Βάκχες

Βάκχες ονομάζονται οι πιστές και οι ιέρειες του θεού Διονύσου. Ο Διόνυσος είχε το προσωνύμιο Βάκχος και από αυτό πήραν το όνομα τους οι πρώτες του ακόλουθες.

Η υπόθεση στο έργο του Ευριπίδη είναι η εξής: Ο Διόνυσος ήταν γιος του θεού Δία και της θυγατέρας του Κάδμου Σεμέλης. Έφτασε τη Θήβα με ανθρώπινη μορφή, για να επιβάλλει τη λατρεία του εκεί. Ωστόσο οι κόρες του Κάδμου αμφισβήτησαν τη θεϊκή του καταγωγή, γι’ αυτό τρελάθηκαν από τον θεό και σαν Μαινάδες παρέμεναν στον Κιθαιρώνα. Ο Πενθέας, γιος της Αγαύης, αρνήθηκε κι αυτός να δεχτεί τη λατρεία του νέου θεού και αποφάσισε να στραφεί εναντίον των Μαινάδων. Συνέλαβε το Διόνυσο, αυτός όμως ελευθερώθηκε και με σεισμό κατέστρεψε το παλάτι. Στη συνέχεια έπεισε τον Πενθέα να μεταμφιεστεί σε Μαινάδα και να κατασκοπεύσει τις Θηβαίες στον Κιθαιρώνα. Όταν έφτασε στο βουνό, οι Μαινάδες, οι Βάκχες, και πρώτη η μητέρα του, όρμησαν και τον διαμέλισαν. Όταν ο παππούς του Κάδμος το πληροφορήθηκε, πήγε στον Κιθαιρώνα και συνέλεξε τα κομμάτια του κορμιού του. Η Αγαύη επέστρεψε θριαμβευτικά στην πόλη μεταφέροντας το κεφάλι του Πενθέα, θεωρώντας το κεφάλι λιονταριού. Ο Κάδμος την κάνει να συνειδητοποιήσει τι είχε διαπράξει. Το έργο τελειώνει με την εμφάνιση του Διονύσου ως θεού πια από το θεολογείο, που ανακοινώνει την τύχη των ηρώων και εδραιώνει τη θρησκεία του.

Βάκχες
Θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα

Βάκχες

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Ήρθα εδώ, στη Θήβα, εγώ του Δία ο γιος, ο Διόνυσος, γέννημα της Σεμέλης της αστραποβλημένης, του Κάδμου θυγατέρας. Και τη μορφή μου άλλαξα απ’ του θεού σ’ ανθρώπου κι ήρθα στις Δίρκης τις πηγές, στου Ισμηνού το ρέμα. Και να, το μνήμα βλέπω εδώ της μάνας μου Σεμέλης, κεραυνοχτυπημένης, κοντά στα ερείπια του σπιτιού που ακόμη κουφοκαίνε από του Δία τη φλόγα, αθάνατη αδικία στη μάνα μου απ’ την Ήρα. Υμνώ τον Κάδμο που όρισε στον τόπο του απάτητο στη θυγατέρα του ναό που εγώ με αμπελοβλάσταρα σκέπασα γύρω γύρω. Ήρθα στην πόλη πρώτα αυτή, την πόλη των Ελλήνων, τη χρυσοφόρα αφήνοντας γη των Λυδών και των Φρυγών κι επέρασα από των Περσών τους ηλιοκαμένους κάμπους, τα κάστρα της Βακτρίας, των Μήδων τη βαριόκαιρη, τη ζάμπλουτη Αραβία και την Ασία ολόκληρη που απλώνει ως τη θάλασσα που Έλληνες και βάρβαροι ζούνε πολλοί κι ανάμεικτοι. Κι αφού παντού εδίδαξα χορούς και λειτουργίες και τη λατρεία στέριωσα έτσι, ήρθα δω για να φανώ θεός μπρος τους ανθρώπους. Τη Θήβα πρώτη διάλεξα στη χώρα των Ελλήνων να στήσω το διθύραμβο και οι γυναίκες να ντυθούν με δέρμα ελαφίσιο, θύρσο στο χέρι να κρατούν κισσόδετο κοντάρι, γιατί της μάνας οι αδελφές που πιο πολύ απ’ τις άλλες δίχως να πρέπει έλεγαν πως γιος του Δία ο Διόνυσος δεν ήταν, κι η Σεμέλη θνητό πως ζευγαρώθηκε και φόρτωσε την ενοχή στο Δία που τη σκότωσε -του Κάδμου ειν’ αυτά σοφίσματα- γιατί είπε αυτό το ψέμα. Γι’ αυτό κι εγώ τις κέντησα ν’ αφήσουνε τα σπίτια τους και στο βουνό ν’ ανέβουν με σαλεμένο στο μυαλό. Των τελετών τα σύμβολα να πάρουν τις ανάγκασα και κάθε γένος θηλυκού απ’ τη σπορά του Κάδμου το τρέλανα, κι όλες μαζί αφήσανε τα σπίτια τους και κατοικοεδρεύουν ανάκατα κι οι κόρες του κάτω από έλατα χλωρά και γυμνωμένους βράχους. Θέλει δε θέλει η πόλη αυτή μάθημα θα της γίνει να κάνει τα βακχεύματα που αρνείται να τελέσει, και πρέπει της μητέρας μου το δίκιο της να πάρω καθώς με γέννησε θεό και φανερά απ’ το Δία. Λοιπόν, ο Κάδμος τις τιμές και το βασίλειο του έδωσε στον Πενθέα, παιδί της θυγατρός του που τη λατρεία μου μάχεται και που σπονδές μ’ αρνείται κι ακόμη στις δεήσεις του εμέ δε μνημονεύει. Για τούτα και γιατί θεός μόλις δείξω πως είμαι σ’ αυτόν και στους Θηβαίους κι αφού καλά εδραιωθώ σ’ άλλον θα πάω τόπο. Αλλ’ αν η Θήβα οργισθεί κι απ’ το βουνό θελήσει τις Βάκχες ν’ αποδιώξει κάνοντας χρήση όπλων, θα συμπλακώ μαζί κι εγώ μπροστάρης στις Μαινάδες. Γι’ αυτούς τους λόγους άλλαξα και από θεός πήρα ανδρός μορφή κι ανθρώπου φύση. Μα ελάτε, εσείς συντρόφισσες γυναίκες, θίασε μου, που πήρα και σας έφερα μαζί μου απ’ την Ασία τον Τμώλο πίσω αφήνοντας προπύργιο της Λυδίας, τον ήχο από τα τύμπανα, γνήσια της Φρυγίας, υψώστε κι είναι ευρήματα δικά μου και της Ρέας. Ζυγώστε στο παλάτι γύρωθε του Πενθέα, χτυπάτε τα για ν’ ακουστούν στην πόλη αυτή του Κάδμου. Τις Βάκχες πάω για να βρω στου Κιθαιρώνα τις πτυχές, να σμίξω στους χορούς τους.

………………………………………………………………………………………

Ευριπίδης

Δημοσιεύθηκε από

Ζωή Δρακοπούλου

Απόφοιτη Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφος στη «δρακοπουλιάδα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *