Η Αρχαία Δωδώνη, τόπος μαντικής και λατρείας

Η Αρχαία Δωδώνη υπήρξε λατρευτικό κέντρο του Δία και της Διώνης. Υπήρξε, επίσης, γνωστό μαντείο του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Προσδιορίζεται γεωγραφικά σε απόσταση περίπου 2 χλμ. από τον οικισμό της Δωδώνης και 22 χλμ. νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων. Κείται σε κλειστή, επιμήκη κοιλάδα, στους πρόποδες του όρους Τόμαρος, σε υψόμετρο 600μ.

Αρχαία Δωδώνη, τόπος θεών
Η ιερή βελανιδιά στο ναό του Δία στη Δωδώνη

Το απόμακρο μαντείο της Δωδώνης επικαλείται ο Αχιλλέας, ενώ στην ψηλόκορφη δρυ λέγεται ότι κατέφυγε ο Οδυσσέας για να γνωρίσει τη θέληση του θεού σχετικά με την επιστροφή του στην Ιθάκη. Σε αυτές τις δρύες, που μιλούν κατέφυγε η Ιώ, προσπαθώντας να ξεφύγει από την οργή της Ήρας.

Αν στα μυθολογικά αυτά δεδομένα που αναφέρονται στο ρόλο της φηγού προσθέσει κανείς το πέταγμα και τους κρωγμούς των περιστεριών, τον ήχο των λεβήτων που περιέβαλλαν την ιερή βελανιδιά, καθώς και το ρόλο των Πελειάδων και των Σελλών (ιερειών και υποφητών του μαντείου) μπορεί να σχηματίσει μια πρώτη εικόνα για τα στοιχεία εκείνα, μέσω των οποίων μεταφέρονται στους θνητούς τα θεϊκά μηνύματα του Δία.

Για την ερμηνεία της ίδρυσης του ο Ηρόδοτος προσπάθησε να συνδυάσει δύο μύθους, εκείνον που αναφέρεται σε δύο γυναίκες που ίδρυσαν μαντείο του Δία στη Λιβύη και και τη Δωδώνη, και τον άλλο που αποδίδει το ρόλο αυτό σε δύο μαύρα περιστέρια καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες θα πρέπει να ταυτίζονται με τα περιστέρια, γιατί μιλούσαν βαρβαρικά και ήταν αιγυπτιακής καταγωγής. Πολύ αργότερα, ο Πλούταρχος ανήγαγε την ίδρυση του μαντείου στον Δευκαλίωνα και την Πύρρα.

Η ίδια τάση εκλογίκευσης της εικόνας του μαντείου παρατηρείται και στους νεότερους μελετητές: Δύο διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις συναντώνται στο λατρευτικό ορίζοντα του ιερού: η λατρεία της μητέρας Γης, η οποία προηγήθηκε και έφτασε στη νότια Ελλάδα και η λατρεία του Δία που ήρθε από το βορρά.

Ωστόσο, η αναζήτηση της πρωταρχικής θεότητας αποδυναμώνει την κατανόηση της φύσης και της λειτουργίας του μαντείου με την πανελλήνια ακτινοβολία. Η μακραίωνη παρουσία του χρηστηρίου του Δία, στο οποίο μάλιστα οικοδομήθηκε και ένας μικρός ναός κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. και ο σημαντικός του ρόλος σχεδόν σε όλες τις εποχές απαιτούν μια συνολική θεώρηση των μυθολογικών, λογοτεχνικών και αρχαιολογικών δεδομένων.

Η αρχαιολογική σκαπάνη στη περιοχή τη Δωδώνης έφερε στο φως ένα πλήθος από αξιόλογα ευρήματα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τα πασίγνωστα πλέον μολύβδινα χρηστήρια-ελάσματα: τα πρώτα σε κορινθιακό αλφάβητο, ανάγονται στον 6ο αιώνα π.Χ. και φέρουν εγχάρακτες ερωτήσεις δημοσίου αλλά και ιδιωτικού χαρακτήρα. Μπορεί οι σωζόμενες απαντήσεις να είναι σπάνιες, η μυθική όμως παράδοση φέρει τον Ηρακλή ως αποδέκτη γραπτών χρησμών από πολύφυλλη δρυ, που όριζαν το τέλος των άθλων του.

Ο ιδιόμορφος αυτός τρόπος χρησμοδοσίας και οι ξεχωριστοί μηχανισμοί επικοινωνίας μεταξύ του κόσμου των θεών και του κόσμου των ανθρώπων καθιστούν αναγκαίες κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με τις αναλογίες, τις συμμετρίες, τους αλληλοσυσχετισμούς και τις αντιθέσεις των στοιχείων, που απαρτίζουν την εικόνα του μαντείου.

Η πρώτη έχει να κάνει με τον εξέχοντα ρόλο του πτερωτού βασιλείου, που διασφαλίζει την επικοινωνία μεταξύ των θεών και των ανθρώπων. Η παρουσία του στοιχείου αυτού στον ιερό χώρο της Δωδώνης είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μόνιμη εμφάνιση του αετού στο πλευρό του Δία της Δωδώνης έχει οδηγήσει στην ταύτιση του Δία με το σύμβολο του, σε σημείο που να έχουν λησμονηθεί η παραμερισθεί τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του βασιλιά των πτηνών. Σύμφωνα με τη θρησκευτική αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων, ο αετός, αγγελιοφόρος, ο μεσολαβητής της θέλησης του Δία, ενώ στα χαρακτηριστικά του θα πρέπει να προστεθούν και εκείνα που έχουν να κάνουν με το ρόλο του στην ανατροφή του Δία τη σχέση του με τη θεϊκή διατροφή, τον ουρανό, τη φωτιά, με άλλες λειτουργίες στενά δεμένες με τον πολιτισμό.

Στο σύμπλεγμα Ζευς-αετός έρχεται να προστεθεί ο σκοτεινός χαρακτήρας των περιστεριών, τα οποία είναι αναπόσπαστα δεμένα με ον ακατανόητο χαρακτήρα των θεϊκών χρησμών. Οι πέλειες, οι οποίες εκφράζουν ανάλογες λειτουργίες με αυτές του αετού, κατοχή δηλαδή της γνώσης και των μυστικών της θεϊκής διατροφής, καλύπτουν με τη σειρά τους το διάστημα που βρίσκεται κοντά στο θεϊκό αλλά και στον ανθρώπινο ορίζοντα.

Η δεύτερη παρατήρηση σχετίζεται με το σταθερά ριζωμένο στη γη κόσμο της φύσης και των ανθρώπων. Απέναντι στη συνεχή κίνηση του χώρου των πτηνών προβάλλει η φηγός, που κυριαρχεί στη μαντική διαδικασία διερμηνεύοντας με το θρόισμα των φύλλων της τα θεϊκά λόγια. Πρόκειται για ένα δέντρο που καλύπτει πολλαπλές λειτουργίες του γήινου κόσμου. Αναπόσπαστα δεμένη με τη γη, εκφράζει ό,τι σχέση με την αυτοχθονία, ενώ οι καρποί της δίνουν το στίγμα του τρόπου διατροφής που προηγήθηκε από το στάδιο της μαγειρεμένης τροφής και τη χρήση της φωτιάς. Η πρώιμη παρουσία της στον ελληνικό πολιτισμό δηλώνεται και σε μύθους που τη συνδέουν άλλοτε με τον Απόλλωνα, ο οποίος ερωτεύτηκε τη νύμφη Δρυόπη, και άλλοτε με τους Δρύοπες, που θεωρούνταν από τους πρώτους κατοίκους της ελληνικής Χερσονήσου.

Ο κατεξοχήν μαντικός χαρακτήρας της φηγού στη Δωδώνη έφερε σε δεύτερη μοίρα τα υπόλοιπα στοιχεία του μαντείου. Οι λέβητες έχουν συνδεθεί με τη μαντική λειτουργία λόγω του ιδιότυπου ηχητικού τρόπου μετάδοσης της θεϊκής βούλησης. Οι λέβητες είναι ένα όργανο με συγκεκριμένες λειτουργίες στο ανθρώπινο κοινωνικό και θρησκευτικό πεδίο.

Οι μυθικές διηγήσεις δεν αναφέρονται καθόλου στη χρήση των λεβήτων σε σχέση με τη διατροφή, αναφέρουν όμως μια περίεργη τιμωρία των προφητών που τις έριξαν στη φωτιά ή το ζεστό νερό των λεβήτων. Διαδικασία που θυμίζει τελετές αναγέννησης ή ξανανιώματος. Οι λέβητες δεν χρησιμοποιούνταν μόνο στην προετοιμασία της τροφής αλλά και εξασφαλίζουν την αθανασία, λειτουργία που είναι κατά κάποιον τρόπο αντίστοιχη με τη μαντική.

Οι προφήτες του μαντείου οι Πέλειες κατέχουν αμφίσημη θέση στο πλαίσιο του ιερού. Παραπέμπουν άλλοτε στις πέλειες-περιστέρια και άλλοτε στις νεαρές (Πελειάδες) ή γριές (Πέλειες) που διασφαλίζουν την επικοινωνία μεταξύ φύσης και θεών. Ο χαρακτήρας τους είναι σκοτεινός και συμβαδίζει με το χαρακτήρα των υποφητών του μαντείου, των Σελλών. Οι τελευταίοι έχουν συνδεθεί πότε με αντιλήψεις περί αυτοχθονίας και πότε με κοινωνικές, που σχετίζονται με τη μαντική διαδικασία και την επαφή τους με τη γη.

Ο σταθερός κόσμος της γης και ο αέναα κινούμενος κόσμος των πτηνών τελούν υπό την κυριαρχία του Δία, κατόχου της απόλυτης εξουσίας και γνώσης. Στη βασιλεία του όμως αυτή ο Ζευς συνοδεύεται και από τη Διώνη, η οποία με τις δικές της ιδιότητες και τη θεϊκή της υπόσταση ολοκληρώνει το σχήμα του θεϊκού ζευγαριού, που εποπτεύει όλα τα προβλήματα της φυσικής και ανθρώπινης τάξης.

Η εικόνα του μαντείου γίνεται κατανοητή μόνο, όταν όλα τα στοιχεία που την απαρτίζουν πάρουν τη θέση, που τους ταιριάζει στο ιδιόμορφο αυτό οικοδόμημα, το οποίο καλύπτει ολόκληρο το σύμπαν και αντανακλά τα κυριότερα προβλήματα αυτού του κόσμου. Οι πολλαπλές συνδέσεις των στοιχείων του μαντείου οδηγούν στη διαπίστωση ενός αριστοτεχνικού δημιουργήματος του ανθρώπινου πνεύματος, ενός ιερού που εκφράζει κάτω από ένα μυθικό μανδύα ό,τι συνιστά το ανθρώπινο σύμπαν: τη συνειδητοποίηση δηλαδή της ανθρώπινης φύσης σχετικά με τον περιοριστικό χαρακτήρα της ανθρώπινης γνώσης και της ανάγκης για επικοινωνία με το θείο, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εκπροσωπείται από το θεϊκό ζεύγος Δίας-Διώνη.

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

2 σκέψεις στο “Η Αρχαία Δωδώνη, τόπος μαντικής και λατρείας”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *