστραφούν στην Κίνα. Οι Κινέζοι εξοργίστηκαν με αυτήν την διάταξη και πραγματοποίησαν διαδηλώσεις, ενώ δημιουργήθηκε το λεγόμενο  κίνημα της 4ης Μαρτίου, που συνέβαλε στην άρνηση της Κίνας να υπογράψει την συνθήκη. Η Κίνα ανακοίνωσε το τέλος του πολέμου με την Γερμανία τον Σεπτέμβριο του 1919 και υπέγραψε χωριστή συνθήκη με τη Γερμανία το 1921. Πέρα από τις εδαφικές παραχωρήσεις, η συνθήκη των Βερσαλλιών όριζε επίσης τα εξής:

  • Οι Γερμανοί έχασαν τα προνόμια και τα εμπορικά τους δικαιώματα στην Κίνα, την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή.
  • Αποστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας και του νησιού Ελιγολάνδη (Heligoland).
  • Ο γερμανικός στρατός περιοριζόταν σε 100.000 άνδρες χωρίς υποβρύχια και εναέριες δυνάμεις, ενώ απαγορευόταν η χρήση βαρέος πυροβολικού και θωρακισμένων αρμάτων καθώς και χημικών όπλων. Απαγορευόταν, επίσης, η ναυπήγηση πολεμικών σκαφών εκτοπίσματος άνω των 10.000 κόρων.
  • Τα εμπορικά πλοία εκτοπίσματος άνω των 1600 τόνων, το 1/4 του αλιευτικού στόλου, το 1/5 των ποταμόπλοιων κατασχέθηκαν.
  • Υποχρεώθηκε επίσης να εφοδιάζει την Γαλλία με 140 εκατομμύρια τόνους άνθρακα ετησίως, το Βέλγιο με 80 εκ. τόνους, την Ιταλία 77 εκ. τόνους.
  • Υποχρεώθηκε να ναυπηγήσει για τα επόμενα 5 χρόνια, για λογαριασμό των Συμμάχων της Αντάντ, εμπορικά πλοία συνολικού εκτοπίσματος 200.000 τόνων ετησίως.
  • Στρατιωτική κατοχή από τους Συμμάχους της δυτικής όχθης του Ρήνου, της Κολωνίας, του Κόμπλεντς και του Μάιντς από τον Ιανουάριο του 1920.
  • Η Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ θεωρούνταν άκυρη. Η Γερμανία έπρεπε να εκκενώσει τα εδάφη που ανήκαν στις Βαλτικές χώρες καθώς και όλα τα υπόλοιπα κατεχόμενα εδάφη.
  • Ο Κανονισμός της Κοινωνίας των Εθνών ήταν ενσωματωμένος στην συνθήκη.

Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Συνθήκη των Βερσαλλιών

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *