Αλέξιος Α’ Κομνηνός (1081-1118)

Ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός καταγόταν από αριστοκρατική, στρατιωτική οικογένεια της Θράκης και συγκεκριμένα από το χωριό Κόμνη, κοντά στην Αδριανούπολη. Ο θείος του Ισαάκιος Κομνηνός (ο αυτοκράτορας) και ο παππούς του Μανουήλ Κομνηνός ήταν σπουδαίοι στρατηγοί, ενώ η μητέρα του Άννα Δαλασσηνή ήταν ικανότατη και ευφυέστατη γυναίκα. Ο γάμος του Αλέξιου με την Ειρήνη Δούκα ή Δούκαινα τον συνέδεσε με την οικογένεια των Δουκών η οποία ανησυχούσε για τη τύχη της βασίλισσας Μαρίας, της συζύγου των δύο προηγούμενων αυτοκρατόρων Μιχαήλ Ζ’ Δούκα και Νικηφόρου Γ’ Βοτανειάτη.

Αλέξιος Α' Κομνηνός (1081-1118)
Αλέξιος Α’ Κομνηνός

Ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός ενεργώντας με σύνεση και περίσκεψη, συμπεριφέρθηκε με σεβασμό στην χήρα βασίλισσα Μαρία την Αλανή, της οποίας τον γιο αναγνώρισε ως πορφυογέννητο και διάδοχο και τον εμνήστευσε με την κόρη του Άννα Κομνηνή (την μετέπειτα ιστοριογράφο). Όταν όμως αργότερα ο Αλέξιος Α’ απέκτησε γιο, τον Ιωάννη, παραγκώνισε τον Κωνσταντίνο, ενώ την μητέρα του, Μαρία, την έστειλε σε μοναστήρι.

Ο Αλέξιος υπήρξε ικανότατος στρατηγός και εξαίρετος διπλωμάτης. Ως χαρακτήρας υπήρξε γενναίος, σταθερός, αποφασιστικός, ευφυής και εφευρετικός. Διακρινόταν επίσης για την σταθερή θέληση του και την ενεργητικότητα του. Ήταν ευσεβής χωρίς να φτάνει στο φανατισμό, φίλος των γραμμάτων, των τεχνών, της φιλοσοφίας και των νόμων. Επιπλέον υπήρξε ευφραδέστατος ρήτορας που μετη ρητορική του δεινότητα καταγοήτευε και κατακτούσε τους ακροατές του.

Με όλα αυτά τα προσόντα του ο Αλέξιος Α’ αναδείχθηκε ένας από τους ικανότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, γιατί κατόρθωσε ύστερα από αδιάκοπο αγώνα που διήρκεσε 4 δεκαετίες να παλινορθώσει τη δύναμη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε σημαντικό βαθμό. Οι αγώνες αυτοί αποδεικνύουν την πολιτική μεγαλοφυία του Αλέξιου αλλά και τις καταπληκτικές διπλωματικές ικανότητές του.

Όταν ο Αλέξιος ανήλθε στον θρόνο βρήκε μια καταρρέουσα αυτοκρατορία. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχαν φτάσει στην Βιθυνία, αφού κατά τη διάρκεια της «μαύρης δεκαετίας» (1071-1081) κατέλαβαν ολόκληρη σχεδόν τη Μικρά Ασία, η οποία επί αιώνες είχε αποτελέσει τη σπονδυλική, τρόπον τινά, στήλη της Αυτοκρατορίας. Οι Νορμανδοί αφού κατέλαβαν τις τελευταίες βυζαντινές κτήσεις στην Ιταλία άρχισαν να γίνονται απειλητικοί για το Βυζάντιο. Στα βόρεια σύνορα εξακολουθούσαν οι επιδρομές των Πατσινακών και των Ούζων, οι οποίοι λεηλατώντας τη Μακεδονία και τη Θράκη έφταναν μέχρι τις πύλες της Βασιλεύουσας. Δεν υπερβάλει η Άννα Κομνηνή γράφοντας ότι ο Αλέξιος, όταν ανέβηκε στον θρόνο, βρήκε την Αυτοκρατορία κυκλωμένη από εχθρούς.

Αλλά και στο εσωτερικό του κράτους ο Αλέξιος είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα και δυσεπίλυτα προβλήματα. Ανάμεσα σε αυτά σπουδαιότερα ήταν το οικονομικό και το στρατιωτικό. Ο Ostrogorsky μιλάει για αποσύνθεση του στρατού και για καταθλιπτική οικονομική κρίση. Πρόκειται για δύο αρνητικούς παράγοντες «που χαρακτηρίζουν την εσωτερική κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τα μέσα του 11ου αιώνα, και που η αντιμετώπιση της απασχόλησε σε πρώτη γραμμή την εσωτερική πολιτική του Αλέξιου Α’».

Γενικά η κατάσταση του Βυζαντινού κράτους το 1081 ήταν χειρότερη από το 610, έτος κατά το οποίο ανήλθε στον θρόνο ο Ηράκλειος ή το 717 οπότε ανήλθε στον θρόνο ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος. Ήταν χειρότερη γιατί ο Αλέξιος αντίθετα από τους προκατόχους του δεν μπορούσε να υπολογίσει ούτε σε ντόπιο στρατό χωρικών ούτε στον ενθουσιασμό της άμυνας της Χριστιανοσύνης ενάντια στους εχθρούς της.

Εσωτερική πολιτική

Ενώ η εξωτερική πολιτική του Αλέξιου Α’ υπήρξε γενικά επιτυχής, με μελανό σημείο μόνο την παραχώρηση προνομίων στους Ενετούς και στους Πισάτες, η εσωτερική του πολιτική δεν πέτυχε ικανοποιητικά αποτελέσματα. Ήταν αναγκασμένος να περιποιείται την υψηλή αριστοκρατία από την οποία προερχόταν και ο ίδιος. Η κρατική διοίκηση γίνεται επί Αλεξίου περισσότερο συγκεντρωτική με τη δημιουργία του λογοθέτου των σεκρέτων ενός ανώτατου υπαλλήλου που είχε ως αποστολή την επίβλεψη ολόκληρου του κρατικού μηχανισμού. Ο θεσμός των θεμάτων παρακμάζει τελείως και ο όρος θέμα, όταν απαντά, σημαίνει μικρές περιφέρειες οικονομικής αρμοδιότητας.

Αλλά και στον στρατό παρατηρούνται αλλαγές κατά την εποχή αυτή. Το μισθοφορικό στοιχείο ενισχύεται συνεχώς και σιγά σιγά θα αποτελέσει το κύριο σώμα των βυζαντινών ένοπλων δυνάμεων. Ο βυζαντινός στρατός κατά την εποχή αυτή ήταν ένα συνονθύλευμα από Βαράγγους, Ρώσους, Πατσινάκες, Κουμάνους, Τούρκους, Γάλλους, Γερμανούς, Άγγλους, Βούλγαρους, Αβασγούς και Αλανούς.

Η οικονομική πολιτική του Αλέξιου δεν υπήρξε επιτυχής. Από την εποχή της αναρρήσεως του Αλέξιου στον θρόνο υπήρχε σοβαρή οικονομική κρίση στην Αυτοκρατορία. Οι διαρκείς πόλεμοι τους οποίους ήταν αναγκασμένος να διεξάγει μαζί με την μείωση των εσόδων του κράτους λόγω της απώλειας εδαφών και λόγω της παραχώρησης προνομίων στους Βενετούς και στους Πισάτες, είχαν ως αποτέλεσμα την αδυναμία του κράτους να καλύψει τις χρηματικές τους ανάγκες.

Η αδυναμία αυτή εξανάγκασε τον Αλέξιο να καταφύγει: α) στην κιβδήλωση του νομίσματος και β) στην επιβολή νέων δυσβάστακτων φόρων που πίεσαν κυρίως τα λιγότερα εύπορα στρώματα της κοινωνίας. Η αντίδραση των φορολογούμενων υπήρξε μεγάλη, γι’ αυτό ο Αλέξιος αναγκάστηκε να υποτιμήσει το νοθευμένο νόμισμα στο 1/3 της αξίας του ανόθευτου.

Αλλά και η κοινωνική πολιτική του Αλέξιου δεν υπήρξε επιτυχής γιατί ενίσχυσε τους μεγάλους γαιοκτήμονες σε βάρος των μικρών καλλιεργητών. Η ενίσχυση των μεγάλων γαιοκτημόνων έγινε με τους θεσμούς της Πρόνοιας καιτου Χαριστίκιου. Η Πρόνοια ήταν ένα τιμάριο το οποίο παραχωρούσε το κράτος στον προνοιάριο, ο οποίος ανήκε στις τάξεις της φεουδαρχικής αριστοκρατίας και κυρίως στην κατώτερη αριστοκρατία. Κάθε τιμάριο αποτελείτο όχι μόνο από τα εδάφη του, αλλά και από τους αγρότες που ζούσαν και εργάζονταν σε αυτό. Το προνοιακό τιμάριο δεν ήταν στην απόλυτη ιδιοκτησία του προνοιάριου. Απαγορευόταν η εκποίηση και η μεταβίβασή του. Ο θεσμός της Πρόνοιας είναι ο πιο εντυπωσιακός τύπος της φεουδαρχίας που επικράτησε στο Βυζάντιο.

Το Χαριστίκιον ήταν μεταβίβαση της διοίκησης μοναστηριών και μοναστηριακών κτημάτων σε λαϊκούς. Το μέτρο αυτό, που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο από τον 11ο αιώνα, απέβλεπε στην ανάπτυξη των μοναστηριών. Όμως συχνά οδηγούσε σε καταχρήσεις και γι’ αυτό προκαλούσε δυσαρέσκεια σε ένα μέρος του κλήρου.

Ο Αλέξιος Α’ για να μπορέσει να ανταποκριθεί στην ανάγκη εξοικονόμησης χρημάτων για την αντιμετώπιση των εχθρών του κράτους αναγκάστηκε να δημεύσει πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη υποσχόμενος ότι θα τα αντικαταστήσει στο μέλλον. Η δήμευση των εκκλησιαστικών θησαυρών προκάλεσε ψυχρότητα στις σχέσεις αυτοκράτορα και εκκλησίας. Ο Αλέξιος Α’ εξέδωσε διάταγμα (Νεαρά) με το οποίο απαγόρευε στο μέλλον εκποίηση εκκλησιαστικών σκευών.

Ο Αλέξιος Α’ υπήρξε σκληρός και βίαιος στη θρησκευτική του πολιτική. Δύο ήταν τα μεγάλα θρησκευτικά ζητήμματα που απασχόλησαν τον Αλέξιο: το πρόβλημα των Βογόμιλων και οι διδασκαλίες του Ιωάννη του Ιταλού. Οι Βογόμιλοι ήταν απόγονοι των παλαιών Παυλικιανών τους οποίους είχε εγκαταστήσει στη Θράκη ο Βασίλειος ο Μακεδών. Δίδασκαν ότι ο κόσμος κυβερνιόταν από δύο δυνάμεις, του Καλού (Θεός) και του Κακού (Σατανάς). Οι Βογόμιλοι αρνούνταν την εκκλησιαστική ιεραρχία. Η διδασκαλία τους περιελάμβανε και άλλα διδάγματα τα οποία στο σύνολό τους αποτελούσαν μια ανατρεπτική κίνηση κατά των ισχυρών και της πολιτείας.

Ο Αλέξιος υπήρξε σκληρότατος στην αντιμετώπιση των Βογόμιλων. Κάλεσε τον αρχηγό τους, Βασίλειο, και προπάθησε με το διάλογο να τον πείσει να εγκαταλείψει τις αιρετικές δοξασίες του. Ο Βασίλειος όμως υπήρξε ανυποχώρητος. Γι’ αυτό διέταξε να εισαχθεί σε δίκη και με τη σύμφωνη γνώμη και των εκκλησιαστικών παραγόντων καταδικάστηκε σε θάνατο διά της πυράς.

Ο Ιωάννης Ιταλός ήταν Έλληνας από την Κάτω Ιταλία. Σπούδασε φιλοσοφία στην Κωνσταντινούπολη. Επηρεασμένος από τις φιλοσοφικές θεωρίες του Πλάτωνα και των Νεοπλατωνικών δίδασκε πράγματα τα οποία δεν συμβιβάζονταν με τα χριστιανικά δόγματα. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση κάποιων εκκλησιαστικών κύκλων και όξυνε τόπο πολύ τα πνεύματα, ώστε ο αυτοκράτορας διέταξε να παραπεμφθεί ο Ιωάννης σε εκκλησιαστικό δικαστήριο το οποίο καταδίκασε την διδασκαλία του. Ο ίδιος απέφυγε τον αναθεματισμό αφού αρνήθηκε τις διδασκαλίες του.

Κρίσεις για τον Αλέξιο

Ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου γιατί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του κατόρθωσε όχι μόνο να σώσει το κράτος αποκρούοντας τους ποικίλους εχθρούς αλλά και να το ισχυροποιήσει. Στην εσωτερική του πολιτική δεν πέτυχε να αναδιοργανώσει και να ανορθώσει την πολιτεία και την κοινωνία. Έμεινε δέσμιος στη μεγάλη αριστοκρατία στη οποία ανήκε. Δεν περιόρισε την ασυδοσία της μεγάλης ιδιοκτησίας. Έτσι όμως η ακμή του Βυζαντίου ήταν προσωρινή γιατί δεν στηριζόταν στη μεσαία τάξη. Αρκούσε ένας μικρός κλυδωνισμός για να καταρρεύσει η Αυτοκρατορία. Στις 15 Αυγούστου του 1118 ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός, ο οποίος κατατρυχόταν από αρθρίτιδα, πέθανε αφήνοντας διάδοχο τον γιο του Ιωάννη.