Δεσφίνα

Η γη στη Δεσφίνα καλλιεργείται με κριθάρι και σιτάρι μόνο μια φορά στα δύο χρόνια, εκτός από συγκεκριμένα μέρη ανάμεσα στους βράχους, όπου καίνε τους θάμνους, ή εκεί που το χώμα εμπλουτίζεται με την κοπριά των προβάτων και των κατσικιών, τα οποία βρίσκονται σε μαντριά στους βράχους.

Δεσφίνα
Παρνασσός

Αυτές οι περιοχές καλλιεργούνται κάθε χρόνο χωρίς όργωμα. Φέτος (1805), όλο το νότιο άκρο της είναι ακαλλιέργητο, ενώ το βόρειο είναι καλλιεργημένο. Το χωριό Δεσφίνα ή Τζεσφίνα βρίσκεται στη δυική πλαγιά του ψηλού βραχώδους λόφου, στην κορυφή του οποίου υπάρχει ένα ξωκκλήσι και ένα μεγάλο πουρνάρι. Το ύψωμα χωρίζεται από τους βραχώδεις πρόποδες του βουνού Ξηρογιάννη με ένα ρέμα, με βόρεια κατεύθυνση, το οποίο αναβλύζει το οποίο αναβλύζει λίγο πιο πάνω από το χωριό, σε ένα σχίσιμο του βράχου ανάμεσα στα δυο βουνά: απέναντι από το χωριό το φαράγγι φαρδαίνει, και κάτω από αυτό εκτείνεται προς την πεδιάδα.

Το χωριό κατοικείται από περίπου 170 οικογένειες, οι περισσότερες από τις οποίες ζουν σε σπίτια με δυο πατώματα, άνετα, αν τα συγκρίνουμε με τα φτωχά αγροτόσπιτα των χωρικών της αλβανικής φυλής στην Αττική και τη Βοιωτία. Εδώ, όπως και στην Αράχοβα, και προς τα δυτικά, η αλβανική γλώσσα είναι άγνωστη, αν και πολύ κοντά στα χωριά και τα μοναστήρια του όρους Ελικώνα η γλώσσα αυτή μιλιέται ευρέως, και πολλές από τις γυναίκες δεν γνωρίζουν ούτε καν ελληνικά.

Αν και η Δεσφίνα βρίσκεται στην περιφέρεια Σαλώνων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων ανήκει στους Τούρκους, δεν υπάρχει Τούρκος κάτοικος ή ιδιοκτήτης στην περιοχή της Δεσφίνας. Ο μουκατάς (ενοικίαση προσόδων) και τα χωράφια του σπαχή αγοράζονται από ένα ντόπιο Έλληνα, που μαζεύει τους φόρους και δίνει λόγο στο βοεβόδα των Σαλώνων για δεκάτη του ενός ενάτου στο καλαμπόκι, στα σταφύλια και τις ελιές, για δύο παράδες το κεφάλι στα βοοειδή, και πέντε γρόσια το κεφάλι κατά μέσο όρο για όλους τους άνδρες που υπόκεινται στο χαράτσι. Για τον εαυτό του, παίρνει σαν σπαχής ένα άσπρο το κεφάλι στα βοοειδή και τέσσερα γρόσια το στρέμμα στα αμπέλια.

Τελικώς, το χωριό συνεισφέρει 48 γρόσια το χρόνο στο βοεβόδα, ώστε να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Αλή πασά. Τα μοναστήρια πληρώνουν μόνο το χαράτσι για τους καλόγερους, τη δεκάτη για τη γη τους, και το ασπροκέφαλο για τα πράγματα, ή φόρο ενός άσπρου το κεφάλι για τα βοοειδή όλων των ειδών. όταν ρωτάω εδώ αν κάποιος ταξιδιώτης σαν εμένα, έχει επισκεφτεί ποτέ τη Δεσφίνα, κανένας δε θυμάται τίποτα, αν και ένας άνδρας μου δήλωσε ότι θυμάται να έχει δει έναν από τους ανθρώπους που ονομάζονται μιλόρδοι, πολύ κοντά στην Αράχοβα.

William Martin Leake

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *