Η Συνθήκη της Λωζάννης (1923)

Η συνδιάσκεψη που έλαβε χώρα στην Ελβετία μετά από οκτάμηνες, συχνά επίπονες, διαπραγματεύσεις οδήγησε στη σύναψη συνθήκης ειρήνης στις 24 Ιουλίου 1923 από τη Μεγάλη Βρετανία τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ιαπωνία, την Ελλάδα, τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία από τη μια μεριά και την Τουρκία από την άλλη. Η συνθήκη αυτή έμεινε στην ιστορία ως η Συνθήκη της Λωζάννης και έθεσε τα σύνορα του νεότερου ελληνικού κράτους.

Υπογράφεται η Συνθήκης της Λωζάννης
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη της Λωζάννης

Η νέα διεθνής θέση της Ελλάδας

Νέα σύνορα της Ελλάδας

Οι διαπραγματευτικές συνομιλίες και οι τελικές αποφάσεις της συνδιάσκεψης καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την εδαφική φυσιογνωμία της Ελλάδας και προδιέγραψαν τη θέση και το ρόλο του ελληνισμού στα πλαίσια της νέας διεθνούς πραγματικότητας.

Τα ακραία χερσαία σύνορα της χώρας συνέπιπταν με το ποταμό Έβρο, από τις εκβολές του ως το ύψος του Καραγάτς, ενώ παράλληλα επιβεβαιωνόταν η κυριαρχία στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, με εξαίρεση την Ίμβρο και την Τένεδο. Εκτεταμένη στα παλαιά εδάφη του ελληνικού βασιλείου, στο νησιωτικό σύμπλεγμα του Αιγαίου, στο μέγιστο τμήμα της Μακεδονίας και της Ηπείρου, στη δυτική Θράκη, η νέα Ελλάδα αναδεικνυόταν σε ένα από τα εθνολογικά ομοιογενέστερα κράτη της Ευρώπης. Το τίμημα όμως ήταν βαρύ, η οριστική αποκοπή του ελληνικού στοιχείου από τις προπατορικές εστίες της Μικράς Ασίας και του Πόντου και η συρρίκνωση του, για πρώτη φορά μετά από χιλιετηρίδες, στα στενά εδαφικά όρια της κυρίως Ελλάδας.

Η νέα αυτή πραγματικότητα δεν ήταν απότοκη των εξελίξεων στο επίπεδο και μόνο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η οριστική προσάρτηση της δυτικής Θράκης επιβεβαιωνόταν στη διάρκεια των εργασιών της συνδιάσκεψης. Η προσπάθεια της βουλγαρικής αντιπροσωπείας να διεκδικήσει την επιβολή καθεστώτος διεθνούς ελέγχου προσέκρουσε στην καθολική αντίδραση των μελών του συνεδρίου. Η πρόταση του Ελευθερίου Βενιζέλου για τη σύσταση ”ελεύθερου” λιμένα στην Αλεξανδρούπολη και τη σιδηροδρομική σύνδεση μέσω της αποστρατικοποιημένης όχθης του Έβρου, κάτω από συλλογική επίβλεψη και διοίκηση των σύμμαχων Δυνάμεων και των βαλκανικών κρατών, προσέκρουσε στην άρνηση της βουλγαρικής αντιπροσωπείας να δεχτεί την αρχή της ελληνικής επικυριαρχίας. Η αρνητική στάση της Σόφιας δεν αποδεικνυόταν ικανή να υποβάλλει σε αμφισβήτηση ή να αναστείλει την εφαρμογή των συμβατικά κατοχυρωμένων όρων.

Δωδεκάνησα και Κύπρος

Καμιά συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν διατυπωνόταν στο πλαίσιο της συνδιάσκεψης για την αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας στην Κύπρο και τα Δωδεκάνησα. Κάθε απόπειρα της Αθήνας να ασκήσει πίεση προς την κατεύθυνση του Λονδίνου θα ήταν πολιτικά άκαιρη, όταν η εθνική αντιπροσωπεία δεν υπολόγιζε παρά στην βρετανική μόνο συμπαράσταση. Αλλά και η Ρώμη είχε ρητά αρνηθεί να συζητήσει στη Λωζάννη το μέλλον των Δωδεκανήσων. Η κάλυψη των ιταλικών αξιώσεων από την Αγγλία και τη Γαλλία καταδίκαζε την ελληνική κυβέρνηση σε αναγκαστική σιγή. Η Τουρκία από την άλλη παραιτούνταν από κάθε δικαίωμα και τίτλο στα Δωδεκάνησα και την Κύπρο υπέρ της Ιταλίας και της Αγγλίας αντίστοιχα.

Τα Βαλκάνια μετά τη Συνθήκη

Από γενικότερη σκοπιά, η Συνθήκη της Λωζάννης προσεπικύρωνε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη γένεση του εθνικού τουρκικού κράτους. Η αποφασιστική αυτή τομή συνεπέφερε τον ριζικό μετασχηματισμό της πολιτικής φυσιογνωμίας στο ευρύτερο γεωγραφικό πεδίο της Εγγύς Ανατολής. Οι ριζικές, όμως ανακατατάξεις δεν συνέβαλαν σε κάθε περίπτωση στην καταξίωση της αρχής των εθνοτήτων.

Μόνο η Ελλάδα, ανάμεσα στους νικητές αναγκαζόταν να απαρνηθεί ή να αφήσει σε εκκρεμότητα ζωτικές αλυτρωτικές διεκδικήσεις της. Η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία είχαν φθάσει να ικανοποιήσουν ακραίες εδαφικές αξιώσεις,, ενώ η Αλβανία είχε κατοχυρώσει την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της σε βάρος των εθνικών δικαίων συμπαγών ελληνικών πληθυσμών. Αντίθετα η Ελλάδα υποχρεωνόταν, με τη Συνθήκη της Λωζάννης, να εγκαταλείψει τα περισσότερα από τα εδάφη που είχε εξασφαλίσει με τη Συνθήκη των Σεβρών. Η Σμύρνη και η ενδοχώρα της, η ανατολική Θράκη και η Χερσόνησος της Καλλιπόλεως, η Ίμβρος και η Τένεδος, τέλος η Κωνσταντινούπολη, επανέρχονταν κάτω από την τουρκική κυριαρχία.

Μετά τη Συνθήκη

Η απόφαση της Ελλάδας να αποδεχτεί ως μόνιμο το καθεστώς της Λωζάννης δε θα όφειλε να αναζητήσει τη δικαίωση σε μόνο το κριτήριο της αναγκαστικής υποταγής στις υπαγορεύσεις ορισμένης πολιτικής συγκυρίας αλλά και στο στοιχείο της δυναμικής προσαρμογής σε μια νέα πραγματικότητα. Η κρίση των παραδοσιακών εθνικών αξιών θα παρωθούσε στον εμπλουτισμό ή και στη μερική ανανέωση του περιεχομένου των εθνικών προσανατολισμών και η πίεση των δυσβάσταχτων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων του ελλαδικού κράτους, αντί να οδηγήσει στην κατάρρευση, θα απέληγε σε ενεργοποίηση των δυνάμεων του έθνους. Η υπερκέραση των πολιτικών επιπτώσεων του διχασμού, η απορρόφηση των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων της Μικράς Ασίας και της νότιας Βαλκανικής και η αποφασιστική συμβολή τους στην παραγωγική ανάπτυξη της χώρας, η διαμόρφωση μιας γενιάς πολιτών εμποτισμένων από το πνεύμα της δοκιμασίας και τη γεύση του καθημερινού μόχθου για την ανάπτυξη και την πρόοδο του τόπου στο πλαίσιο της ζωντανής πραγματικότητας, υποδηλώνουν τα όρια των θετικών επιτεύξεων της δεκαετίας που ακολουθεί τη σύναψη των συμφωνιών της Λωζάννης.

Πηγή: Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1900-1945, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

2 σκέψεις στο “Η Συνθήκη της Λωζάννης (1923)”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *